ΑΘΗΝΑ
01:11
|
21.06.2024
Οι απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα δεν μεταφράζονται όλες στη γλώσσα του ποινικού δικαίου.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ας μην υποκρινόμαστε πως δεν βλέπουμε τα προφανή: φυσικά οι αντιδράσεις για την αθώωση των τεσσάρων κατηγορουμένων αστυνομικών στη δίκη για τον φόνο του Ζακ Κωστόπουλου είναι δικαιολογημένες -και αυτές που εκφράστηκαν αμέσως με την εκφώνηση της απόφασης, και οι κινητοποιήσεις που ακολούθησαν την ίδια μέρα, και αυτές που ακόμη εκφράζονται στη δημόσια συζήτηση στον απόηχο της απόφασης.

Είναι δικαιολογημένες, γιατί απηχούν, σωστά, την αυξανόμενη δυσφορία για τη χρονίζουσα και διαιωνιζόμενη, δυστυχώς, κατάσταση απουσίας επαρκούς και πειστικής λογοδοσίας της αστυνομίας στην Ελλάδα. Δεν είναι ανάγκη εδώ να απαριθμήσουμε πάλι την ιστορική σωρεία των περιπτώσεων, στις οποίες καμία ευθύνη δεν αποδίδεται και καμία ουσιαστική διορθωτική πολιτική πρωτοβουλία δεν αναλαμβάνεται για την ανεπάρκεια και την αστοχία των ενεργειών του αστυνομικού προσωπικού -ας αρκεστούμε εδώ σε αυτή την κατηγορία περιπτώσεων μόνο.

Το σημαντικό δεδομένο το οποίο προέκυψε με την υπόθεση του Ζακ Κωστόπουλου είναι η αυξημένη δημοσιότητα που έλαβε το οπτικοακουστικό υλικό που κατέγραψε το φονικό καθώς εξελισσόταν. Όχι πως το υλικό αυτό περιείχε όλες τις απαντήσεις -κάθε άλλο. Άλλωστε, για πολλά ερωτήματα δεν προέκυψαν απαντήσεις ούτε από τη δικαστική διερεύνηση του περιστατικού. Ωστόσο, οι σημαντικότερες στιγμές της παρέμβασης της αστυνομίας και το πλαίσιο στο οποίο εκτυλίχθηκε αυτή η παρέμβαση καταγράφηκαν. Οι ενέργειες αυτές στη συνέχεια παρουσιάστηκαν και αναλύθηκαν ενώπιον της κοινής γνώμης με βάση αυτό το υλικό.

Η εξέλιξη αυτή είναι αναμφίβολα μια νίκη των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που κινητοποιήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση: πρωτοβουλίες όπως το παρατηρητήριο της δίκης, όπως συνέβη και προηγουμένως με τη δίκη για τη Χρυσή Αυγή, δημιουργούν νέα δεδομένα στο πεδίο της πληροφόρησης των πολιτών, εξέλιξη η οποία μπορεί να είναι και απαρχή κινητοποίησης και, κατ’ ευχήν, εξελίξεων σε πολιτικό και θεσμικό επίπεδο.

Κανένας δεν πρέπει να υποτιμά την πολιτική σημασία αυτής της εξέλιξης -με τον ίδιο τρόπο που κάποιος δεν θα πρέπει να υποτιμά την πιθανότητα η υπόθεση του φόνου του Ζακ Κωστόπουλου να είχε μια τελείως διαφορετική τροπή, ακόμη και, για να το πούμε σκληρά, να είχε μείνει στα «αζήτητα», ανεξάρτητα από το κουράγιο, την επιμονή και τους κόπους της οικογένειας και των νομικών παραστατών της υποστήριξης της κατηγορίας. Δεν θα ήταν, δυστυχώς, η πρώτη φορά. Ποιος δεν θυμάται το αρχικό «μασάζ» της είδησης, με το οποίο επιχειρήθηκε να συγκροτηθεί ένα ορισμένο αφήγημα για τον «ληστή», το «πρεζόνι», τους αγανακτισμένους πολίτες που πήραν το νόμο στα χέρια τους; Αυτή η εικόνα όμως ανατράπηκε από την αυξημένη δημοσιότητα, την οποία πήρε, και την ανάλυση στην οποία υποβλήθηκε η οπτικοακουστική καταγραφή του περιστατικού‚ και βεβαίως η εικόνα κατέπεσε πλήρως και στο δικαστήριο.

Το υλικό αυτό αποτύπωσε τις ανεπάρκειες και τις αστοχίες των ενεργειών της αστυνομίας, όπως τη χαοτική διαχείριση της σκηνής του εγκλήματος, την απουσία συντονισμού και συγκέντρωσης στις ενέργειες των παρόντων αστυνομικών, την παρεμβολή τρίτων προσώπων την ίδια στιγμή των αστυνομικών ενεργειών και βεβαίως την αντιμετώπιση του ίδιου του αιμόφυρτου Κωστόπουλου ως «επικίνδυνου» δράστη από την ομάδα των αστυνομικών που, ήδη ημιθανή, τον «ακινητοποίησαν» και τον συνέλαβαν. Οι ενέργειες αυτές έχουν βέβαια μια νομική, αλλά και μια διαδικαστική, για να το πούμε έτσι, διάσταση.

Για παράδειγμα, ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με την «ακινητοποίηση» του υπόπτου, η αποτελεσματική αυτοάμυνα είναι ένας μόνο παράγοντας, ο οποίος συνυπολογίζεται στον καθορισμό της φύσης και τη σειράς των ενεργειών του αστυνομικού υπαλλήλου. Το πρωταρχικό κριτήριο έχει να κάνει με τη χρήση της «απολύτως αναγκαίας βίας» κατά τη διάρκεια της σύλληψης, κάτι το οποίο είναι δύσκολο να εκφραστεί νομικά (ποιο ακριβώς είναι το «αναγκαίο» μέτρο αυτής της βίας;). Μετά την (σχετικά πρόσφατη) συνειδητοποίηση του πόσο διάχυτη και ανεξέλεγκτη μπορεί να είναι η αστυνομική βία, διεθνώς οι αστυνομικοί εκπαιδεύονται κατά κανόνα να εφαρμόζουν (όχι χωρίς αντιστάσεις) κάτι το οποίο είναι γνωστό ως «συνεχές ισχύος» (“force continuum”). Το σχήμα αυτό επιχειρεί, σύμφωνα με τη φιλελεύθερου τύπου φιλοδοξία που εμπεριέχει, να αντιστοιχίσει την αντίσταση ή τον κίνδυνο που δημιουργεί η συμπεριφορά του υπόπτου με την ένταση της βίας και τα σχετικά μέσα τα οποία μπορεί να επιλέξει ο αστυνομικός υπάλληλος. Αυτά τα τελευταία μπορεί έτσι να περιλαμβάνουν ανάλογα μέσα από τη λεκτική εντολή ως τη χρήση θανάσιμης βίας (με πυροβόλο όπλο κτλ.). Από την εφαρμογή αυτού του «συνεχούς ισχύος» προκύπτει έτσι και μια αρχική εκτίμηση για το εάν έχει συντρέξει άσκηση υπέρμετρης βίας, σημείο στο οποίο είναι ανοιχτός πλέον ο δρόμος για την απόδοση της ποινικής ευθύνης.

Τώρα, ιδίως σε σχέση με τη «διαδικαστική» αυτή διάσταση των ενεργειών των αστυνομικών, υπάρχει η αρνητική, με δριμύ τρόπο, αξιολόγηση της ίδιας της αστυνομίας υπηρεσιακά, όπως προκύπτει από το πόρισμα της Ε.Δ.Ε., η οποία διενεργήθηκε μετά το περιστατικό. Γενικότερα μιλώντας, ίσως θα έπρεπε να είναι αντικείμενο πολιτικής διεκδίκησης και συζήτησης το ουσιαστικό μέρος τέτοιων πορισμάτων να παίρνει δημοσιότητα ως μέρος της διαδικασίας δημόσιας λογοδοσίας της αστυνομίας. Το συγκεκριμένο πόρισμα μνημονεύτηκε κουτσουρεμένα και στην ποινική δίκη, και οι σχετικές αναφορές επιβεβαίωσαν τα προφανή προβλήματα που αποτύπωσαν οι κάμερες των παρευρισκομένων στο περιστατικό.

Ωστόσο, το εάν όλα αυτά αντιστοιχούν σε ποινική ευθύνη είναι διαφορετικής τάξεως ζήτημα. Το ποινικό δίκαιο είναι ένας ειδικός μηχανισμός απόδοσης ατομικής ευθύνης, ο οποίος έχει και μια τεχνική νομική διάσταση, η οποία δεν είναι πάντα προσβάσιμη και κατανοητή σε κάθε πολίτη (αν και θα έπρεπε). Πέρα από το ότι είναι πολλές φορές αβέβαιο τι μπορεί να συμβεί σε μία ποινική δίκη, πάντως μια αθώωση ή μια καταδίκη σε ένα ποινικό δικαστήριο μιλάει πρώτα απ’ όλα αυτή την ειδική γλώσσα του ποινικού δικαίου.

Αντίθετα, η «διαδικαστική» διάσταση των ενεργειών της αστυνομίας, η οποία αποτυπώνεται στην εκπαίδευση των αστυνομικών, σε κανονισμούς, εγκυκλίους, συστήματα εργασίας, έχει να κάνει με ουσιαστικές και βαθύτατα πολιτικές επιλογές για το ρόλο και τη λειτουργία της αστυνομίας. Πρόκειται για την αποτύπωση κοινωνικών, πολιτικών ακόμη και ηθικών προβλημάτων και διλημμάτων, τα οποία όλα έχουν να κάνουν με το ερώτημα «τι δουλειά θέλουμε να κάνει η αστυνομία;». Οι απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα δεν μεταφράζονται όλες στη γλώσσα του ποινικού δικαίου – και σε μια φιλελεύθερη κοινωνία δεν θα πρέπει κιόλας να μεταφράζονται στη γλώσσα του ποινικού δικαίου. Αντίθετα, όλες αυτές οι απαντήσεις διατυπώνονται πρώτα απ’ όλα στη γλώσσα της πολιτικής: της οργάνωσης, της διεκδίκησης, της διαμαρτυρίας, ακόμη και της σύγκρουσης. Η γλώσσα αυτή μιλιέται στο πεδίο της ανοιχτής πολιτικής δράσης, ενώ η γλώσσα του ποινικού δικαίου είναι πάντα φορέας του λόγου της κρατικής εξουσίας και της καταστολής που πάει χέρι-χέρι με αυτόν τον λόγο.

Με όλα αυτά δεν θέλω να πω πως μια καταδίκη ποινικά κατηγορουμένων αστυνομικών, όταν συμβαίνει, δεν είναι, ίσως, και μια κάποιου είδους δικαίωση για όσους υφίστανται την αστυνομική αυθαιρεσία και βία. Νομίζω, ωστόσο, πως είναι λάθος να ταυτίζονται το αντικείμενο και η έκβαση μιας ποινικής δίκης με το ευρύτερο πολιτικό διακύβευμα, το οποίο αφορά στο μεγάλο θεσμικό και πολιτικό πρόβλημα του ρόλου και της λειτουργίας της αστυνομίας στην Ελλάδα. Η αίσθηση, ή η ελπίδα ίσως, πως αυτό το διακύβευμα θα μπορούσε να κριθεί σε μια ποινική δίκη, από ένα ποινικό δικαστήριο, περισσότερο λέει κάτι για την αμηχανία και τη φτώχεια ακόμη της πολιτικής σκέψης και πράξης σε σχέση με τα κορυφαία προβλήματα πολιτικής και πολιτειακής τάξης, τα οποία συμπυκνώνει η θεσμική συγκρότηση, ο ρόλος και η πρακτική της αστυνομίας.

Θα ήταν πολιτικά ασυνεπές και άτοπο να επενδύεται η ελπίδα μιας πολιτικής αλλαγής στην έκβαση μιας ποινικής δίκης. Αντίθετα, περισσότερη ελπίδα, όπως άλλωστε μας δείχνουν κινήματα, όπως το Defund και το Black Lives Matter, υπάρχει στη δράση και τις πολιτικές νίκες μιας συνειδητά ευρείας πολιτικής κίνησης που επαγρυπνά για την υπεράσπιση και προώθηση των ζητημάτων των ελευθεριών, της ισότητας, της δημοκρατίας. Μιας πολιτικής κίνησης που αναλαμβάνει τελικά την ευθύνη που κυριαρχικά ανήκει στους πολίτες μιας δημοκρατικής κοινωνίας: να υπαγορεύσουν στην αστυνομία ποια ακριβώς είναι η δουλειά της.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Οι πέντε προκλήσεις του νέου Γ.Γ. του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε

Μπαράζ επαφών Κύπρου-Λιβάνου μετά τις απειλές Νασράλα

Σταϊκούρας: Τον Νοέμβριο η παράδοση του μετρό Θεσσαλονίκης

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω ο υποψήφιος Ρόμπερτ Φ. Κένεντι

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα