ΑΘΗΝΑ
10:37
|
29.02.2024
Τα άμεσα διακυβεύματα του επανεκλεγέντος Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Οι προηγούμενοι ελιγμοί του μεταξύ Ευρώπης, Ρωσίας και Κίνας θα είναι πλέον εξαιρετικά δυσχερείς.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Στις διπλές εκλογές που έγιναν στη Σερβία την Κυριακή 3 Απριλίου, στις μεν προεδρικές εκλογές, ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς (Александар Вучић / Aleksandar Vučić, γ. το 1970) επανεξελέγη πρόεδρος της Σερβίας, κερδίζοντας περί το 58,5% των ψήφων· στις δε βουλευτικές εκλογές το κόμμα του, το «Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα», κέρδισε επίσης με 42,9% των ψήφων. Αισθητή έκανε την παρουσία του ο Ζντράβκο Πόνος (Здравко Понош /Zdravko Ponoš, γ. το 1962), πρώην διπλωμάτης και στρατηγός, ο οποίος έλαβε 18,3% στις προεδρικές εκλογές, ενώ ο συνασπισμός του «Ενωμένοι για τη Νίκη της Σερβίας» έλαβε 13,6% στις βουλευτικές εκλογές. Αν και η διαφορά μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων είναι μεγάλη στην επικράτεια, είναι πολύ μικρότερη στην πρωτεύουσα του Βελιγραδίου. Την τρίτη θέση κατέλαβε με 11,47% το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο έχει πάντως παράδοση συνεργασίας με το κυβερνών «Προοδευτικό Κόμμα» του Αλεξάνταρ Βούτσιτς.

Οικολογικά και πατριωτικά τα νεοεισαχθέντα κόμματα στη Βουλή

Αίσθηση προκάλεσε επίσης η είσοδος του οικολογικού συνασπισμού«Moramo» (= Οφείλουμε) στη Βουλή με 4,65%, η οποία αποδίδεται στο γεγονός ότι οι εκτεταμένες οικολογικές καταστροφές, που έχουν προκαλέσει επενδύσεις, όπως αυτές της Rio Tinto στα δάση της Δυτικής Σερβίας, έχουν οδηγήσει σε μία μεγάλη οικολογική ευαισθητοποίηση τη σερβική κοινωνία και διάθεση αντίστασης προς αντίστοιχες κυβερνητικές αποφάσεις.

Στο Κοινοβούλιο κατάφεραν επίσης να μπουν  τρία εθνικιστικά κόμματα («NADA» με 5,37%, «Dveri» με 3,82%, «Zavetnici» με 3,73%), μια εξέλιξη που δεν θεωρείται αναπάντεχη, δεδομένου ότι ο Βούτσιτς έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει το πατριωτικό κοινό, λόγω της ευρωπαϊστικής του στροφής. Οι ίδιοι οι τίτλοι των κομμάτων έχουν χαρακτηριστικές εθνικο-θρησκευτικές συνδηλώσεις, καθώς nada είναιη «ελπίδα», dveri είναι η «πύλη» και δη η «ωραία πύλη» της εκκλησίας, που ενώνει το ιερό με τον κυρίως ναό, ενώ zavetnici είναι οι «δεμένοι με τάμα, όρκο, διαθήκη ή υπόσχεση/ επαγγελία».  Ο ίδιος ο Βούτσιτς απέδωσε την είσοδο των εθνικιστικών κομμάτων στη Βουλή στον πόλεμο στην Ουκρανία. Και μπορεί να θεωρηθεί ότι όντως η αύξηση του φιλορωσισμού στη σερβική κοινωνία οδήγησε ένα μέρος των ψηφοφόρων μακριά από την κυβερνώσα παράταξη, που είναι ύποπτη για επαμφοτερίζουσα πολιτική, και πιο κοντά σε μικρότερα κόμματα με συνεπέστερες θέσεις. Τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα σημείωσαν αντιστοίχως πτώση με το βασικό αντιπολιτευόμενο κόμμα «Ενωμένοι για τη νίκη της Σερβίας» να λαμβάνει μόλις 13,6%, ενώ το Δημοκρατικό κόμμα του πρώην προέδρου Μπόρις Τάντιτς δεν μπήκε καν στη Βουλή. 

Καταγγελίες για αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος

Υπήρξαν εκτεταμένες αμφισβητήσεις του εκλογικού αποτελέσματος, οι οποίες περιλαμβάνουν πληθώρα κατηγοριών. Η μη κυβερνητική οργάνωση Crta, που παρακολουθούσε τη διεξαγωγή των εκλογών,ανέφερε παρατυπίες στο 5% των εκλογικών κέντρων, ενώ στο 12% των περιπτώσεων καταγγέλθηκαν ύποπτες δραστηριότητες εκτός των εκλογικών κέντρων (όπως λ.χ. το ότι δεν επετράπη σε πολίτες να ψηφίσουν μετά τις 20.00 το βράδυ, πιθανόν σκόπιμα). Η μη κυβερνητική οργάνωση Crta αναφέρθηκε επίσης: α) σε ύπαρξη παράλληλων εκλογικών καταλόγων σε εκλογικά κέντρα στο Βελιγράδι· β) σε λάθος ταυτοπροσωπίες·γ) σε βιαιοπραγίες, όταν έγιναν σχετικές παρατηρήσεις από τον πρόεδρο του «Κινήματος των Ελεύθερων Πολιτών», καθώς και δ) σε εξαγορά ψήφων από τα πλέον κοινωνικώς ευάλωτα κοινωνικά στρώματα ή και κοινωνικές και εθνικές μειονότητες. Ο αντιπολιτευόμενος «Συνασπισμός για την Ενωμένη Σερβία» κατήγγειλε ότι οι επιβραδύνσεις της εκλογικής διαδικασίας σε τοποθεσίες στο Βελιγράδι ήταν σκόπιμες, ώστε οι πολίτες να απογοητευτούν και να απόσχουν από την ψηφοφορία. Οι καταγγελλόμενες λαθροχειρίες ήταν κατά τον συνασπισμό αποφασιστικές κυρίως για τις βουλευτικές εκλογές για την κατοχύρωση καίριων εδρών στο Βελιγράδι. Σημειωτέον επίσης ότι οι Σέρβοι του Κοσσυφοπεδίου αντιμετώπισαν μεγάλες πρακτικές δυσκολίες στο να ψηφίσουν: Αποκλείστηκε η δυνατότητα να ψηφίσουν στο Κοσσυφοπέδιο· μεταφέρθηκαν ομαδικώς σε περιοχές βορειότερα, όπου έπρεπε να περιμένουν επί ώρες για να ψηφίσουν, προτού τους γυρίσουν πίσω. Η πρακτική αυτή σημαίνει μία ντε φάκτο αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου ως ανεξάρτητου κράτους από την κυβέρνηση Βούτσιτς, ακόμη κι αν δεν έχει αναγνωριστεί de jure.

Στις παραπάνω φερόμενες καταγγελίες πρέπει να προστεθεί το περισσότερο προφανές, ήτοι ότι η κυβέρνηση Βούτσιτς ελέγχει απολύτως σχεδόν την ολοκληρία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, καθώς και τον κρατικό μηχανισμό, τον οποίο έχει στελεχώσει με «επιτελικούς» του κυβερνώντος κόμματος. Ο Βούτσιτς είχε ατέλειωτο καθημερινό τηλεοπτικό χρόνο στα ΜΜΕ, παρουσιαζόμενος ως ένας «Σούπερμαν» χωρίς τον οποίο η Σερβία δεν θα είχε επιβιώσει. Κυβερνώντας από το 2012 είτε ως πρωθυπουργός, είτε ως Πρόεδρος (συν ως Υπουργός Εθνικής Άμυνας), ο Αλεξάνταρ Βούτσιτς έχει καταφέρει να στήσει το πρώτο προσωποπαγές καθεστώς στη Σερβία μετά την πτώση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς το 2000.

Προβληματισμοί για τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς παρά την επιτυχία

Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι παρά την επιβλητική νίκη του στις προεδρικές εκλογές, στις βουλευτικές εκλογές το Προοδευτικό κόμμα έπεσε από το 60,65% των τελευταίων εκλογών του 2020 (όπου όμως εκεί το μεγάλο ποσοστό οφειλόταν και στο μποϊκοτάζ της αντιπολίτευσης) στο 42,9% ή, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία, κατά 400.000 περίπου ψήφους απολύτως. Πού οφείλονται τόσο η επιτυχία όσο και η συγκριτική πτώση;

Καταρχάς, η επιτυχία του Αλεξάνταρ Βούτσιτς έγκειται στο ότι είναι άριστος χειριστής της εθνικιστικής ρητορείας, την ίδια στιγμή που ενθαρρύνει τις δυτικές επενδύσεις με οποιοδήποτε περιβαλλοντικό και ανθρώπινο κόστος. Μέχρι τώρα ο Βούτσιτς κατόρθωνε επίσης μία περίτεχνη εξισορρόπηση μεταξύ Δύσης, Ρωσίας και Κίνας, η οποία βεβαίως στο μέλλον θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Κινεζικές εταιρείες έχουν αναλάβει τα μεγαλύτερα σερβικά εργοστάσια επί των προηγούμενων κυβερνήσεων Βούτσιτς, ο οποίος επίσης διατηρεί τη φιλική ρητορική προς τη Ρωσία. Ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν επικροτεί την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, τον οποίο έσπευσε να συγχαρεί για την εκλογική του νίκη, τονίζοντας τη «στρατηγική συνεργασία» μεταξύ των δύο χωρών. Πρόκειται βεβαίως για δηλώσεις που είναι προφανείς και συνηθισμένες, δεδομένης της παραδοσιακής φιλίας Ρωσίας και Σερβίας.

Στο κοινοβούλιο πάντως μπήκαν τρία εθνικιστικά και φιλορωσικά κόμματα, ακριβώς επειδή ο Βούτσιτς έχει εγκαταλείψει τα αιτήματα του κοινού από το οποίο αναδείχθηκε στην αρχή της σταδιοδρομίας του. Και βεβαίως, όπως είδαμε, στο κοινοβούλιο έχουν μπει επίσης οι Πράσινοι Οικολόγοι, οι οποίοι έχουν ανεβάσει τα ποσοστά τους εξαιτίας των περιβαλλοντοκτόνων επενδύσεων, που έχουν εγκρίνει οι προηγούμενες κυβερνήσεις Βούτσιτς, όπως αυτές της Rio Tinto, καταστρέφοντας τα δάση της δυτικής Σερβίας.

Σε κάθε περίπτωση, το μέλλον της παρούσης κυβέρνησης Βούτσιτς κρίνεται πολύ δύσκολο έως αδιέξοδο, καθώς οι προηγούμενοι ελιγμοί του μεταξύ Ευρώπης, Ρωσίας και Κίνας θα είναι πλέον εξαιρετικά δυσχερείς. Αν ο Βούτσιτς επιλέξει να συσχηματιστεί με τον δρόμο των κυρώσεων προς τη Ρωσία, πέρα από τις δριμείες οικονομικές δυσκολίες ειδικά στον ενεργειακό τομέα, θα αντιμετωπίσει τη λαϊκή οργή και δυναμικές κινητοποιήσεις, τουλάχιστον σαν αυτές που τον ανάγκασαν πρόσφατα να αναστείλει τις επενδύσεις της Rio Tinto.

Ένα σχετικό άμεσο δίλημμα είναι αν ο Βούτσιτς θα επιλέξει να κυβερνήσει και πάλι σε συνεργασία με τους Σοσιαλιστές του Ίβιτσα Ντάτσιτς (Ивица Дачић /Ivica Dačić, γ. 1966), όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα. Οι «προοδευτικοί» του Βούτσιτς και οι «σοσιαλιστές» του Ντάτσιτς είναι δύο κόμματα από πολύ διαφορετικούς χώρους του ιδεολογικού φάσματος, τα οποία όμως έχουν δοκιμαστεί στη μακροχρόνια μεταξύ τους συνεργασία και στην επιτυχία τους να κάμπτουν τις αντιστάσεις των αντιπολιτευόμενων μπλοκ. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι αν το σοσιαλιστικό κόμμα είναι ιστορικώς το ίδιο με αυτό του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, ο νεαρός Αλεξάνταρ Βούτσιτς είχε ενταχθεί σε κυβέρνηση συνεργασίας υπό τον Μιλόσεβιτς ως υπουργός Πληροφόρησης το 1998.

Αν οι δύο συχνοί κυβερνητικοί εταίροι συνεργαστούν ξανά, ενδέχεται να προκύψουν τριβές ως προς τη θεωρούμενη ως ενδεδειγμένη στάση έναντι της Ρωσίας. Το Σοσιαλιστικό κόμμα δεν θα άντεχε πολιτικώς μία συναίνεση στις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, καθώς η βάση του είναι απολύτως φιλορωσική, ενώ το Προοδευτικό κόμμα του Βούτσιτς, αν και ιδεολογικώς φιλορωσικό, έχει δείξει ότι είναι ικανό για τους πιο απίθανους συμβιβασμούς και συναινέσεις.Τι θα πρυτανεύσει; Η δοκιμασμένη ικανότητα των δύο εταίρων να επιτυγχάνουν μεταξύ τους συμφωνίες ή μήπως το γεγονός ότι οι εξαιρετικοί καιροί στους οποίους εισήλθαμε αλλάζουν τα δεδομένα; Θεωρείται ότι οΒούτσιτς είναι πιθανόν να ακολουθήσει παρελκυστική πολιτική και να μη σχηματίσει γρήγορα νέα κυβέρνηση, προκειμένου να διαπιστωθεί η φορά των γεγονότων, η οποία και θα σχηματίσει την αντίστοιχη στάση των Σοσιαλιστών. Όμως οι πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναμένεται να είναι αφόρητες και ο Πρόεδρος Βούτσιτς θα περιέλθεισε αδιέξοδο.

Γιατί οι Σέρβοι απεχθάνονται τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας;

Η Σερβία είναι μία από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη που δεν έχει επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Η πίεση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ να συμμετάσχει η Σερβία στις κυρώσεις είναι ήδη πολύ μεγάλη και αναμένεται να ενταθεί σφοδρά, παρόλο που ως μη μέλος της Ε.Ε. η Σερβία δεν έχει νομική υποχρέωση να ακολουθήσει την κοινή εξωτερική πολιτική της. Αν η Σερβία συμμετείχε στις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας, δεν θα υπέφερε μόνο ως προς την απώλεια της συγκριτικά φτηνής ενέργειας που της προσπορίζει η Ρωσία. Το σημαντικότερο είναι ότι θα στρεφόταν ενάντια στον σημαντικότερο υποστηρικτή της στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ σχετικά με το Κοσσυφοπέδιο και την απόφαση 1244. Αυτό, όμως, θα δημιουργούσε και τρομακτικό εσωτερικό διχασμό στον σερβικό λαό, σε μια περίοδο που είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία η πολιτική σταθερότητα.

Υπάρχει,  όμως, και ένας άλλος λόγος που η Σερβία δεν μπορεί να συμμετάσχει στις κυρώσεις. Όπως παρατηρεί ο δημοσιογράφος Σλόμπονταν  Έριτς, διευθυντής της εφημερίδας Geopolitika, η Σερβία έχει υπάρξει η ίδια θύμα των δυτικών κυρώσεων με απολύτως καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για την οικονομία της, αλλά και για το σύστημα υγείας της, για τη δυνατότητα διατροφής του πληθυσμούκ.ο.κ. Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει τον σερβικό λαό σε μια νοοτροπία απέχθειας προς την πολιτική των κυρώσεων και σε μια θέληση να απέχει από αυτές σε οποιαδήποτε χώρα και αν απευθύνονται, πόσω μάλλον στην παραδοσιακώς φίλια Ρωσία.

Στις 30 Μαΐου 1992 με την Απόφαση 757 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είχαν επιβληθεί συντριπτικές κυρώσεις στη Σερβία που στη μεγαλύτερη έντασή τους κράτησαν ως το 1996. Βεβαίως, τότε μόνο η Κίνα είχε απόσχει, ενώ η Ρωσία είχε υπερψηφίσει, επρόκειτο, όμως, για το φιλοδυτικό καθεστώς Γιέλτσιν, πριν την άνοδο του Βλαντίμιρ Πούτιν στην εξουσία. Η Σερβία έχει σε κάθε περίπτωση τραγική εμπειρία του ότι οι κυρώσεις καταστρέφουν τον απλό λαό, οδηγώντας σε μαζικούς θανάτους. Μια τραγική περίπτωση που όλοι θυμούνται είναι τα 12 νεογνά στη Μπάνια Λούκα το 1992, τα οποία πέθαναν επειδή είχε επιβληθεί ζώνη απαγόρευσης πτήσεων και δεν μπορούσε να φτάσει οξυγόνο στο μαιευτήριο.Αντιθέτως, τα καθεστώτα κατά κανόνα ισχυροποιούνται από τις κυρώσεις, όπως συνέβη και με το καθεστώς Μιλόσεβιτς στη δεκαετία του 1990, αλλά αντιστοίχως και στο Ιράκ και αλλού. Ο σερβικός λαός δεν μπορεί επίσης να ξεχάσει πόσο έχει υποφέρει από τις κυρώσεις ο λαός τουΙράν και της Βενεζουέλας. Αλλά υπάρχει και εξαιρετικός προβληματισμός από το γεγονός ότι με απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης Βούτσιτς, η Σερβία είχε συμμετάσχει στις κυρώσεις κατά της Λευκορωσίας το 2021, μια απόφαση που δεν ήταν καθόλου δημοφιλής. Και αντιστρόφως ο σερβικός λαός είναι πολύ ευγνώμων προς χώρες που βοήθησαν στα χρόνια του εμπάργκο, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και με διαφορετικούς τρόπους και άλλες βαλκανικές χώρες και δεν θέλει με κανέναν τρόπο να βρεθεί από την «πλευρά της Ιστορίας» που επιβάλλει κυρώσεις.

Προς μια αναβίωση της πολιτικής των Αδεσμεύτων;

Είναι, όμως, ενδιαφέροντες και οι ιστορικοί παραλληλισμοί που κάνει ο αναλυτής Σλόμπονταν Έριτς στην ίδια  παρέμβασή του. Από την κοινοβουλευτική απόφαση της 26ης Δεκεμβρίου 2007 επί κυβερνήσεως Βόισλαβ Κοστούνιτσα, η Σερβία προσπαθεί να αυτοπροσδιοριστεί ως ουδέτερη, ένα είδος «Ελβετίας των Βαλκανίων». Η Σερβία θα μπορούσε σήμερα να φιλοδοξήσει να έχει μια παρόμοια ουδετερότητα, εμπορική και τραπεζική, ως μια όαση ελευθερίας, συνεχίζοντας τη γιουγκοσλαβική πολιτική των Αδεσμεύτων. Στο κίνημα των Αδεσμεύτων που εμβαθύνθηκε με τη Σύνοδο του Βελιγραδίου το 1961, πρωταγωνιστούσαν αφενός η Γιουγκοσλαβία και αφετέρου η Ινδία και οι αραβικές χώρες, δηλαδή οι χώρες που και σήμερα αρνούνται να τεθούν στη λεγόμενη «σωστή πλευρά της Ιστορίας», ενώ συμμετείχαν πολλές χώρες από την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Φαίνεται ότι κάθε Ψυχρός Πόλεμος παράγει τους δικούς του αδέσμευτους, και σήμερα σε μία εποχή εντονότατων πιέσεων να πάρουν οι χώρες θέση, είναι αναπόφευκτο να δημιουργηθεί ένα νέο αίτημα αδέσμευτης πολιτικής πέρα από υφιστάμενα μπλοκ. Στην Ευρώπη η Σερβία νιώθει κατ’ εξοχήν αυτήν την ανάγκη, όπως αντιστοίχως στην Ασία η Ινδία, μεταξύ πολλών άλλων χωρών.

Αλλά και, αντιστρόφως, οι Σέρβοι απορούν με το ότι οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι δεν δείχνουν απολύτως κανέναν σεβασμό για το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, αλλά παγώνουν λογαριασμούς επιχειρήσεων και ιδιωτών, κάτι που θα προσιδίαζε περισσότερο σε ολοκληρωτικό καθεστώς. Αν σήμερα δημεύονται περιουσίες απλώς και μόνο λόγω της εθνικότητας ορισμένων ατόμων, ποιος θα εμποδίσει αύριο να δημεύεται η περιουσία οποιουδήποτε έχει διαφορετική άποψη από το καθεστώς; Με το να αρνείται να παραδοθεί στην υστερία, στον νέο μακαρθισμό, με το να υπερασπίζεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και του ελεύθερου λόγου, η Σερβία αισθάνεται ότι υπερασπίζεται ευρωπαϊκές αξίες που έχουν φύγει από την ολοκληρωτική πλέον Ευρωπαϊκή Ένωση και τις υποστηρίζουν περισσότερο αυτοί που στιγματίζονται ως «εκτός Ευρώπης».

Συμπεράσματα

Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι υπήρξε αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος (επιπλέον της κραυγαλέας μιντιακής προπαγάνδας), η νίκη του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος έχει πετύχει να κατέχει έναν χώρο επιτήδειας επαμφοτερίζουσας στάσης μεταξύ Δύσης, Ρωσίας και Κίνας, δείχνει τις αδυναμίες στις οποίες θέτει την αντιπολίτευση: Είναι δύσκολο για κόμματα με αμιγώς φιλοευρωπαϊκό ή φιλορωσικό προσανατολισμό να κερδίσουν τις εκλογές στη Σερβία, οπότε η κατάκτηση και η νομή της κυβερνητικής εξουσίας έγκειται τόσο στο να εμπνευστεί ο λαός από νέες προτάσεις, -το οποίο προφανώς δεν συνέβη σε επαρκή βαθμό στις τελευταίες εκλογές-, όσο και στο να ευδοκιμούν με επιτυχία οι διακομματικές συνεργασίες, που και σε αυτό τα αντιπολιτευόμενα κόμματα δεν κέρδισαν.

Όμως τα δυσκολότερα έρχονται για τον νεοεκλεγέντα Βούτσιτς, καθώς η επαμφοτερίζουσα στάση, την οποία έχει καταστήσει άξονα της μακροημέρευσής του στην εξουσία, αποτελεί σήμερα και το αδιέξοδό του. Το ένα διακύβευμα είναι η οικολογική κρίση. Αν ο Βούτσιτς επιδείξει για πολλοστή φορά ένα υποκριτικό προσωπείο, επανεκκινώντας επενδύσεις τύπου Rio Tinto, θα συναντήσει δυναμικότατες αντιδράσεις από τον σερβικό λαό, όπως αυτές που συντάραξαν τους τελευταίους μήνες τη χώρα και τον ανάγκασαν να ανακρούσει πρύμναν. Αλλά είναι κυρίως στο ζήτημα των κυρώσεων, όπου βρίσκεται σε αδιέξοδο. Καθώς η μεν Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ ασκούν αφόρητες πιέσεις, που ενδέχεται να λάβουν δυναμικό χαρακτήρα σε ανοικτές γεωπολιτικές εκκρεμότητες της περιοχής· ο δε σερβικός λαός δεν θα ανεχτεί μια δριμεία οικονομική κρίση λόγω του ενεργειακού, αλλά κυρίωςδεν θα δεχτεί να βρεθεί στη «σωστή (;) πλευρά της Ιστορίας», αυτής των λαών του δυτικού (μέχρι πρότινος) κέντρου που κάνουν κυρώσεις και καταπνίγουν τους λαούς της περιφέρειας.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Γαλλία: «Πράσινο φως» από τη Γερουσία για τη συνταγματική κατοχύρωση της άμβλωσης

Ποινική ασυλία Τραμπ: Τον Απρίλιο στο Ανώτατο Δικαστήριο η υπόθεση

Οχτώ χώρες της Ε.Ε. προσέφυγαν κατά της Meta για την προστασία προσωπικών δεδομένων

Προκλητική κάλυψη του Κώστα Καραμανλή από τη Ντόρα Μπακογιάννη

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα