ΑΘΗΝΑ
02:39
|
03.08.2021
Το συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος «Ενιαία Ρωσία» που συγκλήθηκε υπό αντιφατικές συνθήκες και σε κλίμα μέγιστης δυσπιστίας προς την κεντρική εξουσία έκρυβε αρκετές εκπλήξεις
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Το ξεχασμένο δικό μας «έξω πάμε καλά» είναι μια συνηθισμένη ατάκα στους σπάνιους (από κουλτούρα και συνήθεια) πολιτικούς διαλόγους με Ρώσους, που συνήθως παραπονούνται για την εσωτερική κι όχι τόσο για την εξωτερική πολιτική του Κρεμλίνου, την εκτεταμένη διαφθορά του κρατικού μηχανισμού, την αύξηση του στρώματος των φτωχών και τη μείωση της αγοραστικής δύναμης της «μεσαίας τάξης» (μετά τη βουτιά των τιμών του πετρελαίου τα τελευταία χρόνια). Απ’ την άλλη θα βρεθούν πολλοί που θα θυμίσουν ότι ποτέ δεν είχαν διοχετευθεί τόσοι πόροι, όσο τώρα, στην ανάπτυξη των για πολλά χρόνια στερημένων ρωσικών περιφερειών και στη στήριξη νέων οικογενειών, ότι η εικοσαετία Πούτιν και η αναγέννηση της Ρωσίας από τις στάχτες της ουδεμία σχέση έχει με εκείνη που προηγήθηκε (της διάλυσης της ΕΣΣΔ) και ότι εντέλει το καταναλωτικό όργιο και τα δείγματα ευμάρειας παραμένουν στη χώρα ανενόχλητα, ειδικά τώρα, που λόγω πανδημίας το τουριστικό ρεύμα στράφηκε στην εσωτερική αγορά.

Υπό αυτές τις αντιφατικές συνθήκες και ίσως σε κλίμα μέγιστης δυσπιστίας προς την κεντρική εξουσία συγκλήθηκε το Σάββατο το συνέδριο του κυβερνώντος κόμματος «Ενιαία Ρωσία», που έκρυβε αρκετές εκπλήξεις για πολλούς. Πρώτος εξ αυτών ο επικεφαλής του κόμματος Ντμίτρι Μεντβιέντεφ, πρώην πρωθυπουργός της χώρας, έως τον Ιανουάριο του 2020, και νυν αναπληρωτής γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας, θέση συμβολική, η οποία δημιουργήθηκε μάλλον μόνο για να εξασφαλίζει έναν καλό μισθό μέχρι τη σύνταξη στον κάποτε φιλόδοξο «διάδοχο» του Β.Πούτιν.

Ο αντιδημοφιλής είναι η αλήθεια στην ευρεία κοινή γνώμη της Ρωσίας Μεντβιέντεφ, σύμφωνα με τα θρυλούμενα πέριξ του Κρεμλίνου, έμαθε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή ότι έπρεπε να «θυσιαστεί» για άλλη μια φορά ώστε να στεριώσει το πολιτικό σχέδιο του προέδρου Πούτιν, η ανανέωση, δηλαδή και της «βιτρίνας» του κυβερνώντος κόμματος, που δέχεται και την μεγαλύτερη κριτική από την αντιπολίτευση, κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική. Αν και ο Μεντβιέντεφ είχε ηγηθεί της λίστας του κόμματος στις δύο προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές για την Κρατική Δούμα (Κάτω Βουλή) στις 19 Σεπτεμβρίου, επικεφαλής των ψηφοδελτίων τέθηκε μια πεντάδα με τους δύο πλέον δημοφιλείς υπουργούς της κυβέρνησης, Άμυνας και Εξωτερικών, Σεργκέι Σοϊγκού και Σεργκέι Λαβρόφ, τον «αστέρα» της μάχης κατά της πανδημίας αρχίατρο της πρότυπης κλινικής «Κομμουνάρκα» Ντενίς Προτσένκο και δύο γυναίκες πολιτικούς, που τόσο λείπουν από το πολιτικό προσκήνιο, την Γιλένα Σμελιόβα, επικεφαλής του πρότυπου εκπαιδευτικού κέντρου καινοτομίας στο Σότσι «Σείριος» και την Άννα Κουζνετσόβα, Συνήγορο του Παιδιού στη Ρωσία. 

Ο μόνος εξ αυτών, που μέχρι σήμερα είχε εμπλακεί στα «κομματικά» του Κρεμλίνου ήταν ο Σ.Σοϊγκού, θεωρούμενος και προσωπικός φίλος του Ρώσου ηγέτη, ενώ ο Ντ.Προτσένκο μόλις τέσσερις ημέρες πριν το συνέδριο διαβεβαίωνε ότι δεν έχει ουδεμία πρόθεση να συμμετάσχει ως υποψήφιος στις εκλογές και αργότερα εξήγησε ότι μεταπείστηκε την ημέρα του συνεδρίου, όταν του το ζήτησε προσωπικά ο Β.Πούτιν. Αν και «ταπεινωθείς», γιατί δεν βρέθηκε γι’ αυτόν ούτε μία από τις προβεβλημένες θέσεις, καθώς οι πάντες, πλην του «ξενοδόχου», διαβεβαίωναν και πίστευαν ότι θα είναι στην «χρυσή πεντάδα», ο Ντ.Μεντβιέντεφ δήλωσε ότι η απόφαση ήταν κοινή με τον πρόεδρο Πούτιν, ενώ ο ίδιος ο Ρώσος ηγέτης προσπάθησε να εμπνεύσει στους συνέδρους αισιοδοξία και «λαϊκότητα», ζητώντας από τους υποψήφιους βουλευτές «όχι μόνο να ακούν τους ανθρώπους, αλλά να τους αισθάνονται με την καρδιά τους» και να «θέτουν τα λαϊκά συμφέροντα πάνω από τα προσωπικά». Με αυτή τη λογική η ανανέωση άγγιξε βαθιά και τις περιφερειακές λίστες του κόμματος, στις οποίες εντάχθηκαν γιατροί και εθελοντές, που διακρίθηκαν στην πανδημία, καθώς και νέοι μάνατζερ και επιστήμονες, που διέπρεψαν σε διαγωνισμούς για την καινοτομία και τη «νέα ηγεσία».

Το κυβερνών κόμμα «Ενιαία Ρωσία», που από μία άποψη είναι η μετεξέλιξη της λογικής του κόμματος-κράτους, όπως ήταν κάποτε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης, είναι ο ακόμη ανθεκτικός και σχετικά εύκαμπτος σκελετός του ρωσικού κράτους, καθώς συνενώνει τους περισσότερους κυβερνήτες περιφερειών και τις πλειοψηφίες στις τοπικές και την κεντρική Βουλή, όπως και τους περισσότερους αξιωματούχους του κρατικού μηχανισμού, αλλά την ίδια στιγμή είναι ολοφάνερα και ο πιο «αδύναμος κρίκος» στο πολιτικό σύστημα της σύγχρονης Ρωσίας, εξ ου και η ανάγκη ριζικής ανανέωσής του, που επιχειρεί το Κρεμλίνο μέσω των αμερικανόπνευστων «πράιμαρις».

Η φιλοδυτική αντιπολίτευση, επικεφαλής ενός τμήματος της οποίας ήταν ο Αλεξέι Ναβάλνι, κρατούμενος σήμερα προφανώς προσχηματικά, αλλά με υπαρκτές εις βάρος του κατηγορίες, όλα δείχνουν ότι δεν θα κατορθώσει να ξεπεράσει τις εσωτερικές της έριδες και την απόλυτη ταύτισή της με τους χρηματοδότες της, ξένες κυβερνήσεις και Ρώσους ολιγάρχες του εξωτερικού, γεγονός, που επιτρέπει στο Κρεμλίνο την οικονομική και πολιτική συντριβή της, χωρίς σοβαρές εσωτερικές αντιδράσεις. Μπορεί τα διεθνή ΜΜΕ, στρατευμένα στην υπαγορευμένη από τη Δύση και τις υπηρεσίες της ρωσοφοβική γραμμή, να προσπαθούν να μεγεθύνουν την έκταση της λαϊκής στήριξης στο φαινόμενο Ναβάλνι, μετά και την αμφιλεγόμενη ιστορία άλλης μιας αποτυχημένης, αλλά μυθιστορηματικής «δηλητηρίασης» με το σοβιετικό Novichok, ωστόσο τίποτε ακόμη δεν δείχνει στον ορατό ορίζοντα ότι εδραιώθηκε μια σοβαρή δυναμική αμφισβήτησης, που θα μπορούσε να ανατρέψει τους σχεδιασμούς της σημερινής ρωσικής ηγεσίας. Αντιθέτως καταγράφεται μια «ομογενοποίηση» των σχεδίων ανατροπής των μη αρεστών στην Ουάσιγκτον κυβερνήσεων, με την «ομάδα εξωτερικού» του επιτελείου Ναβάλνι υπό τον Λεονίντ Βολκόφ, να προσανατολίζεται να εγκατασταθεί στη Γεωργία ή την Ουκρανία, όπως έχει πράξει η «λευκορωσική αντιπολίτευση», η οποία έχει μοιραστεί μεταξύ Πολωνίας και Λετονίας, ως δια μαγείας, χρηματοδοτείται από κονδύλια των ΗΠΑ και της ΕΕ και η επικεφαλής της συναντάται με ηγέτες κρατών ως εξ αναθέσεως τύπου Γουαϊδό «πρόεδρος Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια».

Επομένως από τα 14 κόμματα, που ετοιμάζονται να συμμετάσχουν στις εκλογές, μόνο δύο, το «Γιάμπλακο» του ανθεκτικού Γκριγκόρι Γιαβλίνσκι και το Κόμμα της Ανάπτυξης εκφράζουν φιλελεύθερες-φιλοδυτικές θέσεις, ωστόσο έχουν ελάχιστες πιθανότητες να υπερβούν το όριο του 5% για την είσοδο στη Βουλή και λίγο περισσότερες να εκλέξουν κάποιους μεμονωμένους υποψηφίους τους σε μονοεδρικές περιφέρειες.

Η δε παραδοσιακή Αριστερά, το ΚΚ του γηρασμένου και χωρίς διαδόχους Γκενάντι Ζιουγκάνοφ, ο οποίος ορκίζεται κατά περιόδους πίστη στο Κρεμλίνο και τον Β.Πούτιν, όπως πράττει σταθερά και σχεδόν σύσσωμο το άλλοτε μεγάλο εκλογικό σώμα των κομμουνιστών, κινδυνεύει να χάσει τη δεύτερη θέση, που κατέχει σήμερα στη Βουλή με το 13,34% των ψήφων το 2016, πίσω από την «Ενιαία Ρωσία» (54,20%) και λίγο μπροστά από το Φιλελεύθερο-Δημοκρατικό, στην ουσία υπερεθνικιστικό κόμμα με τον γραφικό ηγέτη Βλαντίμιρ Ζιρινόφσκι (13,14%). Απειλεί με δυναμική ανάκαμψη στη σύνθεση της νέας Κρατικής Δούμας ο συνασπισμός της σοσιαλδημοκρατικής «Δίκαιης Ρωσίας» του Σεργκέι Μιρόνοφ (6,22% το 2016) με το κόμμα «Για την Αλήθεια» του συγγραφέα και ακτιβιστή υπέρ των δικαιωμάτων του ρωσόφωνου πληθυσμού του Ντονμπάς στην Ανατολική Ουκρανία Ζαχάρ Πριλέπιν.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι το Κρεμλίνο και προσωπικά ο Β.Πούτιν δεν βασανίζονται από το εύλογο ερώτημα ποιος θα τον διαδεχθεί, όταν το 2024 τερματιστεί η θητεία του κι ο ίδιος βρεθεί στα 72 του χρόνια αντιμέτωπος με τη μεγιστοποιημένη κοινωνική πίεση για ανανέωση, αλλά ταυτοχρόνως και με συνταγματικά περιθώρια να διεκδικήσει ακόμη και μια νέα θητεία, που κρίνεται πάντως ότι είναι το πιο ακραίο ενδεχόμενο. Όπως έχει ξανασυμβεί στην πρόσφατη ρωσική ιστορία, λ.χ. με τον εν πολλοίς «πετυχημένο» γενικό γραμματέα του ΚΚΣΕ Λεονίντ Μπρέζνιεφ, ο οποίος ικέτευε υπέργηρος τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου να τον αποδεσμεύσουν ώστε να συνταξιοδοτηθεί, μεγάλο μέρος της ρωσικής ελίτ δείχνει να προτιμά την εγγυημένη σταθερότητα υπό τον υγιέστατο ακόμη Β.Πούτιν και τη μετάθεση του ερωτήματος της διαδοχής σε χρόνο, που θα καταστεί και από βιολογική άποψη επιτακτικό. 

Εκπροσωπώντας προφανώς αυτό το κομμάτι της ελίτ ο εκκεντρικός άλλοτε σύμβουλος του Κρεμλίνου Βλαντίμιρ Σουρκόφ (που προφανώς ψάχνει πάλι για δουλειά) συνέκρινε σε πρόσφατη συνέντευξή του στους Financial Times τον Β.Πούτιν με τον αυτοκράτορα Οκταβιανό, o oποίος κυβέρνησε σχεδόν ανενόχλητος 41 χρόνια. Κατά την ανάλυση του πιο «διανοούμενου» λογογράφου του Κρεμλίνου, ο Πούτιν δεν κατήργησε τη ρωσική δημοκρατία, αλλά ενσωμάτωσε σ’ αυτήν το ακόμη ζωντανό για τις ανάγκες διακυβέρνησης της Ρωσίας μοναρχικό αρχέτυπο, που παρέχει ταυτόχρονα επαρκή ελευθερία και επαρκή τάξη. Άλλοι φανατικοί υποστηρικτές του Ρώσου ηγέτη έχουν κατά καιρούς προτείνει να γίνει ο πρώτος μιας νέας δυναστείας Ρώσων τσάρων, έστω κι αν έχει κόρες για διαδόχους ή αναρωτιούνται γιατί δυτικοί ηγέτες νομιμοποιούνται να ηγούνται κρατών και κυβερνήσεων λ.χ. επί 16 χρόνια (καγκελάριος Μέρκελ) ή να εκλέγονται πρόεδροι των ΗΠΑ στα 78 τους χρόνια και με εμφανή προβλήματα υγείας, όπως ο Τζο Μπάιντεν και απαγορεύεται κάτι παρόμοιο για τη Ρωσία. Αναρωτιούνται, γιατί δεν έχουν προφανώς ακόμη καταλάβει ότι για τα γεράκια της Ουάσιγκτον και κάποιες συνακόλουθες ελίτ σε χώρες της «συλλογικής Δύσης» το πρόβλημα είναι η ύπαρξη και μόνο μια τόσο μεγάλης, και τελευταία πάλι όλο και ισχυρότερης και προπαντός όχι ταπεινωμένης και υποτακτικής, όπως επί Γέλτσιν, Ρωσίας.

Οι αντίπαλοι της προοπτικής μιας «οργανωμένης» διαδοχής του Πούτιν, που θα πρέπει, φυσικά να μπορεί να κερδίσει και να πετύχει τη λαϊκή νομιμοποίηση στις εκλογές, σχέδιο, που όλα δείχνουν ότι θα προτιμούσε μάλλον ο ίδιος ο Πούτιν και το περιβάλλον του, μοιάζει να νοσταλγούν περισσότερο τη χαοτική περίοδο Γέλτσιν, όταν οι Αμερικανοί υπουργοί είχαν «χρεωμένους» και διηύθυναν με σωστά πλασαρισμένους συμβούλους ολόκληρους κλάδους της ρωσικής οικονομίας και πολιτικής, χωρίς καν να κουράζουν τον Αμερικανό πρέσβη στη Μόσχα. Με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται πως έχει οριστικά ξεπεραστεί η πιθανότητα επιστροφής στην εξουσία της φιλελεύθερης-φιλοδυτικής παράταξης, το «θεσμικό» μέρος της οποίας έχει ενσωματωθεί στην πουτνική «πυραμίδα εξουσίας» ως ένας (ο δευτερεύων) από τους πυλώνες της πολιτικής της εθνικής ενότητας, όπως υλοποιείται από το Κρεμλίνο, με κυρίαρχο πυλώνα τους λεγόμενους «σιλαβικί», τους εκπροσώπους δηλαδή του βαθέος ρωσικού κράτους, των μυστικών υπηρεσιών και του στρατού.

Σοφά πράττοντας και γνωρίζοντας καλά τα μυστικά της χειραγώγησης και τους κινδύνους από τις παλατιανές ίντριγκες, σήμα κατατεθέν της ιστορίας του Κρεμλίνου, ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Πούτιν φροντίζει να κρατά αποστάσεις από το κυβερνών κόμμα και να συνομιλεί με όλους τους πιο ζωντανούς κοινωνικούς οργανισμούς, όπως το «Πανρωσικό Λαϊκό Μέτωπο» και τις παραφυάδες του, που ιδρύθηκε όταν εκείνος ήταν πρωθυπουργός. Διασώζοντάς τον από την πρόωρη φθορά, που θα μπορούσε να φέρει η ταύτιση με το πεπαλαιωμένο μοντέλο της «Ένιαίας Ρωσίας» ο Ρώσος πρόεδρος κράτησε πάντως μακριά από την προεκλογική ίντριγκα τον πρωθυπουργό της χώρας Μιχαήλ Μισούστιν, ενισχύοντας την άποψη κάποιων ότι ο 55χρονος σήμερα Μισούστιν θα έχει αρκούντως δοκιμαστεί στα τρία χρόνια, που απομένουν ως την κρίσιμη ημερομηνία του 2024, θα έχει όλες τις απαραίτητες εμπειρίες και όλο το απαιτούμενο κύρος για να καταστεί, αν έτσι αποφασιστεί, διάδοχος του Β.Πούτιν, ο οποίος μάλλον θα προτιμούσε έναν πιο συμβολικό ρόλο εγγυητή-Τενγκ Σιαοπίνγκ για τον εαυτό του. Δεν λείπουν, φυσικά και οι γνώμες, ότι το παιχνίδι είναι ακόμη ανοικτό και ότι ο Ρώσος ηγέτης διαθέτει και άλλες «μυστικές εφεδρείες» από τις οποίες, αν χρειαστεί, θα μπορούσε να αντλήσει υποψηφίους-εκπλήξεις για την ταχύτατα επερχόμενη και βιολογικά αναγκαστική ανανέωση μεγάλου μέρους της προβεβλημένης ηγεσίας του ρωσικού κράτους. 

Γιατί, άλλωστε, όπως διδάσκει η εμπειρία της Ρωσίας και πολλών μετασοβιετικών χωρών – δυσκολεύομαι να περιγράψω την έκταση του φαινομένου σε χώρες, που γνωρίζω λιγότερο – ό,τι δεν προλάβουν να «στήσουν» οι ρωσικές και «ντόπιες» μυστικές υπηρεσίες σε συνεννόηση με τις κυβερνώσες ελίτ, προλαβαίνουν να το «στήσουν» ξένες μυστικές υπηρεσίες, στο όνομα πάντοτε της καημένης της Δημοκρατίας και προς το συμφέρον, φυσικά, των δικών τους χωρών. Οι επαναλαμβανόμενες (μέχρι να πετύχουν) «έγχρωμες επαναστάσεις» για παράδειγμα στην Ουκρανία, στη Γεωργία και το πρόσφατο παράδειγμα της Λευκορωσίας, αποκαλύπτουν πολλά για το τι είδους μάχες γεωπολιτικής επιρροής αναμένεται να ακολουθήσουν…

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

ΗΠΑ: Παράταση του μορατόριουμ στις εξώσεις ζητά η Πελόζι από τον Λευκό Οίκο

Υπόθεση Craig Murray: Το Στέμμα δεν συγχωρεί όσους μιλούν πολύ…

Κρήτη: Συλλήψεις για πλαστογραφία και ναρκωτικά

Τριπλάσια τα θύματα πλημμυρών στην κεντρική Κίνα

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα