ΑΘΗΝΑ
05:33
|
03.03.2024
Αξιοθαύμαστο το πόσα πράγματα μπορεί να σκεφτεί εντός διλέπτου ένας άνθρωπος σε κρίση.
«Η σπασμένη κολόνα», Φρίντα Κάλο, 1944
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Την καλησπέρα μου σε όλες τις απελπιστικά αγανακτισμένες υπάρξεις.

Το χέρι της ήταν το πρώτο σημείο του σώματός της που ξεκίνησε να παραλύει. Είχε χωρίσει πριν από δύο εβδομάδες. Τα πράγματά του ήταν ακόμα στο σπίτι της. Η πετσέτα του μπάνιου μύριζε όπως εκείνος και στα σεντόνια μπορούσες ακόμα να βρεις τρίχες του. Μαδούσε ο συγχωρεμένος, σαν σκύλος. Τρεις μέρες πριν την είχε απολύσει ο μαλάκας από τη δουλειά. Δεν είχε γνωρίσει τέτοιο άτομο ποτέ στη ζωή της. Τσιγκουίνος, λαγομογάκι, κομπλεξάκιας αυτοαναφορικός, αριστερής κατά άλλα κοπής. Από κείνους τους τύπους που τους δίνεις το χέρι συντεινόμενη και πριν ανακαλύψεις πως σου λείπουν δυο δάχτυλα, τους ακούς να φωνάζουν: «Θα επιστραφούν επί λαοκρατίας».

Τα δάχτυλά της είχαν αγκυλώσει στην πόρτα του ψυγείου. Η αγκύλωση αυτή μεταφέρθηκε από το χέρι στον ώμο της και από κει στο κεφάλι. Σταδιακά σάμπως μέσα απ’ τη σπονδυλική στήλη η παράλυση προχώρησε σε όλα τα άκρα της. Έμεινε να κοιτάει το χέρι της στο ψυγείο. Φορούσε ακόμα το δαχτυλίδι της γιαγιάς της. «Σπίτι-Σχολή-Δουλειά-Σπίτι», αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της. Πράγματι αυτό ακριβώς έκανε η Μαρίνα, σε νευρωτικό βαθμό. Αποτέλεσμα; Στην αρχή έτριζε τα δόντια στον ύπνο. Μετά τα έσπαγε. Μετά ξεκίνησαν οι πόνοι στο σαγόνι και μετά της είπαν ότι έχει ινομυαλγία, ότι είναι ψυχοσωματικό και αυτοάνοσο και ότι σχετίζεται με το στρες και πως γι’ αυτό μουδιάζουν τα χέρια της. Δεν είναι καρδιακό. Μετά αυτό. Έμεινε εκεί με το χέρι στο χερούλι της κατάψυξης. Δεν είχε προλάβει να ανοίξει, να πάρει το παγωτό όπως σχεδίαζε προκειμένου να φάει την ίδια της απελπισία. Έμεινε εκεί με το χέρι στην πόρτα χωρίς να μπορεί να την ανοίξει. Ή να φύγει. Ή να νιώσει τους μύες του προσώπου της να συσπώνται όσο τα δάκρυα έσταζαν στις παντόφλες της. Έμεινε εκεί να κοιτάει το δαχτυλίδι και να σκέφτεται τη ΔΕΗ, το νοίκι, τον μαλάκα και κυρίως τη μοναξιά.

Θυμήθηκε πάλι τη γιαγιά. Η κυρά Λένη, ή μάλλον η «κυρά Λένιν», όπως την πείραζε, πέθανε με ένα μειδίαμα ειρωνικό. Το ‘χε παρατηρήσει αυτό όταν το βράδυ μετά τον θάνατό της, όσο πατέρας της διάβαζε την «προσευχή για τους κεκοιμημένους» και η αδερφή του έκρυβε το πρόσωπό της στις παλάμες της. Της Μαρίνας της είχε φανεί τότε πως ο μόνος λόγος που διάβαζαν αυτή την προσευχή ενώ κανείς απ’ τους δυο τους δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκος ήταν επειδή δεν είχαν πλέον τίποτα να πούνε μεταξύ τους αυτά τα δύο αδέρφια. Ήταν σαν ξένοι.

Το μειδίαμα της γιαγιάς τώρα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ’ το μυαλό της. Δοκίμασε να ξεκολλήσει τα πόδια της απ’ το πάτωμα. Παντελής αποτυχία. «Μαλάκα, δεν αισθανόμουν το μουνί μου. Ειλικρινά σου μιλάω. Είχα μουδιάσει παντού. Δεν ξέρω πόσο ήταν απ’ την ινομυαλγία και πόσο από το φόβο  πως θα μείνω έτσι για πάντα. Μουδιασμένη. Θυμάμαι να το σκέφτομαι πάντως πως δεν μπορώ να νιώσω το μουνί μου. Και μετά θυμάμαι να σκέφτομαι: αλήθεια πόσο συχνά νιώθει μια γυναίκα το μουνί της; Και μετά να σοκάρομαι με αυτή την σκέψη», μου είπε την επόμενη μέρα στο καφενείο της Γιώτας, στον Άγιο Παύλο κοιτάζοντας μια φωτογραφία της Καρέζη απ’ την ταινία Λόλα. Τη βρήκα ιδιαίτερα συμβολική αυτή την εικόνα της Μαρίνας να κοιτάει την Καρέζη και εκείνη να της επιστρέφει ακριβώς το ίδιο βλέμμα κρατώντας το τσιγάρο της. 

Σκέφτηκε πάλι τους λογαριασμούς. Μετά το αφεντικό της. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι άσχετο. Θυμήθηκε τον μαλάκα της. Όταν πήγαν στην Πάρο διακοπές, είχε φορέσει ένα ζευγάρι βατραχοπέδιλα και περπατούσε στην αμμουδιά με δυσκολία. Τα βατραχοπέδιλα βούλιαζαν στην υγρή άμμο και ο δικός της βάδιζε σαν μεθυσμένος πιγκουίνος. Κατάφερε επιτέλους να ξεκολλήσει το δεξί της πόδι από το πάτωμα. Το μούδιασμα σταδιακά εξασθενούσε.

Προσπάθησε να θυμηθεί κάτι πιο άσχετο. Θυμήθηκε τον οδοντίατρο που επισκέφτηκε την προηγούμενη βδομάδα. Είχε αποτύχει να την απονευρώσει. Δεν την έπιανε λέει η αναισθησία. «Πού ‘σαι τώρα καριόλη να μου πεις πως δεν με πιάνει η αναισθησία;» σκέφτηκε, όπως μου εκμυστηρεύτηκε μετά το πρώτο καραφάκι ούζο, το οποίο έκανε μπουκώματα πριν το καταπιεί. «Όταν βγήκα απ’ το ιατρείο με είχε τρυπήσει τόσες φορές για να βρει το σωστό νεύρο που δεν ένιωθα τη μύτη, το αυτί, το σαγόνι, τη γλώσσα, τίποτα στο κεφάλι μου. Ήταν η τρίτη φορά μέσα στον μήνα που ένιωσα πως είναι πρόβλημα που δεν με πιάνει αναισθησία. Η πρώτη ήταν απόλυση και η δεύτερη ο χωρισμός. Τέλος πάντων, μέχρι να ξεμουδιάσω εντελώς είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως η γενιά μας αναισθητοποιείται απ’ την απελπισία. Εγώ τουλάχιστον εχθές το βράδυ από απελπισία μούδιασα», μου είπε την ώρα που άναβε το τσιγάρο της. Το όλο περιστατικό διήρκησε περίπου ένα δίλεπτο. Αξιοθαύμαστο το πόσα πράγματα μπορεί να σκεφτεί εντός διλέπτου ένας άνθρωπος σε κρίση.

Απ’ τον κάπως μουδιασμένο Άγιο Παύλο
Για το Κοσμοδρόμιο

Η Γειτόνισσα

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Ισπανία: Η αστυνομία διέλυσε συμμορία που διακινούσε πλαστά χαρτονομίσματα

Οι Συντηρητικοί κυριαρχούν στο κοινοβούλιο του Ιράν, στις εκλογές της συνέλευσης

«Συνταγματικός» ολοκληρωτισμός

Η Γάζα δέχεται την πρώτη αεροπορική ρίψη αμερικανικής ανθρωπιστικής βοήθειας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα