ΑΘΗΝΑ
05:47
|
31.01.2023
Αν η φύση απεχθάνεται το κενό, πού να δείτε τα αισθήματα για ένα παιχνίδι στη σκακιέρα που λήγει χωρίς νικητή.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η πρόσφατη viral φωτογραφία των Ρονάλντο και Μέσι φέρνει εμμέσως στο φως ένα μείζον ζήτημα της σκακιστικής φιλολογίας: το διαβόητο «μίσος για την ισοπαλία».  

Η φωτογραφία που έβγαλε η Άνι Λίμποβιτς για την καμπάνια της Louis Vuitton υπό τον γενικό τίτλο «Victory is a state of mind» έγινε γρήγορα viral. Ο λόγος δεν ήταν απλώς ότι υπογράφεται από μια θρυλική φωτογράφο για έναν εμβληματικό οίκο, αλλά μάλλον περισσότερο επειδή λανσαρίστηκε στη δημοσιότητα μία ημέρα πριν την επίσημη έναρξη του –αμφιλεγόμενου– μουντιάλ στο Κατάρ και με την απαθανάτιση δύο κορυφαίων ποδοσφαιριστών: του Λιονέλ Μέσι και του Κριστιάνο Ρονάλντο. Ως εδώ τίποτα δεν προκαλεί εντύπωση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ωστόσο ότι στη φωτογραφία οι δύο ποδοσφαιριστές παίζουν μια παρτίδα σκάκι, χρησιμοποιώντας ως σκακιέρα τη θρυλική βαλίτσα της εταιρείας, με τη γνωστή καρό ύφανση.

Η επιλογή του σκακιού ως θεματικής όπου το διακύβευμα είναι η επικράτηση δεν είναι ασυνήθιστη. Πόσο μάλλον μετά τον «πυρετό του σκακιού» που πυροδότησε η τεράστια επιτυχία του Γκαμπί της Βασίλισσας. Από τότε το σκάκι κατακτά όλο και περισσότερο χώρο στις πρώτες σελίδες, με αρωγούς σ’ αυτό και τα διάφορα σκάνδαλα που κάνουν το κατά πολλούς βαρετό παιχνίδι λίγο πιο πιπεράτο. Φυσικά, όταν μιλάμε για μια ετικέτα σαν της Louis Vuitton, η επιλογή συνδέεται και με το κύρος του «βασιλικού παιχνιδιού». Το σκάκι παραδοσιακά προσλαμβάνεται ως εκλεπτυσμένη, κουλτουριάρικη δραστηριότητα. Η επιλογή έτσι ταυτίζεται με το αντίστοιχο κύρος της εταιρείας. Ένα ποδοσφαιρικό παπούτσι θα λέρωνε την ακριβή βαλίτσα, ενώ τα σκακιστικά κομμάτια τύπου Στόντον έχουν την ξύλινη υπογραφή ποιότητας που δεν υποβαθμίζει το διαφημιζόμενο προϊόν. Εύκολα θα μπορούσες να φανταστείς δίπλα ένα μολτ ουίσκι ή ένα ακριβό πούρο. Ομοίως και οι εικονιζόμενοι ποδοσφαιριστές εμφανίζονται με ένα κάζουαλ σικ ενδυματολογικό ύφος που τους καθιστά ταυτόχρονα προσβάσιμους, ώστε να επιτελείται η ταύτιση του κοινού τους, αλλά και εξιδανικευμένους, ώστε να αναδεικνύεται η μετουσιωτική επίδραση του προϊόντος. Η φωτογραφία δεν θέλει να πουλήσει αλλά να δείξει: να δείξει το κύρος μιας βαλίτσας όπου μόνο ανώτερα, ποιοτικά πράγματα συμβαίνουν πάνω της και όπου ακόμα και οι τύποι με τα περίεργα κουρέματα και τα τατουάζ αναβαθμίζονται από την αύρα του.

Μέχρι εδώ τίποτα το παράξενο και τίποτα το εξαιρετικό. Από τα εσώρουχα ως τα μπαστούνια για τον περίπατο της Κυριακής Εγγλέζου ξεπεσμένου αριστοκράτη, η αναπαραστατική λογική είναι ίδια. Το ενδιαφέρον ξεκινά αν προσπαθήσουμε να δούμε τη φωτογραφία από τη σκακιστική οπτική. Μιλώντας λίγο μετά το τέλος του λοκντάουν με έναν φίλο επαγγελματία σκακιστή, μου έλεγε πόσο πολύς κόσμος έμαθε σκάκι, κι έγινε και καλός, παίζοντας αποκλειστικά στον υπολογιστή. Και πρόσθεσε πόσο περίεργο είναι όταν αυτός ο κόσμος βρεθεί σε κανονική σκακιέρα. Το περίεργο είναι ότι θα πιάσει τα κομμάτια με περίεργο τρόπο. Έξυπνα ποιούντες οι άνθρωποι της Louis Vuitton δεν έχουν εντάξει την κίνηση στο κόνσεπτ – πιθανότατα για να τονίσουν τη στατική διάρκεια της βαθιάς σκέψης στην οποία βρίσκονται οι Μέσι και Ρονάλντο. Τα χέρια είναι κοντά στο κεφάλι, η περισυλλογή είναι μεγάλη, πλην και εμφανώς πεποιημένη. Η φωτογραφία είναι άλλη μια απόδειξη του ότι ο ρεαλισμός δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά ένας τρόπος αναπαράστασης με τις συγκεκριμένες κάθε φορά ιδεολογικές λειτουργίες του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η γωνία λήψης: μια σκακιστική φωτογραφία δεν λαμβάνεται υπό γωνία, καθώς αυτό υποβαθμίζει τη θέση της σκακιέρας. Εδώ ωστόσο το ελαφρώς έκκεντρο στοιχείο λειτουργεί οριοθετικά: μια βαλίτσα δεν είναι σκακιέρα, επομένως έχει περισσότερες από 8 γραμμές και στήλες. Η γωνία λήψης όπως και το χέρι του Μέσι βοηθούν στην περίφραξη του χώρου όπου συντελείται η μάχη, βοηθώντας τον θεατή να αντιληφθεί τα όρια της φανταστικής σκακιέρας.

Αυτό που είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον ωστόσο είναι η θέση που έχουν τοποθετηθεί οι πεσσοί στη βαλίτσα-σκακιέρα: φυσικά και μια τόσο ακριβή παραγωγή δεν θα άφηνε την τύχη να καθορίσει το αποτέλεσμα. Έκπληξη αποτελεί όμως πως δεν επιλέχθηκε μια πασίγνωστη θέση της σκακιστικής γραμματείας, αλλά μια σχετικά άγνωστη ανάμεσα στον παγκόσμιο πρωταθλητή Μάγκνους Κάρλσεν και έναν από τους κορυφαίους γκραν μετρ του κόσμου, τον Χικάρου Νακαμούρα. Στην εν λόγω παρτίδα, ο Μάγκνους Κάρσεν, που στη φωτογραφία «εκπροσωπείται» από τον Κριστιάνο Ρονάλντο, έχει μια υλική υπεροχή, η οποία ωστόσο έχει προκύψει για να επιτύχει ο Νακαμούρα μια φορσέ ισοπαλία με διαρκές σαχ της βασίλισσας. Η επιλογή των Κάρλσεν και Νακαμούρα εξηγήθηκε –και από τον ίδιο τον Κάρλσεν– με βάση την ποιότητα των παικτών και την ένταση της μεταξύ τους διαμάχης. Ρονάλντο και Μέσι (θεωρητικά) αποτελούν τους κορυφαίους ανταγωνιστές σ’ αυτό το Μουντιάλ – που θα ’ναι το τελευταίο της καριέρας τους. Αν και η αναλογία δεν είναι ολοκληρωτικά ακριβής, Μάγκνους και Χικάρου αποτελούν δύο εξίσου ισχυρούς «εχθρούς», παρόλο που ο δεύτερος ποτέ δεν έχει φτάσει, τουλάχιστον στο σκάκι κανονικού χρόνου σκέψης, να ανταγωνιστεί στα ίσα τον Κάρλσεν για το νο 1. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο συμβολισμός είναι σαφής.

Ο Κάρλσεν σχολιάζει τη φωτογραφία της Λουί Βιτόν:

Η επιλογή της ισοπαλίας όμως; Προφανής απάντηση είναι πως επιλέχθηκε επειδή η εταιρεία δεν ήθελε να πάρει θέση ανάμεσα στα δύο μεγάλα αστέρια του ποδοσφαίρου. Ποιος κορυφαίος αθλητής θα συμμετείχε στη διαφήμιση ενός προϊόντος που τον απεικονίζει να ηττάται; Ασχέτως όμως αν αυτή είναι η πρόθεση, ο συνδυασμός του σλόγκαν της καμπάνιας –Victory is a state of mind– και της έκβασης της παρτίδας –ισοπαλία– ανοίγει έναν δημιουργικό χώρο πρόσληψης της ισοπαλίας ως του γόνιμου αποτελέσματος της έως εσχάτων προσπάθειας των κορυφαίων να νικήσουν. Η αξία της ισοπαλίας προκύπτει από το επίπεδο των αντιπάλων. Αυτή η σκέψη μόνο προφανής δεν είναι και δεν μπορεί να φανεί η σημασία της αν δεν εξετάσει κανείς το βαθύ μίσος για την ισοπαλία που συνοδεύει το σκάκι από γενέσεως του.

Το μίσος για την ισοπαλία

Η γελοιογραφία απεικονίζει μία παρτίδα σκακιού. Οι παίκτες έχουν μακριές γενειάδες που φτάνουν ως το πάτωμα. Ο μοναδικός θεατής ομοίως. Το πάτωμα είναι γεμάτο με αποτσίγαρα. Αν δεν υπήρχε κανένα λεκτικό μέρος θα υπέθετε κανείς ότι εδώ σατιρίζεται ο αργός τρόπος που εξελίσσεται μια οποιαδήποτε παρτίδα. Από τις επιγραφές ωστόσο μαθαίνουμε ότι βρισκόμαστε στο Brooklyn Chess Club και ότι οι αντίπαλοι είναι ο Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα και ο Φρανκ Μάρσαλ. Το σκορ είναι 1-1, με άπειρες ισοπαλίες να παρεμβάλλονται. Ο ένας σκακιστής μόλις έχει ξαναπροτείνει ισοπαλία, ενώ ο θεατής, έχοντας αδειάσει τον σάκο με τα χρήματα που είχε διαθέσιμα για στοιχηματισμό, τους ζητάει να τελειώνουν καμιά ώρα, μπας και προλάβει τον ιππόδρομο.

Η γελοιογραφία είναι του C. W. Kahles και αναφέρεται στο ματς του 1909, το οποίο ανεπίσημα θα καθόριζε τον Πρωταθλητή Αμερικής. Ο Καπαμπλάνκα ήταν ο ανερχόμενος Κουβανός που προσπαθούσε να κατακτήσει το στάτους που θα του επέτρεπε να προκαλέσει τον Παγκόσμιο Πρωταθλητή, Εμάνουελ Λάσκερ. Ο Μάρσαλ εκπροσωπούσε την παλιά γενιά του σκακιού στον Νέο Κόσμο και ήθελε να διατηρήσει το κύρος του καλύτερου σκακιστή εκτός Ευρώπης. Αν και η μάχη έληξε με εύκολη επικράτηση του Καπαμπλάνκα, οι 8 συνολικά ισοπαλίες που μεσολάβησαν προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια του κοινού. Αυτήν τη δυσαρέσκεια εκφράζει η γελοιογραφία, βάζοντας τους σκακιστές σε προοπτική γήρανσης μέσα στο ματς – σε μια ατέρμονη συνέχεια μη δράσης.

Το ότι ο φόβος απέναντι στην ισοπαλία δεν ήταν και πολύ βάσιμος τεκμαίρεται από το γεγονός ότι η γελοιογραφία είχε την ατυχία να δημοσιευτεί αφού το ματς είχε τελειώσει. Παραμένει ωστόσο αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αυτός ο φόβος ήταν ριζωμένος στην αντιμετώπιση του σκακιού ήδη σε αυτό το, με τα σημερινά δεδομένα, πρώιμο στάδιο της ανάπτυξής του. Από αυτήν την οπτική η γελοιογραφία είναι προφητική: θα μπορούσε να περιγράφει το ματς ανάμεσα στον Ανατόλι Κάρποφ και τον Γκάρι Κασπάροφ που έληξε άδοξα, με άνωθεν παρέμβαση, ύστερα από έξι άγονους μήνες, με τον Κάρποφ να έχει χάσει 20 κιλά, το σκορ να είναι 5-3 και να έχουν σημειωθεί 40 (!) ισοπαλίες. Ή ακόμα χειρότερα το ματς του Κάρλσεν εναντίον του Καρουάνα, όπου για πρώτη φορά όλες οι παρτίδες κλασικού χρόνου σε ένα ματς για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα (12 εν προκειμένω) λήγουν ισόπαλες.

Αν το μίσος για την ισοπαλία διατρέχει τη σκακιστική ιστορία, δεν παύει να υπάρχει και μια αντίρροπη δύναμη που αναγνωρίζει εκεί ποιότητες και απαράβλητα στοιχεία της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Μ’ αυτήν τη λογική, οι συνεχείς ισοπαλίες στο ματς Καρμπόφ-Κασπάροφ είναι αυτές που επέτρεψαν στον νεαρό διεκδικητή να «ψηθεί», να δυναμώσει και να επανέλθει στο επόμενο ματς με το σθένος του Πρωταθλητή. Ή, παρόμοια, οι 12 ισοπαλίες στο ματς του Κάρλσεν με τον Καρουάνα δηλώνουν την ομορφιά του αγώνα για την προετοιμασία και την καινοτομία στο άνοιγμα, μια αναζήτηση της αλήθειας που δεν περιορίζεται στη σκακιέρα αλλά διατρέχει τη σκακιστική πρακτική σε όλο το εύρος του βίου του παίκτη.

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις του μίσους για την ισοπαλία βρίσκεται στο κλασικό πλέον βιβλίο του Ρέιμοντ Κιν Ο συνδυασμός στο σκάκι. Από τον Φιλιντόρ στον Καρπόφ. Εκεί, φτάνοντας ο Άγγλος γκραν μετρ στην περίπτωση του Τίγκραν Πετροσιάν και στην κατηγορία των συνδυασμών που οδηγούν σε φορσέ ισοπαλία, θα παρατηρήσει:

Ένα από τα κύρια γνωρίσματα του σύγχρονου επαγγελματικού σκακιού, που όμως δεν είναι πολύ γνωστό γιατί του λείπει η ελκυστικότητα, είναι το να θωρείται η ισοπαλία με τα Μαύρα ή από ελαφρά χειρότερη θέση σαν ένας μικρός θρίαμβος. Οι σύγχρονοι κορυφαίοι παίκτες έχουν μιαν υπερανεπτυγμένη αίσθηση του κινδύνου, που τους οδηγεί να επιδιώκουν ή να προσφέρουν ισοπαλία, όταν αισθάνονται έστω και ελαφρούς κινδύνους να τους απειλούν. Κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν ποτέ με τον Στάουντον ή τον Μόρφι, τον Άντερσεν, τον Στάινιτς ή τον Λάσκερ. Η ακόλουθη παρτίδα του Πετροσιάν [εναντίον του Άβερμπαχ, Πρωτάθλημα ΕΣΣΔ 1958], που έχει την περισσότερο οξυμένη και ιδιόμορφη αίσθηση του κινδύνου που ανέπτυξε ποτέ γκραν μετρ, δείχνει μια εκπληκτική τακτική σύλληψη, βαλμένη στην υπηρεσία μιας μάλλον μίζερης ιδέας. (Ρέιμον Κην, Ο συνδυασμός στο σκάκι. Από τον Φιλιντόρ στον Καρπώφ, μτφρ. Νίκος Σκαλκώτας, Κονιδάρης, Αθήνα 1978, σ. 137).

«Μια εκπληκτική τακτική σύλληψη, βαλμένη στην υπηρεσία μιας μάλλον μίζερης ιδέας»: το κατηγορητήριο είναι σκληρό και αμείλικτο, δεν παύει ωστόσο να εντυπωσιάζει η χρήση της λέξης «μίζερη», μια υποτίμηση που συνδυάζει ηθικές και αισθητικές ποιότητες, αποδίδοντας στην αναζήτηση της ισοπαλίας έναν τρόπο ζωής που ανακαλεί συνειρμικά κάτι μικροαστικό και δημοσιοϋπαλληλικό.

Ο Τίγκραν Πετροσιάν το 1973 H. Punt / ANEFO, via http://nationaalarchief.nl

Στον αντίποδα, ο συγγραφέας σκακιστικών εγχειριδίων Νιλ Μακντόναλντ θα επισημάνει στο εισαγωγικό βιβλίο του για το Γκαμπί της Βασίλισσας πως συχνά απουσιάζουν από τα εγχειρίδια εκείνες οι αμυντικές παρτίδες που διασφαλίζουν την ισοπαλία – και κατ’ επέκταση την εγκυρότητα μιας βαριάντας, επειδή κυριαρχούν οι παρτίδες όπου κάποιο λάθος πυροδοτεί τη δράση και τα πυροτεχνήματα. Αναλύοντας την παρτίδα Πετροσιάν-Σπάσκι από το τουρνουά της Σάντα Μόνικα του 1966, ο Μακντόναλντ αφού δείξει πώς ο Σπάσκι κατορθώνει να διαχειριστεί τα «κρεμασμένα» πιόνια του στο κέντρο και να σώσει μια στρατηγικά υποδεέστερη θέση θα παρατηρήσει:

Κάθε αναγνώστης που έχει διατρέξει τις συλλογές με τις καλύτερες παρτίδες του Πετροσιάν έχει δει πολυάριθμες περιπτώσεις λεπτεπίλεπτων στρατηγικών συντριβών. Πράγματι, κι ο ίδιος ο Φίσερ μιλούσε με θαυμασμό για το μοιραίο πυθωνικό αγκάλιασμα του πρώην Παγκόσμιου Πρωταθλητή.

Μια παρτίδα σαν αυτή, όπου ένας επίσης κορυφαίος σκακιστής σώζει τον εαυτό του με την σωστή αντεπίθεση την κατάλληλη στιγμή αγνοείται από τους συγγραφείς – μια γρήγορη ισοπαλία δεν θεωρείται αρκετά ενδιαφέρουσα. Κι είναι κρίμα, γιατί τέτοιες παρτίδες δεν μας διδάσκουν απλώς την τέχνη της άμυνας, αλλά τονίζουν ακόμα πιο εμφατικά το μεγαλείο του Πετροσιάν όταν καταφέρνει να πετύχει εκπληκτικές νίκες τεχνικού χαρακτήρα. (Neil McDonald, Starting Out: Quenn’s Gambit Declined, Everyman Chess, Λονδίνο 2006, σ. 40).

Καμία μιζέρια εδώ. Μόνο η συνειδητοποίηση ότι αυτό που φαντάζει βαρετό δεν είναι παρά το αποτέλεσμα έντονης διανοητικής δραστηριότητας, η εκτίμηση της οποίας απαιτεί μια προσπάθεια που ξεπερνά την ευκολία του θεάματος. Προεκτείνοντας τη θέση του Μακντόναλντ, θα μπορούσαμε να πούμε πως η ισοπαλία είναι η φυσιολογική συνθήκη ενώ η νίκη και η ήττα δεν είναι παρά παρεκκλίσεις που συμβαίνουν γιατί μεσολαβεί κάποιο λάθος, κάτι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.

Η ισοπαλία και το λάθος

Σε κάθε αφήγηση της σκακιστικής ιστορίας ένα όνομα τοποθετείται στο σημείο τομής μεταξύ παραδοσιακού και σύγχρονου σκακιού: ο Βίλχελμ Στάινιτς. Ο πρώτος επίσημος Παγκόσμιος Πρωταθλητής υπήρξε αυτός που σφράγισε το τέλος του ρομαντικού σκακιού. Ως τότε (και παρά τις λαμπρές εξαιρέσεις του Άγγλου Στόντον και του Αμερικανού Μέρφι) το σκάκι ήταν μια υπόθεση επίθεσης και θυσιών. Στα ανοίγματα κυριαρχούσαν τα γκαμπί και ο κάθε σκακιστής θεωρούσε υποχρέωσή του να επιτεθεί πάση θυσία – μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτός δε που θα βρισκόταν στην άτυχη θέση να δεχθεί την επίθεση όφειλε να αποδεχθεί κάθε θυσία του αντιπάλου: η άμυνα ήταν αποδοκιμαστέα ηθικά. Οι λαμπρές συνδυαστικές παρτίδες της εποχής χαρακτηρίζονται έτσι από την κατά βάση απουσία αντίστασης. Και η δυνατότητα της ισοπαλίας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη: ή η επίθεση θα πετύχαινε ή η αντεπίθεση, tertium non datur.

Ο Βίλχελμ Στάινιτς, ο πρώτος Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι

Η κοπερνίκεια επανάσταση του Στάινιτς υπήρξε η συνειδητοποίηση ενός κρίσιμου γεγονότος: η δυνατότητα της επίθεσης, και κατ’ επέκταση της νίκης, βασίζεται πάνω στην κεφαλαιοποίηση κάποιου προϋπάρχοντος λάθους του αντιπάλου. Πάνω σ’ αυτή την ιδέα ο Στάινιτς ανέπτυξε τη θεωρία του για το στρατηγικό παιχνίδι, σκοπός του οποίου είναι η θωράκιση της θέσης μέσα από τα πάγια χαρακτηριστικά της: τη δομή των πιονιών, τα ισχυρά και μη τετράγωνα που προκύπτουν, τις ανοικτές στήλες κ.λπ. Όσο πιο λογική σύμφωνα με τα στρατηγικά στοιχεία είναι η ανάπτυξη τόσο πιο εύκολο είναι να εκμεταλλευτεί κανείς το λάθος του αντιπάλου. Αντί να ορμά κανείς τυφλά στην επίθεση είναι προτιμότερο να δημιουργεί, αργά και μεθοδικά, τους όρους για την ομαλή εμφάνισή της. Βασισμένος σε αυτές τις αρχές, ο Στάινιτς πέτυχε συντριπτικές νίκες, προξενώντας την έκπληξη του να ανακύπτει μια επίθεση από ήσυχες θέσεις, χωρίς καν να καταλάβει ο αντίπαλος τι έγινε. Η διάδοση και εδραίωση των ιδεών του Στάινιτς έφερε την επικράτηση της κλασικής σχολής του σκακιού: έλεγχος του κέντρου με πιόνια, κατάληψή του δηλαδή, γρήγορη ανάπτυξη, αποφυγή αδυναμιών στον σκελετό των πιονιών. Η επικράτηση του κλασικού παραδείγματος πολλαπλασίασε και τον αριθμό των ισοπαλιών: όταν παίζουν όλοι έτσι δημιουργούνται συμμετρικές θέσεις όπου η πιθανότητα του λάθους μειώνεται στο ελάχιστο. Σε μια ακολουθία τέτοιων «σωστών» παρτίδων ξεκινά ο φόβος για το τέλος του παιχνιδιού: αν κανείς δεν κάνει λάθος και η ισοπαλία κυριαρχεί τι θα απογίνει το παιχνίδι; Και ο φόβος αυτός, αντανακλαστικά, μεταφέρεται στο μίσος για το αποτέλεσμα. Η ισοπαλία μάς δείχνει τα όρια της δημιουργικότητας, στο διάολο να πάει, λοιπόν!

Πάνω από εκατό χρόνια μετά, ο Εβγκένι Μπαρέεβ, με αφορμή το μεγάλο λάθος του Γκάρι Κασπάροφ στην 39η κίνηση της δεύτερης παρτίδας του ματς για το παγκόσμιο πρωτάθλημα εναντίον του Βλαντιμίρ Κράμνικ στο Λονδίνο το 2000, θα κάνει μερικές παρατηρήσεις για το λάθος και την ανθρώπινη φύση του. Ο Μπαρέεβ, «δεύτερος» του Κράμνικ το 2000, θα δώσει, μαζί με τον Ιλία Λεβιτόφ ένα από τα κορυφαία σύγχρονα σκακιστικά βιβλία, το Από το Λονδίνο στην Ελίστα. Το βιβλίο, πέρα από την περιγραφή των τριών παγκόσμιων πρωταθλημάτων που κατέκτησε ο Κράμνικ εναντίον του Κασπάροφ, του Λέκο και του Τοπάλοβ, διανθίζεται από μεγάλα στοχαστικά τμήματα, κανονική τροφή για σκέψη σχετικά με τη συνάφεια της σκακιστικής δραστηριότητας με άλλες σφαίρες του ανθρώπινου πολιτισμού. Μιλώντας για το λάθος, λοιπόν, ο Μπαρέεβ το αντιδιαστέλει με την κομπιουτερίστικη κανονικότητα της ακρίβειας. Το λάθος, το μεγάλο λάθος, η «πατάτα» που κρίνει την παρτίδα στο λεπτό είναι ίδιον του ανθρώπου, που παίζει και κουράζεται και μπορεί να πάθει ξαφνικά μπλακ άουτ. Από αυτήν την άποψη θα πρέπει να το δούμε με κατανόηση, γιατί εντέλει είναι αυτό που κάνει το παιχνίδι να παραμένει ζωντανό.

Προεκτείνοντας τους στοχασμούς του Στάινιτς και του Μπαρέεβ, μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια βασική πηγή του μίσους για την ισοπαλία στην καθήλωσή μας στο λάθος ως Λυδίας λίθου εντοπισμού της ανθρωπινότητας. Ο φόβος ότι μια ζωή «σωστή», τυπική, χωρίς στίγματα, παραλείψεις και πισωγυρίσματα είναι μια ζωή στεγνή και κομπιουτερίστικη, μια ζωή άνευρη και ανάξια να τη ζει κανείς διατρέχει όχι μόνο τη σκακιστική πρόσληψη του λάθους αλλά και την αντίληψη για το κοινωνικό εν συνόλω, αν κρίνουμε κι από τα μοτίβα περί καταραμένων καλλιτεχνών.

Η φωτογραφία της Louis Vuitton δίνει ένα έναυσμα να δούμε την ισοπαλία να κεντροποιείται με θετικό πρόσημο. Λιγότερο καταραμένα, περισσότερο πεζά. Μένει να δούμε αν η συγκεκριμένη βαλίτσα μπορεί να πάει μακριά.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Ποιος θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη Eurovision

Και στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, ο Ζελένσκι

Συντριβή Phantomََ: Ελπίζουν σε ένα θαύμα…

Οι Ιάπωνες δεν πήραν χαμπάρι τον Μητσοτάκη

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα