Δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε στην Ουκρανία, αποκαλύπτει ότι οι μισοί Ουκρανοί διαφωνούν με την φίμωση των ρωσικών τηλεοπτικών καναλιών στη χώρα.
Η δημοσκόπηση που διενεργήθηκε από το Κέντρο Κοινωνικής Παρακολούθησης δείχνει πως περίπου το 50% των κατοίκων θεωρούν λάθος την απαγόρευση των ρωσικών τηλεοπτικών καναλιών καθώς πολλοί από αυτούς επιθυμούν να παρακολουθούν τα ρωσικά τηλεοπτικά προγράμματα.
Έτσι, το 53,6% των συμμετεχόντων θεωρεί λάθος την απαγόρευση μετάδοσης ορισμένων ρωσικών ταινιών, ενώ το 49,9% πιστεύει ότι το εμπάργκο των ρωσικών τηλεοπτικών καναλιών στην Ουκρανία είναι επίσης λάθος.
Περισσότερο από το 39% των συμμετεχόντων δήλωσαν πως θέλουν να παρακολουθήσουν τηλεοπτικά προγράμματα τόσο στα ρωσικά όσο και στα ουκρανικά. Μόνο το 17% δήλωσε ότι επιθυμεί να παρακολουθεί τηλεόραση αποκλειστικά στα ουκρανικά.
Επιπλέον περίπου το 48% των Ουκρανών πιστεύει ότι η απαγόρευση των ρωσικών κοινωνικών μέσων περιορίζει τα δικαιώματα των πολιτών.
Η δημοσκόπηση διεξήχθη σε περισσότερους από 3.000 κατοίκους της Ουκρανίας, με εξαίρεση εκείνους που ζούσαν στη νοτιοανατολική περιοχή Ντονμπάς. Τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης δημοσιεύθηκαν στον ιστότοπο Κοινωνικής Παρακολούθησης τη Δευτέρα.
Αναπόσπαστο τμήμα της επίσημης πολιτικής του Κιέβου έναντι των εθνικών μειονοτήτων αποτελεί η γλωσσική διάκριση εις βάρος ενός σημαντικού ποσοστού του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων σημαντικών παραβιάσεων των δικαιωμάτων της ρωσόφωνης κοινότητας.
Υπενθυμίζεται ότι τον Μάιο του 2019, ο τότε πρόεδρος της Ουκρανίας Πέτρο Ποροσένκο υπέγραψε έναν νόμο περί γλώσσας επιβάλοντας τη χρήση της ουκρανικής γλώσσας στη δημόσια ζωή.
‘Εκτοτε, απαγορεύεται ρητά η χρήση οποιασδήποτε γλώσσας εκτός της ουκρανικής στον δημόσιο τομέα, την εκπαίδευση και τα μέσα ενημέρωσης. Από τον Απρίλιο του 2019, η χρήση άλλης γλώσσας εκτός της ουκρανικής επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο της ιδιωτικής επικοινωνίας και των θρησκευτικών πρακτικών.
Επιπλέον, οποιαδήποτε απόπειρα προστασίας των δικαιωμάτων του ρωσόφωνου πληθυσμού καταστέλλεται αυστηρά από ουκρανικές εθνικιστικές ομάδες, που ενεργούν με τη συγκατάθεση των αρχών.
Η Μόσχα επέκρινε τα νομοθετικά μέτρα που έλαβε το Κίεβο, υποστηρίζοντας πως στοχεύουν τη ρωσική γλώσσα, η οποία ομιλείται από τη συντριπτική πλειοψηφία των Ουκρανών υπηκόων και είναι η μητρική γλώσσα πολλών από αυτούς.
Επιπροσθετα η παρέμβαση των αρχών στους δημοσιογράφους έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της, με τις υπηρεσίες πληροφοριών να παρεμβαίνουν στο έργο των μέσων μαζικής ενημέρωσης στις περιπτώσεις που εκφράζονται διαφορετικές απόψεις από τις επίσημες και τους δημοσιογράφους να διώκονται ποινικά για εθνική προδοσία.
Η ουκρανική κυβέρνηση εκδίδει μηνιαίως κατευθυντήριες γραμμές για δημοσιογράφους και μπλόγκερ σχετικά με τον ορθό τρόπο δημοσιογραφικής κάλυψης γεγονότων, και τον Ιανουάριο του 2020 το Εθνικό Συμβούλιο Τηλεόρασης και Ραδιοτηλεοπτικών Μεταδόσεων της Ουκρανίας έλαβε περιοριστικά μέτρα εναντίον ορισμένων μέσων μαζικής ενημέρωσης που κρίθηκαν ύποπτα για παραβίαση του Νόμου για την Τηλεόραση και τις Ραδιοφωνικές Μεταδόσεις και του Νόμου περί Πληροφοριών.
