Δαιμονοποιώ (ρημ. παθ. μορφή Δαιμονοποιούμαι): προβάλλω αδίκως (εν μέρει ή και ολοκληρωτικά) σε ένα παράγοντα όλες τις ευθύνες για τα προσωπικά ή κοινωνικά δεινά και καθώς του μεταβιβάζω με μεταφυσικό τρόπο το σύνολο των ευθυνών, απαλλάσσω από αυτές τους κυρίως υπεύθυνους (τον εαυτό μου ή εκείνους με τους οποίους δεν έχω τις ψυχικές ή υλικές δυνάμεις να συγκρουστώ).
Σκίτσο του Γιάννη Κούτρη για το κύμα ακρίβειας στις τιμές των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων.
14.
06.
26
