ΑΘΗΝΑ
23:07
|
22.05.2022
Εκνευρισμός, αν όχι οργή, για το Νόμπελ Ειρήνης μετά την διάψευση του ενδεχομένου περί απόδοσής του σε Ναβάλνι και πιθανώς Τιχανόφσκαγια.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Δεν κρύβεται ο εκνευρισμός, αν όχι η οργή των ακραίων φιλοδυτικών στις γραμμές της ρωσικής (που λέει ο λόγος) αντιπολίτευσης, γιατί το Νόμπελ Ειρήνης απονεμήθηκε “σολομώντεια” στον γνωστό δημοσιογράφο Ντμίτρι Μουράτοφ, τον 60χρονο διευθυντή και μέτοχο της “Νόβαγια Γκαζιέτα” (Νέας Εφημερίδας). Ήταν τόσο βέβαιοι ότι θα δινόταν στον Αλεξέι Ναβάλνι και πιθανώς θα το μοιραζόταν με την Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια – τον Γουαϊδό, σαν να λέμε, της Λευκορωσίας. Κάποιοι μάλιστα καλούν τον Μουράτοφ, αν έχει αξιοπρέπεια και συνείδηση, να μην αποδεχθεί το βραβείο, που απονέμεται για τρίτη φορά σε Ρώσο (οι δυο προηγούμενοι ήταν ο Σοβιετικός αντικαθεστωτικός Αντρέι Σάχαροφ, ή Ζαχάροφ όπως λανθασμένα έχει επικρατήσει, το 1975 και ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ το 1990, τελευταίος πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης, ένα χρόνο πριν αυτή διαλυθεί).

Την ίδια διαπίστωση κάνει ως και η ρωσική υπηρεσία του BBC, κομβικό μέσο ενημέρωσης για τη φιλελεύθερη, φιλοδυτική αντιπολίτευση της Ρωσίας, με τον κεντρικό τίτλο της: “Το Κρεμλίνο συγχαίρει, η αντιπολίτευση δυσανασχετεί”. Ένα μάλιστα από τα επιχειρήματα των φιλοδυτικών επικριτών της βράβευσης Μουράτοφ είναι ότι τώρα το Κρεμλίνο θα επιχαίρει, γιατί αποδεικνύεται ότι υπάρχουν και λειτουργούν στη Ρωσία μέσα ενημέρωσης επικριτικά προς την εξουσία και τον Βλαντίμιρ Πούτιν και μάλιστα οι διευθυντές τους από τη στιγμή της ίδρυσής τους σχεδόν, χαίρουν άκρας υγείας.

Ο επί χρόνια διευθυντής της ρωσικής υπηρεσίας του BBC Κονσταντίν Έγκερτ έφθασε πάντως να υποστηρίξει (υπονοώντας “ρωσικό δάκτυλο”;) ότι υπεύθυνοι για την απώλεια του βραβείου Νόμπελ από τον Ναβάλνι είναι δυο αριστεροί Αμερικανοί δημοσιογράφοι, ο Ααρών Ματέ, του πασίγνωστου παγκοσμίως Greyzone και η Αικατερίνη Ντουμποβίτσκαγια, ακτιβίστρια στη Νέα Υόρκη, που είναι γνωστή στο Twitter ως Katya @kazbek, οι οποίοι “τρόμαξαν” τη συντηρητική νορβηγική επιτροπή των Νόμπελ με την προβολή παλαιότερων εθνικιστικών απόψεων του Ναβάλνι, που του στοίχισαν και την ολιγόμηνη αφαίρεση του τίτλου του “κρατούμενου συνείδησης” από τη Διεθνή Αμνηστία.

Στο δημόσιο διάλογο στη Ρωσία συμμετέχουν και υπερασπιστές του Μουράτοφ, που κατακεραυνώνουν όσους αμφισβητούν την ακεραιότητά του, λέγοντας ότι επανειλημμένως η “Νόβαγια Γκαζιέτα” έχει γράψει για τις στημένες από κρατικές υπηρεσίες διώξεις, που έχουν προφανή στόχο να βγάλουν από το πολιτικό παιχνίδι τον Ναβάλνι με διοικητικά-δικαστικά μέσα, μια επιδίωξη που σχεδόν ομολογούν και “νομιμοποιούν” αξιωματούχοι του ρωσικού κράτους, περιγράφοντας επανειλημμένως τον έγκλειστο ως πρωταγωνιστή ενός στημένου από δυτικές μυστικές υπηρεσίες και λίαν αμφιλεγόμενου σκανδάλου δηλητηρίασης και προπαντός παρουσιάζοντας πειστήρια ότι ο ίδιος, οι συνεργάτες και οι οργανώσεις τους αποτελούν εργαλείο πολιτικής επιρροής ξένων κυβερνήσεων και χρηματοδοτούμενα έξωθεν υποχείριά τους.

Άλλωστε αυτή φαίνεται πως είναι και η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ Μουράτοφ και Ναβάλνι: ο πρώτος έχει επανειλημμένως δηλώσει πως η εφημερίδα και οι δραστηριότητές του είναι το δικό του εργαλείο για την αλλαγή του κόσμου, ότι δεν έχει και δεν σκοπεύει να μεταβεί πουθενά στο εξωτερικό, όπως συνηθίζει εύκολα να πράττει στην ιστορία της η ρωσική αντιπολίτευση, και εργάζεται υπερασπιζόμενος τις σχεδόν πάντα αντίθετες με το σημερινό Κρεμλίνο απόψεις του, υποστηρίζοντας δραστήρια το πιο παλιό και γνωστό κόμμα της φιλελεύθερης διανόησης στη Ρωσία, το “Γιάμπλακο” (Μήλο), που ίδρυσε ο οικονομολόγος Γκριγκόρι Γιαβλίνσκι και υποστήριξε επανειλημμένως η εμβληματική μορφή του 90χρονου σήμερα Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Παρ’ όλη την εμβληματικότητά του, πάντως, το κόμμα του “Γιάμπλακο” συγκέντρωσε στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές 17-19 Σεπτεμβρίου μόλις το 1,34%, χωρίς να κατορθώσει να εκπροσωπηθεί στην Κρατική Δούμα (Κάτω Βουλή) ενώ και ο ίδιος ο Γκορμπατσόφ, όταν είχε συμμετάσχει ως υποψήφιος πρόεδρος στις εκλογές του 1996, πρώτη και τελευταία φορά μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και μάλιστα ένα χρόνο πριν τη διαφήμιση της Pizza Hut, η οποία μάλλον δεν θα του προσέθετε ψήφους και συμπάθειες, είχε συγκεντρώσει μόλις το 0,51%… Ο Γκορμπατσόφ συνεχάρη τον “εξαιρετικό, θαρραλέο, έντιμο άνθρωπο, δημοσιογράφο και φίλο μου Ντμίτρι Μουράτοφ” και τον καλωσόρισε στην παρέα των τιμηθέντων με το βραβείο, που ενισχύει κατ’ αυτόν τον τρόπο τη σημασία του Τύπου παγκοσμίως.

Δεν είναι πάντως μόνο ο Γκορμπατσόφ ανάμεσα στους χαρούμενους για την επιλογή του Μουράτοφ. Εκτός από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, συνεχάρη τον κατά γενική ομολογία έντιμο δημοσιογράφο και ο πρέσβης των ΗΠΑ στη Μόσχα, άλλη μια κομβική εκ των πραγμάτων φιγούρα για μέρος της φιλοδυτικής ρωσικής αντιπολίτευσης, έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε, κληρονομώντας τα καλά και τα κακά των αντικαθεστωτικών της σοβιετικής εποχής. “Συγχαίρω τον φίλο μου Ντμίτρι Μουράντοφ από τη Νόβαγια Γκαζιέτα για την απονομή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης γιατί λέει την αλήθεια στις αρχές της Ρωσίας. Η ελευθερία του Τύπου είναι εξαιρετικά σημαντική παντού και εδώ είναι σημαντική όσο ποτέ. Άριστη δουλειά, Ντμίτρι”, έγραψε στο μήνυμά του ο πρέσβης Τζο Σάλιβαν, ο οποίος σοφά πράττοντας δεν επεκτάθηκε και πολύ, γιατί κάποιος θα μπορούσε να τον ρωτήσει αφού είναι τόσος ο πόνος της αμερικανικής κυβέρνησης για την ελευθερία του Τύπου, γιατί συνεχίζει να διώκει, για παράδειγμα, τον Τζούλιαν Ασάνζ, ο οποίος αποκάλυψε εγκλήματα πολέμου και βασανιστήρια; Μήπως γιατί τα διέπραττε ο αμερικανικός στρατός και η κυβέρνησή του μαζί με τους συμμάχους της σήμερα τον εκδικείται;

Ο Μουράτοφ δήλωσε με σεμνότητα ότι το βραβείο Νόμπελ δεν ανήκει στον ίδιο, αλλά σε όλη τη Σύνταξη της ιστορικής εφημερίδας του και στους τουλάχιστον έξι δημοσιογράφους-συνεργάτες της “Νόβαγια Γκαζιέτα”, που δολοφονήθηκαν στα τριάντα περίπου χρόνια ύπαρξής της για δημοσιεύματά τους, αλλά και σε όσους σήμερα “κηρύσσονται ξένοι πράκτορες και ανεπιθύμητα στοιχεία”, με βάση τους πρόσφατους ρωσικούς νόμους, που (μιμούμενοι τους αντίστοιχους αμερικανικούς, είναι η αλήθεια) καθιστούν υποχρεωτική την αναγραφή στην ταυτότητα των μέσων ενημέρωσης, μη κυβερνητικών οργανώσεων, ιδρυμάτων κ.ο.κ. τη χρηματοδότησή τους από το εξωτερικό.

Την ίδια στιγμή, διατηρώντας τη “μέση οδό” μεταξύ ακραίων φιλοδυτικών και ρωσικής εξουσίας, ο Μουράτοφ συνεχίζει να λέει και να κάνει ενοχλητικά πράγματα όχι μόνο για το Κρεμλίνο, αλλά και για εκείνο το τμήμα της ρωσικής αντιπολίτευσης, το αφήγημα της οποίας έχει υιοθετηθεί ανεξέλεγκτα από τα mainstream διεθνή μέσα – φαντάζομαι όχι χωρίς κάποια πιο “κεντρική” ενθάρρυνση δυτικών κυβερνήσεων, που βρίσκουν πάντοτε τον τρόπο η “παρότρυνσή” τους να μην κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ούτε λογοκρισία, ούτε πληρωμένη, κατευθυνόμενη δημοσιογραφία… Κάτι σαν τα “αντικειμενικά” βραβεία Νόμπελ, δηλαδή.

Ο Μουράτοφ, λοιπόν, έχει για παράδειγμα δηλώσει από ένα ακόμη κομβικό αντιπολιτευόμενο μέσο, το ραδιοσταθμό “Ηχώ της Μόσχας”, ότι η μόνη λογοκρισία, που υφίσταται η εφημερίδα του είναι από τους αναγνώστες της και από τον ίδιο και αποφάσισε τώρα να διαθέσει μέρος της χρηματικής αμοιβής, που συνοδεύει το Νόμπελ, στο ρωσικό ίδρυμα “Κύκλος Καλοσύνης”, το οποίο βοηθά παιδιά με βαριές χρόνιες παθήσεις και δημιουργήθηκε μόλις φέτος με πρωτοβουλία του προέδρου Πούτιν από την πρόσθετη φορολόγηση των τραπεζικών τόκων όσων Ρώσων πολιτών έχουν επίσημα ετήσια εισοδήματα άνω των 5 εκατ. ρουβλίων (περίπου 58.000 ευρώ).

Η αδιάλειπτη ανθρωπιστική δραστηριότητα του Μουράτοφ είναι ίσως και ο λόγος, που του εξασφαλίζει αναγνωρισμένο κύρος σε όλες τις πτέρυγες της ρωσικής κοινωνίας, καθώς όλοι παραδέχονται ότι έχει βοηθήσει και διασώσει αμέτρητους ανθρώπους, που θα είχαν χαθεί ή ταλαιπωρηθεί πολύ περισσότερο από ακραία προβλήματα υγείας και τραυματικές περιπέτειες, όπως ο πολυαίμακτος πόλεμος στην Τσετσενία, που ξεκίνησε επί ενός ακόμη αγαπημένου στη Δύση “δημοκράτη”, του Μπαρίς Γέλτσιν και τερματίστηκε από τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Η “Νόβαγια Γκαζιέτα” βοήθησε πολλούς τραυματίες, αγνοούμενους, βασανισμένους στρατιώτες και μη και για να το πετύχει συνεργάστηκε προφανώς και με στελέχη των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών ή του στρατού και με αυτονομιστές αντάρτες και με διεθνείς οργανισμούς. Και αυτή είναι ίσως η πιο αδιαμφισβήτητη υπηρεσία της στη ρωσική κοινωνία.

Τα βραβεία Νόμπελ δεν είναι ενθάρρυνση, αλλά αποτίμηση παρελθόντος έργου, γράφει μεταξύ άλλων ο Αλεξάντρ Μπάουνοφ, αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας του Ιδρύματος Κάρνεγκι στη Μόσχα (Carnegie.ru) αναγνωρίζοντας, πάντως, έστω εμμέσως, και κάποιου είδους διεθνοπολιτική προβλεπτικότητα, που ενσωματώνουν. Όπως οι δηλώσεις του Πάπα της Ρώμης ή τα μουσικά βραβεία της Eurovision, θα έλεγα εγώ…

“Όταν το 2015 έπαιρνε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας η Σβετλάνα Αλεξιέβιτς από τη Λευκορωσία, ουδείς (;) μπορούσε να φανταστεί ότι μετά από πέντε χρόνια θα ξεσπούσαν στη χώρα διαμαρτυρίες τέτοιου μεγέθους και ότι ηγέτες τους θα ήταν δύο γυναίκες, η Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια και η Μαρία Κολέσνικοβα… Χώρες του μεγέθους της Λευκορωσίας δεν παίρνουν Νόμπελ κάθε πέντε χρόνια”, γράφει ο Μπάουνοφ (με το ερωτηματικό της αμφιβολίας για το πόσο απρόβλεπτες και αυθόρμητες ήταν οι διαδηλώσεις στη Λευκορωσία δικό μου).

Πολύ χειρότερη γνώμη για τα “ανθρωπιστικά” βραβεία Νόμπελ έχουν άλλοι Ρώσοι σχολιαστές, όπως ο Αλεξέι Πουσκόφ, γνωστός διεθνολόγος δημοσιογράφος, γερουσιαστής σήμερα, που εκτιμά ότι έχουν καταστεί πλέον “αμιγώς πολιτικό εργαλείο και απονέμονται σε εκείνους, που οι απόψεις τους είναι συμπαθείς στην επιτροπή των Νόμπελ και εν γένει στη δυτική φιλελεύθερη ελίτ”.

Από την ηγεσία της Τσετσενίας, με τον πόλεμο στην οποία ασχολήθηκε και συνεχίζει να ασχολείται επανειλημμένως η “Νόβαγια Γκαζιέτα”, προήλθε το αιχμηρό σχόλιο ότι “το βραβείο δόθηκε στον Μουράτοφ για τα ψέματα, που έχει πει για τον τσετσενικό λαό και για τη συμβολή του στη διάλυση της Ρωσίας”. Επομένως και οι δυσαρεστημένοι ανήκουν σε όλα ανεξαιρέτως τα ρεύματα απόψεων στη Ρωσία. Ειδικά οι φιλοδυτικοί, όμως, έχουν ακόμη μια ελπίδα ως τις κομβικές προεδρικές εκλογές του 2024, όπου και θα κριθεί αν η ομάδα Πούτιν και διαδόχων του θα διατηρήσει τον έλεγχο της χώρας ή θα πάρει τη ρεβάνς η φιλοδυτική παράταξη, όπως πολύ θα ήθελαν και εργάζονται επιμελώς γι’ αυτό, χωρίς να το κρύβουν και με όλα τα διαθέσιμα μέσα, οι κυβερνήσεις μεγάλων χωρών, ΗΠΑ και Ε.Ε.

Αν η ελπίδα του Νόμπελ Ειρήνης χάθηκε για Ναβάλνι, Τιχανόφσκαγια και Κολέσνικοβα, υπάρχει πάντα ο διαγωνισμός τραγουδιού της Eurovision…

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Εκατοντάδες εκκενώθηκαν λόγω πλημμυρών στην Νότια Αφρική

Οι Χούθι δεν είναι ενάντια στην επέκταση της εκεχειρίας στην Υεμένη

Η Ουκρανία αποσύρεται από πολλές συμφωνίες της ΚΑΚ

Ηλιόπουλος: «Επικοινωνιακή φούσκα» τα μέτρα για το ρεύμα

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα