ΑΘΗΝΑ
12:01
|
14.04.2021
Ρατσισμός, εθνικιστική πολιτική, εξύψωση των ναζί, διακρίσεις εις βάρος μειονοτήτων, προπαγάνδα και καταπίεση των δημοσιογράφων καταγράφονται μεταξύ των πολλών και συνεχών καταπατήσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Απόδοση: Χριστίνα Χελά

Η έκθεση για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ουκρανία, που συνέταξε το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας, απλώνεται σε 67 σελίδες και καταγράφει σειρά περιστατικών, με ημερομηνίες, ονόματα, στοιχεία, λεπτομέρειες περί τα γεγονότα. Στεκόμαστε στα κυριότερα σημεία, και τη ζοφερή εικόνα που δίνεται για όσα συνέβησαν και συμβαίνουν στη χώρα που οι ΗΠΑ προσπαθούν να μετατρέψουν σε αιχμή του δόρατος εναντίον της Ρωσίας, με την βοήθεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου. 

Όπως αναφέρεται σχετικά, η έκθεση αυτή διαμορφώθηκε στο πλαίσιο μιας ακόμη προσπάθειας να στραφεί το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας στη ζοφερή, και χωρίς σημάδια βελτίωσης, κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ουκρανία. Η νέα ηγεσία, που ανέλαβε τα καθήκοντά της πριν από έναν περίπου χρόνο, επιδεικνύει έντονη απροθυμία και αδυναμία να αντιμετωπίσει σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, μεταξύ των οποίων καταγράφεται η απουσία σεβασμού του δικαιώματος στην ελευθερία και την προσωπική ακεραιότητα.

Το τελευταίο διάστημα καταγράφηκαν πολλά περιστατικά παράνομης κράτησης, βασανιστηρίων, εκφοβισμού και κακομεταχείρισης, με σκοπό, μεταξύ άλλων,  την απόσπαση ομολογίας από κρατουμένους. Με πρόσχημα την καταπολέμηση της «ρωσικής επιθετικότητας» και του αυτονομισμού, συνεχίζονται οι κατασταλτικές πρακτικές εναντίον πολιτικών αντιπάλων, ανεξάρτητων δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης, καθώς και μελών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, που οι αρχές κρίνουν επικίνδυνους. Ισχύουν επίσης αδικαιολόγητοι περιορισμοί στα δικαιώματα των προσφύγων, των εθνικών μειονοτήτων, των ρωσόφωνων πολιτών και της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας [προς όφελος των σχισματικών].

Νεοναζιστικές πρακτικές, εκθειασμός Ναζί και συνεργατών τους, διάδοση εθνικιστικών ιδεών

Παρά το γεγονός ότι οι Ουκρανοί πολίτες είχαν εναποθέσει σημαντικές ελπίδες στο Βλαντιμίρ Ζελένσκι, νέο Πρόεδρο της Ουκρανίας, η πολιτική για την πλειονότητα των βασικών θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν έχει διαφοροποιηθεί καθόλου από την πολιτική του Ποροσένκο, κι ας έχει περάσει πάνω από ένας χρόνος από την εκλογή του. Η Ουκρανία εξακολουθεί να να καλλιεργεί τον εθνικισμό και να παραποιεί τα ιστορικά γεγονότα προσπαθώντας να διαστρεβλώσει την ιστορική μνήμη του ουκρανικού λαού σχετικά με τα γεγονότα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, αλλά και να κρύψει τον ρόλο της ΕΣΣΔ και του Κόκκινου Στρατού στη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας. 

Αυτή η στάση συνοδεύεται από προσπάθειες, σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, να συγκαλυφθεί και να εξιδανικευθεί ο Ναζισμός, οι Ναζί και οι διάφορες ουκρανικές ομάδες που συνεργάστηκαν με τους εισβολείς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο πλαίσιο του νομοσχεδίου αποκοινοτικοποίησης, που έχει επανειλημμένως επικριθεί τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ουκρανική κυβέρνηση έχει νομοθετήσει συγκαλύπτοντας τους Ναζί. Μεταξύ άλλων, έχει απαγορευθεί η κομμουνιστική ιδεολογία και τα σοβιετικά σύμβολα, (ενώ σε ορισμένες περιοχές της Ουκρανίας επιτρέπεται η χρήση ουκρανικών εθνικιστικών συμβόλων μαζί με τα σύμβολα του κράτους), καταδικάστηκε το κομμουνιστικό καθεστώς και αποδόθηκε ο τίτλος των “μαχητών για την ανεξαρτησία της Ουκρανίας” σε μέλη ουκρανικών εθνικιστικών οργανώσεων και παραστρατιωτικών ομάδων, συμπεριλαμβανομένων των συνεργατών της ναζιστικής Γερμανίας πριν και κατά τη διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου. Τα άτομα αυτά δικαιούνται, πλέον, κρατική προστασία και παροχές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την διαμαρτυρία του Ισραηλινού πρέσβη, ο οποίος ανέφερε ότι “η τιμή εκείνων που αποφάσισαν οικειοθελώς να συνεργαστούν με το ναζιστικό καθεστώς – για οποιονδήποτε λόγο – αποτελεί προσβολή για τη μνήμη των έξι εκατομμυρίων Εβραίων που εξοντώθηκαν από τους Ναζί.”

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο σηματοδότησε την έναρξη μιας γενικευμένης προσπάθειας να καταστραφούν μνημεία και εικόνες που σχετίζονται με το σοβιετικό παρελθόν. Μετά την έγκρισή του αυξήθηκαν σημαντικά οι βανδαλισμοί μνημείων αφιερωμένων σε στρατιώτες του Σοβιετικού Στρατού και θύματα του Β’ ‘Παγκοσμίου Πολέμου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με το Ολοκαύτωμα.

Ωστόσο, οι δράστες πολύ συχνά απολαμβάνουν την προστασία των αρχών και δεν λογοδοτούν στη δικαιοσύνη για τις ενέργειες τους, ενώ ορισμένοι Ουκρανοί αξιωματούχοι εκφράζουν δημόσια την υποστήριξή τους σε ναζιστικές προσωπικότητες και οι ακροδεξιές ομάδες. Με την κάλυψη της κυβέρνησης, οι δράστες καταφέρονται βίαια εναντίον πολιτικών τους αντιπάλων, ηγετών της κοινωνίας των πολιτών, ακτιβιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοσιογράφων, διοργανώνουν εκστρατείες ενάντια σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που θεωρούν ανεπιθύμητες, ενώ έχουν καταγραφεί πολλά περιστατικά επιθετικής συμπεριφοράς σε δικαστήρια, όπου απαιτούσαν την απελευθέρωση των υποστηρικτών τους και υποστηρικτών του ναζισμού. 

Επιπλέον, οι νέες τεχνολογίες και ιδιαίτερα τα βιντεοπαιχνίδια χρησιμοποιούνται με σκοπό τη διάδοση εθνικιστικών ιδεών μεταξύ των νέων, ενώ τα ουκρανικά σχολικά εγχειρίδια τροποποιούνται προκειμένου να αντικατοπτρίζουν την επίσημη, εθνικιστική εκδοχή της ιστορίας, με τα γεγονότα που αποδεικνύουν τη συνεργασία των Ουκρανών εθνικιστών με τους Ναζί να απαλείφονται. Το αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος της ιστορίας έχει σχεδιαστεί ώστε η σοβιετική περίοδος να γίνεται αντιληπτή  ως εποχή “κατοχής” των ουκρανικών εδαφών. Ταυτόχρονα, σε προγράμματα “πατριωτικής εκπαίδευσης νέων”, στα οποία οι ουκρανικές αρχές εμπλέκουν εθνικιστικές ομάδες και οργανώσεις, εμφυτεύονται εθνικιστικές και ξενοφοβικές ιδέες, ιδίως ρωσοφοβικές. Υπάρχουν επίσης κρατικά χρηματοδοτούμενες καλοκαιρινές κατασκηνώσεις, φεστιβάλ και αγωνιστικά παιχνίδια πολέμου αφιερωμένα σε Ουκρανούς Ναζί και εγκληματίες πολέμου.

Επιβολή περιορισμών στις δραστηριότητες των Μέσων Ενημέρωσης

Η Ουκρανία αντιμετωπίζει σειρά προβλημάτων αναφορικά με την ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης. Το δικαίωμα ελευθερίας γνώμης και έκφρασης καταπατάται, η ανεξάρτητη δημοσιογραφία υφίσταται περιορισμούς και λογοκρισία, ενώ οι εργαζόμενοι των μέσων ενημέρωσης καθίστανται συχνά θύματα βίαιων επιθέσεων ακροδεξιὠν ομάδων,  ακριβώς επειδή αποκαλύπτουν τις βίαιες ενέργειές τους. 

Η παρέμβαση των αρχών στους δημοσιογράφους έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της, με τις υπηρεσίες πληροφοριών να παρεμβαίνουν στο έργο των μέσων μαζικής ενημέρωσης στις περιπτώσεις που εκφράζονται διαφορετικές απόψεις από τις επίσημες και τους δημοσιογράφους να διώκονται ποινικά για εθνική προδοσία. 

Επιπλέον, η ουκρανική κυβέρνηση εκδίδει μηνιαίως κατευθυντήριες γραμμές για δημοσιογράφους και μπλόγκερ σχετικά με τον ορθό τρόπο δημοσιογραφικής κάλυψης γεγονότων, και τον Ιανουάριο του 2020 το Εθνικό Συμβούλιο Τηλεόρασης και Ραδιοτηλεοπτικών Μεταδόσεων της Ουκρανίας έλαβε περιοριστικά μέτρα εναντίον ορισμένων μέσων μαζικής ενημέρωσης που κρίθηκαν ύποπτα για παραβίαση του Νόμου για την Τηλεόραση και τις Ραδιοφωνικές Μεταδόσεις και του Νόμου περί Πληροφοριών. 

Δίωξη των μειονοτήτων και διακρίσεις στον τομέα της εκπαίδευσης και της χρήσης της γλώσσας

Στην Ουκρανία, τα περισσότερα άτομα που ανήκουν σε εθνοτικές ή εθνικές μειονότητες υπόκεινται σε διακρίσεις και στιγματισμό. Οι ακροδεξιές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα ενθαρρύνουν την υποκίνηση φυλετικού μίσους και την εξάπλωση της ρατσιστικής ιδεολογίας, ενώ έχουν καταγραφεί πολλά περιστατικά διαδικτυακής εθνικιστικής προπαγάνδας και αναρτήσεις με ρατσιστικό πρόσημο. 

Οι ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν καταγράψει δεκάδες περιπτώσεις μισαλλοδοξίας ή/και επιθέσεων εναντίον ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες ή έχουν εναλλακτικές πολιτικές απόψεις, και ανησυχούν ιδιαίτερα για τις παράνομες ενέργειες των μελών ριζοσπαστικών εθνικιστικών οργανώσεων οι οποίες παραμένουν ατιμώρητες, ενώ οι δράστες δεν κρύβουν τη συνεργασία τους με το Υπουργείο Εσωτερικών. 

Επιπλέον, εκφράζουν ανησυχία για τις διαρκώς αυξανόμενες περιπτώσεις ξενοφοβίας και επιθετικότητας από την αστυνομία εναντίον των αλλοδαπών, καθώς είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη η πρακτική ελέγχου στοιχείων, σύλληψης και κράτησης, με κριτήριο τη φυλή και την εθνικότητα. Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην κοινότητα των Ρομά, τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις εναντίον τους εξακολουθούν να υφίστανται, με αποτέλεσμα να είναι συχνά θύματα επιθετικών ενεργειών και δολοφονικών κινήσεων, ενώ στις απόπειρες τρομοκράτησης και εκδίωξής τους έχει καταγραφεί και η συμμετοχή Ουκρανών αξιωματούχων. Επιπλέον, είναι έντονη η ρητορική μίσους εναντίον των εθνικών μειονοτήτων από δημόσια και πολιτικά πρόσωπα σε δημόσιες εκδηλώσεις, στα ΜΜΕ και στο διαδίκτυο. 

Αναπόσπαστο τμήμα της επίσημης πολιτικής του Κιέβου έναντι των εθνικών μειονοτήτων αποτελεί η γλωσσική διάκριση εις βάρος ενός σημαντικού ποσοστού του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών παραβιάσεων των δικαιωμάτων της ρωσόφωνης κοινότητας. Από το 2017, απαγορεύεται ρητά η χρήση οποιασδήποτε γλώσσας εκτός της ουκρανικής στον δημόσιο τομέα, την εκπαίδευση και τα μέσα ενημέρωσης. Από τον Απρίλιο του 2019, η χρήση άλλης γλώσσας εκτός της ουκρανικής επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο της ιδιωτικής επικοινωνίας και των θρησκευτικών πρακτικών, ενώ, σύμφωνα με τον νόμο, οποιαδήποτε προσπάθεια εισαγωγής επίσημης πολυγλωσσίας στην Ουκρανία θεωρείται ως αντισυνταγματική. Επιπλέον, οποιαδήποτε απόπειρα προστασίας των δικαιωμάτων του ρωσόφωνου πληθυσμού καταστέλλεται αυστηρά από ουκρανικές εθνικιστικές ομάδες, που ενεργούν με τη συγκατάθεση των αρχών. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν την ανάγκη επανεξέτασης της νέας γλωσσικής πολιτικής που εφαρμόζει το Κίεβο. 

Σε ό,τι αφορά στην εκπαίδευση, τον Σεπτέμβριο του 2017, εγκρίθηκε νομοσχέδιο σύμφωνα με τον οποίο, από το 2020 η εκπαίδευση στα ουκρανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα θα παρέχεται μόνο στην επίσημη γλώσσα, ενώ η εκπαίδευση σε άλλες γλώσσες επιτρέπεται μόνο σε προσχολικά ιδρύματα και δημοτικά σχολεία. Η νομοθεσία αυτή παραβιάζει τα γλωσσικά δικαιώματα εκατομμυρίων Ουκρανών πολιτών (Ρώσοι, Λευκορώσοι, Εβραίοι, Αρμένιοι κ.α.) και προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις μόνο για τους “αυτόχθονες πληθυσμούς” (επιτρέπεται η δημιουργία ξεχωριστών τάξεων) και για τους ομιλητές γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι επιτρέπεται να σπουδάζουν “ένα ή περισσότερα αντικείμενα” στη γλώσσα τους. Πρόκειται για νομοσχέδιο που στερείται σεβασμού στις αρχές της καθολικότητας και της προσβασιμότητας της τυπικής εκπαίδευσης, και του επιβεβαιωμένου δικαιώματος των μαθητών για “δίκαιη, αμερόληπτη, αντικειμενική, ανεξάρτητη, χωρίς διακρίσεις και αντικειμενική αξιολόγηση των μαθησιακών αποτελεσμάτων”. Παράλληλα, οι εθνικιστές υποστηρίζουν ενεργά την πολιτική αυτή και ενεργούν επιθετικά εναντίον των δασκάλων που εξακολουθούν να μιλούν ρωσικά. 

Τα σχολικά βιβλία στα ουκρανικά έχουν ελλείψεις στο Λύκειο και οι μαθητές Γυμνασίου, οι οποίοι εκπαιδεύονται στα ρωσικά από την πρώτη τάξη, υποχρεούνται πλέον να γράφουν, να διαβάζουν και να εξετάζονται μόνο στα ουκρανικά, ακόμη και αν το σχολικό τους βιβλίο είναι στα ρωσικά. Η νέα νομοθεσία απαιτεί από τους μαθητές να μιλούν μεταξύ τους μόνο στα ουκρανικά κατά τη διάρκεια του σχολικού προγράμματος, ενώ, όταν εντοπίζεται παραβίαση κανόνων, συνεπάγεται κυρώσεις, μέχρι και την απόλυση του δασκάλου.

Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης την εφαρμογή των ίδιων μέτρων και στον τομέα της επιστήμης. Οι επιστημονικές δημοσιεύσεις θα γίνονται στις επίσημες γλώσσες της ΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι περιέχουν περίληψη στα Ουκρανικά. Οι διατριβές, οι μελέτες και οι περιλήψεις πρέπει να γίνονται στα Ουκρανικά ή στα Αγγλικά και μπορούν να παρουσιάζονται μόνο στις δύο αυτές γλώσσες. 

Επιπλέον, τα επόμενα χρόνια η ουκρανική γλώσσα θα καταστεί υποχρεωτική και για τα μέσα ενημέρωσης, ενώ το ίδιο θα ισχύσει και για τα διαδικτυακά μέσα, τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης και τις εφαρμογές για κινητά. Ακόμη, στο μέλλον, όλες οι πολιτιστικές δημόσιες εκδηλώσεις, οι θεατρικές παραστάσεις, η παραγωγή ταινιών και οι εκδόσεις βιβλίων θα πραγματοποιούνται μόνο στα ουκρανικά.

Παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις ουκρανικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου

Το ζήτημα του σεβασμού του δικαιώματος στην ελευθερία και την ασφάλεια του ατόμου παραμένει έντονο στην Ουκρανία. Τα διεθνή παρατηρητήρια που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα εξακολουθούν να καταγράφουν πολλά περιστατικά εκφοβισμού, κακομεταχείρισης, σεξουαλικής βίας, παράνομης κράτησης και βασανιστηρίων, με σκοπό, μεταξύ άλλων, την εξαναγκαστική ομολογία ή συνεργασία. Πρόκειται για συστημική καταπάτηση δικαιωμάτων εκ μέρους των αστυνομικών δυνάμεων και της Υπηρεσίας Ασφάλειας της Ουκρανίας η οποία χαρακτηρίζεται, κατά κανόνα, από ατιμωρησία. 

Αποτελεί επίσης διαδεδομένη πρακτική ο εκφοβισμός από ακροδεξιά στοιχεία, ο εξαναγκασμός ατόμων να υπογράψουν έγγραφα ενώ οι κατηγορούμενοι απουσιάζουν, οι επιθέσεις εναντίον δικηγόρων, καθώς και η άσκηση πίεσης στα μέλη του δικαστικού σώματος.

Σε έκθεση του “Human Rights Watch” και της Διεθνούς Αμνηστίας υπογραμμίζεται ο παράνομος και βίαιος χαρακτήρας της κράτησης πολιτών από υπαλλήλους των ουκρανικών ειδικών δυνάμεων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των συνεντεύξεων κρατουμένων και συγγενών τους σχετικά με τις συνθήκες κράτησης, σημειώνεται ότι στις περισσότερες περιπτώσεις οι κρατούμενοι υπέστησαν συστηματική πίεση, ψυχολογική βία, βασανιστήρια και άλλους τύπους κακομεταχείρισης, ενώ οι συγγενείς δεν ενημερώθηκαν για την κράτησή τους. Επιπλέον, πολλοί επεσήμαναν τον υπερπληθυσμό των κελιών και ανέφεραν πως στερήθηκαν ιατρικής περίθαλψης. 

Οι προσπάθειες των θυμάτων να προσαγάγουν τους δράστες στη δικαιοσύνη ήταν ανεπιτυχείς. Σύμφωνα με ακτιβιστές, τα παράπονα δεν διερευνήθηκαν, κανένα από τα θύματα παράνομων κρατήσεων δεν έλαβε αποζημίωση και κανένας από τους αξιωματικούς της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών που διέπραξαν εγκλήματα δεν τιμωρήθηκε.

Διακρίσεις εις βάρος πιστών και του κλήρου της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας 

Η Ουκρανία συνεχίζει την πολιτική δίωξη της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (UOC, η μεγαλύτερη θρησκευτική οργάνωση της Ουκρανίας, στη δικαιοδοσία της οποίας, σύμφωνα με δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης, υπάρχουν περισσότερες από 12.000 ενορίες), μέσω ειδικών υπηρεσιών που ελέγχονται από τις αρχές. Οι ίδιες οι αρχές ενθαρρύνουν σιωπηρά μέλη ουκρανικών ακροδεξιών οργανώσεων να εφαρμόζουν αντίστοιχες πρακτικές. 

Για τη μεταφορά εκκλησιών και ιδιοκτησίας της UOC υπέρ της [σχισματικής] Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας (OCU), μιας θρησκευτικής οργάνωσης που δημιουργήθηκε από το Κίεβο, θεσπίστηκε νομοθεσία που επιβάλλει περιορισμούς στην Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία και διευκολύνει την αλλαγή της ομολογιακής σχέσης. Σε πολλές περιπτώσεις, οι επίσκοποι της UOC κλήθηκαν για ανακρίσεις στην Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας και συνελήφθησαν με διάφορα προσχήματα. Σε ορισμένες περιοχές της χώρας, ειδικές υπηρεσίες πραγματοποίησαν μαζικές έρευνες σε εκκλησίες, επισκοπικά γραφεία και σπίτια ιερέων της UOC.

Κατόπιν πρότασης των αρχών, βρίσκεται σε εξέλιξη μια πολυμέτωπη εκστρατεία δυσφήμισης της UOC στα ουκρανικά μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων αβάσιμων πολιτικών κατηγοριών σχετικά με την υποστήριξη των «αυτονομιστών» και τη διατήρηση όπλων από ιερείς και εκκλησιαστικές κοινότητες. Επιπλέον, τα μέσα κατηγόρησαν τους κληρικούς και τους πιστούς ότι διαδίδουν τον κορωνοϊό, χαρακτηρίζοντάς την UOC ως «πηγή μετάδοσης».

Η εκστρατεία επίθεσης στη UOC συνοδεύτηκε επίσης από επιθέσεις σε εκκλησίες που ανήκουν σε αυτή. Καταγράφηκαν περιπτώσεις βίαιων κατασχέσεων, βανδαλισμών, εμπρησμών, ληστειών, ζημιών σε εκκλησιαστική περιουσία, σωματικής βίας και εκφοβισμού κληρικών και πιστών. 

Παραβίαση των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων του πληθυσμού της Νοτιοανατολικής Ουκρανίας

Τέλος, δεν έχει σημειωθεί πρόοδος στο ζήτημα των κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων του πληθυσμού της Νοτιοανατολικής Ουκρανίας. Οι αρχές περιστέλλουν τα δικαιώματά των κατοίκων, αναφερόμενες συχνά στην ανάγκη καταπολέμησης της λεγόμενης “ρωσικής επιθετικότητας” και του αυτονομισμού για να δικαιολογήσουν τις σχετικές ενέργειες και μέτρα. Εξακολουθεί να υφίσταται το καθεστώς αδειών για τους πολίτες που διασχίζουν τη “γραμμή επαφής” που εισήγαγε το Κίεβο, λόγω της συνεχιζόμενης εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης στα νοτιοανατολικά της χώρας, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται σε μεγάλο βαθμό η πρόσβαση αρκετών εκατομμυρίων  σε βασικές υπηρεσίες, ιδίως σε ό,τι αφορά στην παροχή νερού, θέρμανσης και υγειονομικής περίθαλψη, ενώ οι ουκρανικές αρχές δεν εγγυώνται την καταβολή συντάξεων σε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής τους. 

Οι περιορισμοί που επιβάλλονται από το Κίεβο δημιουργούν τις πιο δυσμενείς προϋποθέσεις για τους κατοίκους της Νοτιοανατολικής Ουκρανίας. Ιδιαίτεροι κίνδυνοι προκύπτουν λόγω της απαίτησης για τους κατοίκους των περιοχών αυτών να παρουσιάζονται τακτικά στο έδαφος που ελέγχεται από το Κίεβο. Για να γίνει αυτό πρέπει να διασχίζουν τακτικά τη “γραμμή ελέγχου”, με τη διέλευση να περιπλέκεται από μεγάλες ουρές καθώς και από τον έντονο κίνδυνο κλιμάκωσης των εχθροπραξιών.

Η κατάσταση αυτή έχει τραβήξει την προσοχή πολλών διεθνών οργανισμών και ακτιβιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίοι έχουν επισημάνει με ανησυχία ότι οι συνεχιζόμενες εχθροπραξίες επηρέασαν αρνητικά ολόκληρο τον πληθυσμό της χώρας, και πρωτίστως τα άτομα που ζουν κοντά στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, επηρεάζοντας δυσμενώς τα δικαιώματα των κατοίκων της Νοτιοανατολικής Ουκρανίας, ιδίως την ελεύθερη κυκλοφορία και την πρόσβαση σε συντάξεις και κοινωνικές παροχές, προκαλώντας μαζική φτώχεια και στασιμότητα της οικονομίας της Ουκρανίας. 

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Μητσοτάκης-Μένφι: Συμφωνία για την επανεκκίνηση της συζήτησης για τις θαλάσσιες ζώνες

ΚΙΝΑΛ: Να σταματήσει η Κυβέρνηση το “εμπόριο ελπίδας”

Επιστολή διαμαρτυρίας για το ΚΕΘΕΑ: “Η Ιθάκη θα μείνει αβύθιστη”

Πυρά Ζαχάροβα για τα περί “ρωσικής προβλεψιμότητας” της Ψάκι

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα