ΑΘΗΝΑ
16:19
|
13.04.2024
Ίσως ο θάνατος με διαφορά μόλις λίγες ώρες των Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και Ζακ Ντελόρ να μην είναι ακόμη ένα από τα παράδοξα της Ιστορίας.
Η Εικόνα της Ευρώπης, του Enrico Bertuccioli (Ιταλία)
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ίσως ο θάνατος με διαφορά μόλις λίγες ώρες των Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και Ζακ Ντελόρ να μην είναι ακόμη ένα από τα παράδοξα της Ιστορίας. Ενδεχομένως η τελευτή τους να εμπεριέχει κι έναν συμβολικό χαρακτήρα: αυτόν του τέλους σε δύο οπτικές διαφορετικές για τη διακυβέρνηση της Ευρώπης. Ιδίως τον ενταφιασμό των αποβλέψεων για την Ευρώπη, όπως είχαν διατυπωθεί από τα αντίστοιχα οράματα, τα οποία υπηρετούσε η συμφωνία Γερμανίας-Γαλλίας υπό τους Χέλμουτ Κολ και Φρανσουά Μιτεράν.

Εκείνου του οράματος, που φιλοδοξούσε να καταστήσει την Ευρώπη, ιδίως μετά την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ, στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, ανταγωνιστική της Αμερικής και της παγίωσης ενός φιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου στην οικονομία και τη διοίκηση ολάκερης της ηπείρου.

Ενός μοντέλου διακυβέρνησης και εκλογής των διοικητικών οργάνων στην ΕΟΚ αρχικά και κατόπιν στην Ε.Ε., που θα προκύπτει από τη συνεργασία ανάμεσα στην ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και τη φιλελεύθερη Δεξιά -ακριβώς με τα χαρακτηριστικά που της είχαν δώσει ο Γάλλος πρόεδρος και ο Γερμανός καγκελάριος. Το σύμφωνό τους, που ο Ντελόρ υπηρέτησε από το 1985 έως το 1995 όντας επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμών, για πολλές 10ετίες έμελλε να καθορίσει τους συσχετισμούς δυνάμεων και τις οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, πρώτιστα, αλλά και τις συμπληρωματικές στις μεταρρυθμίσεις αυτές νομικές και κοινωνικές αλλαγές, που αναγκαστικά πρέπει να έπονται για να στηρίξουν το μοντέλο αυτό ανάπτυξης.

Οι Σόιμπλε και Ντελόρ θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι οι κληρονόμοι αυτής της πολιτικής χάραξης και να συμβαδίσουν σχεδιάζοντας τις προοπτικές και τη μοίρα της Ευρώπης. Ο πρώτος δεν τα κατάφερε ένεκα της απόπειρας εναντίον του που τον άφησε ανάπηρο και του χρηματικού σκανδάλου που κηλίδωσε την αξιοπιστία και το κύρος του. Ο δεύτερος δεν θέλησε να αναλάβει την ουσιαστική πολιτική ευθύνη, όταν στις 11 Δεκεμβρίου 1994 ανακοίνωνε μέσα από τηλεοπτική του συνέντευξη πως δεν θα ηγείτο των Σοσιαλιστών στις προεδρικές εκλογές για τη διαδοχή του Μιτεράν, ανοίγοντας τον δρόμο στην εκλογή του υπερφίαλου, αλλά δίχως ουσιαστικό ανάστημα, Ζακ Σιράκ. Μάλιστα η τραγική ειρωνεία, είναι πως ο Ντελόρ έφυγε λίγες ημέρες μετά τη συμπλήρωση 19 χρόνων από την απόφασή του αυτή.

Θα παρατηρούσε κανείς πως με τον θάνατό τους ουσιαστικά ενταφιάζονται και τα οράματα μίας Ευρώπης, που θα μπορούσε να αναδυθεί μέσα από μία σύμπραξη της σοσιαλδημοκρατίας και της φιλελεύθερης δεξιάς. Με αμφότερες θυσιάζοντας κάποιες από τις ιδεολογικές της προκείμενες, προκειμένου να θεμελιωθεί ένα οικοδόμημα, ανάλογο με εκείνο που μεταπολεμικά με τις συναινέσεις σε παραγωγικό και διανεμητικό επίπεδο, που επέτρεψαν την ανάπτυξη των «Τριάντα Ενδόξων» χρόνων της ευρωπαϊκής ευημερίας. Ιδίως ο θάνατος του Ντελόρ, ο οποίος ίσαμε το τέλος ενσάρκωνε τη φενάκη να συγκεραστεί η ανεμπόδιστη φιλελεύθερη διαδικασία σχηματισμού του κεφαλαίου, με ένα ελαφρά κοινωνικό επίχρισμα -στον βαθμό που αυτό εξυπηρετεί την κατανάλωση που ενδυναμώνει την παραγωγή. Φέρνοντας πάντοτε εγγύτερα στους προσαρμοστικούς μηχανισμούς της φιλελεύθερης πολιτικής την κοινωνία, δαμάζοντας τα συνδικάτα που η Σοσιαλδημοκρατία ελέγχει, ώστε να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες που δημιουργεί η «ανάπτυξη» χωρίς σύνορα.

Βέβαια η Ευρώπη, όπως ήθελαν να οραματισθούν ότι θα την καθοδηγούσαν αμφότεροι, δεν είναι πλέον εκείνη που ήταν όταν ξεκινούσε ο σχεδιασμός της. Στα χρόνια του Ντελόρ το Τείχος είχε πέσει, η σοβιετική κυριαρχία δεν ήταν πλέον ένα αντίπαλο δέος ή κίνδυνος. Απεναντίας η Ανατολική Ευρώπη, ακόμη κι η ίδια η Ρωσία του Γέλτσιν, αποτελούσαν ένα κάρπιμο έδαφος για να την «αποικίσει» η Δύση. Η «λεηλασία» της βιομηχανίας, των πλουτοπαραγωγικών πηγών της από τα δυτικά μονοπώλια, ο κανιβαλισμός της Ανατολικής Γερμανίας από τη Δυτική ως τίμημα της ενοποίησης, η καθιέρωση του φιλελεύθερου μοντέλου παραγωγής και καταναλωτικής και κοινωνικής αναπαραγωγής του και στις χώρες του Μπλοκ -που έγιναν οι νέοι δορυφόροι, κυρίως της Γερμανίας- άνοιγε νέες προοπτικές ανάπτυξης στη διαδικασία του σχηματισμού του κεφαλαίου. Τούτη την προοπτική είχε απέναντί του ο Ντελόρ, όταν σχεδίαζε την κατ’ επίφαση ευρωπαϊκή ενοποίηση κι ενσωμάτωση.

Τα σύνορα που κατάργησε, ευνόησαν τη Γερμανία, πρώτα να απορροφήσει τυχόν οικονομικούς και κοινωνικούς κραδασμούς από την ενοποίησή της, να τροφοδοτήσει με ευρωπαϊκά κεφάλαια την ανάπτυξη της βιομηχανίας της στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και κατόπιν να θέσει τις βάσεις της επέκτασής της προς Ανατολάς. Παράλληλα, μέσω των ίδιων μηχανισμών η Γαλλία έβρισκε έναν τρόπο να αφήσει πίσω της τα οικονομικά αδιέξοδα, που είχαν αναγκάσει τη «στροφή» του Μιτεράν από τον σοσιαλισμό προς την ελεύθερη αγορά και να χρηματοδοτήσει την αγροτική παραγωγή και τις «εθνικοποιημένες» βιομηχανίες και τις ιδιωτικές τράπεζες να επωφεληθούν από τα κοινοτικά κονδύλια.  

Υπ’ αυτήν την άποψη, ο Ντελόρ, όπως έκανε πολιτικά και ο Μιτεράν με τον Κολ, θέλησε να περισώσει τη φθίνουσα οικονομική, κοινωνική και πολιτική επιρροή της Γαλλίας, πρώτιστα στον κόσμο και δευτερευόντως στην Ευρώπη. Έχοντας επίγνωση τις δομικές αδυναμίες της γαλλικής βιομηχανίας να ανταποκριθεί μέσα σε έναν κόσμο που ταχύτατα παγκοσμιοποιούνταν, λιγότερο αναπτυγμένη από τους αντίστοιχους  αμερικανικούς  και τη γερμανικούς τομείς, γνωρίζοντας την υφεσιακή πορεία της οικονομίας της Γαλλίας, ο Ντελόρ -ακριβώς όπως είχε κάνει ως υπουργός Οικονομικών στη μεγάλη ύφεση του ‘82-’83-είδε τη λύση μόνον στην προώθηση του εμπορίου και της παραγωγής μέσα από την απελευθέρωση της αγοράς. Μίας αγοράς που χάρις στην αλληλεγγύη των «ενσωματωμένων» κρατών στην ΕΟΚ-Ε.Ε. θα στηριζόταν οικονομικά και πολιτικο-διπλωματικά από ένα υπερκρατικό Διοικητικό Συμβούλιο και μία απελευθερωμένη υπερκρατική Κεντρική Τράπεζα, που θα μεριμνούσαν για τον μηχανισμό της δημιουργίας κεφαλαίου στο εσωτερικό της και θα εξυπηρετούσε και τη διεθνή επέκτασή του.

Οι κεντρικοί αυτοί θεσμοί, με ρόλο και μηχανισμό απόλυτα συμβατό και στον μετριοπαθή γαλλικό κεϋνσιανισμό και «φορντισμό με ανθρώπινο πρόσωπο» και στον γερμανικό Ordokapitalismus, που ο Σόιμπλε εξέφραζε με τον πιο διάτορο τρόπο, θα  διαχειρίζονταν, ελέγχοντας και περιορίζοντας τις επιμέρους κρατικές πολιτικές σχεδόν σε όλους τους τομείς, τη χρηματοδότηση, την επέκταση (διεθνή και κοινοτική), με τρόπο ορθολογικό, συντεταγμένο την ανάπτυξη του κεφαλαίου και την κοινωνική αναπαραγωγή του, ρυθμίζοντας ανάλογα με τις αποβλέψεις των καιρών και τη διανομή του πλούτου στα επιμέρους κράτη και τις κοινωνίες. Κάτι που διευκόλυνε τη γερμανική πλευρά, η οποία είχε να αντιμετωπίσει το κόστος της ενοποίησης, αλλά και τους Γάλλους, που η διανομή των κεφαλαίων (ιδιαίτερα για τις βιομηχανικές και αγροτικές προτεραιότητες)  και η πολιτικο-διπλωματική στήριξη στη διεθνή επέκταση των επιχειρήσεων τους γλίτωνε από τις συντριπτικές Συμπληγάδες των χρηματοδοτήσεων και του εμπορικού ελλείμματος. 

Η Ευρώπη που ευαγγελιζόταν ο άξονας Γαλλίας-Γερμανίας προοικονομούσε την αύξηση των κερδών με την οικονομική σύγκλιση των μεγάλων βιομηχανιών και οι μεταρρυθμίσεις με βάση την κερδοφορία έφεραν μέσα τους την υπόσχεση πως η ανεργία θα μειωνόταν και οι αντιφάσεις του κεφαλαίου. Μέσα σε τούτην την πολιτική συγκεφαλαιώνονταν τα θεωρήματα του Σοσιαλδημοκράτη Χέλμουτ Σμιτ (που κάποτε οι Σοσιαλιστές του Μιτεράν μυκτήριζαν για την ενδοτικότητά του στο κεφάλαιο!) και του επίσης «Καθολικού σοσιαλιστή», όπως κι ο Ντελόρ, Μισέλ Αλμπέρ .

Ο πρώτος διακήρυττε στο πλαίσιο του «Ρηνανικού Καπιταλισμού» (κατά την ορολογία που εισήγαγε χαρακτηριστικά ο δεύτερος στο Capitalism vs Capitalism) πως «τα σημερινά κέρδη δημιουργούν τις αυριανές επενδύσεις, που θα δημιουργήσουν τις θέσεις απασχόλησης του μεθαύριο» -κάτι σαν το δόγμα της σταγόνας του φιλελευθερισμού («εάν κερδοφορούν οι επιχειρήσεις, τότε -μπορεί- να αυξηθούν οι μισθοί»). Όμως το γαλλικό σοσιαλιστικό δόγμα, όπως το εξέφραζε ο Μιτεράν κι ο Ντελόρ σαν υπουργός του, επιτάσσει πως τα κέρδη δεν θα οδηγήσουν σε επενδύσεις, παρά μόνον όταν η εσωτερική αγορά εξέλθει από τη στασιμότητά της και δεν αυξηθεί η εξωτερική ζήτηση. Στο οποίο δόγμα εντάσσεται και το θεώρημα του Μ. Αλμπέρ πως «η  απασχόληση σχετίζεται με την ανάπτυξη. Η ανάπτυξη με την εξωτερική ισορροπία. Η εξωτερική ισορροπία στην προσαρμογή της βιομηχανίας» και με την μεταφορά τους στο εξωτερικό -πρώτα στις φτωχότερες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης ή του Νότου και μετά προς τη Ρωσία ή αργότερα προς την Κίνα . 

Ο γαλλικός κρατισμός και ο γερμανικός Ordoliberalismus βρήκαν ακριβώς τη σύγκλισή τους στα Κριτήρια του Μάαστριχτ, σφιχτά για τις αδύναμες οικονομίες, ελαστικά για τους μεγάλους και αργότερα στο ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, που με την ισοτιμία του, καθόριζε τη δορυφορική θέση των μικρότερων οικονομιών που υφίσταντο τον εσωτερικό «εποικισμό» των επιχειρήσεων των μεγαλύτερων οικονομιών και τις επιπτώσεις από τον σχεδιασμό τους, στηρίζοντας τη διεθνή επέκταση του μεγάλου κεφαλαίου και των τραπεζών τους.  

Η οικονομική κι όχι παράλληλα και κοινωνική σύγκλιση του Μάαστριχτ κι αργότερα του ευρώ, η «νεο-ιμπεριαλιστική» επέκταση των ευρωπαϊκών μονοπωλίων εντός κι εκτός της Ε.Ε. και η απερίσκεπτη νομισματική πολιτική με αιχμή του δόρατος την ΕΚΤ και πρακτικό εκτελεστή της τις γαλλο-γερμανικές τράπεζες δημιούργησαν μία σχέση κυρίαρχου -υποτελούς στην Ευρώπη. Με τα καταστροφικά αποτελέσματα που είχαν  το σταδιακό διαγούμισμα κι απαλλοτρίωση του καθέκαστου εθνικού τομέα,  που έχαναν τον εθνικό του ρόλο κι  μέσα από τα «πακέτα Ντελόρ» την «κοινή» αγροτική πολιτική και την άρση του προστατευτισμού στα κρατικά assets, μέσα από την «προστασία» του ανταγωνισμού από το κεντρικό ΔΣ της Ευρώπης και του κεφαλαίου της, όπως θα έλεγε κι ο Μαρξ.

Κάτι που οδήγησε σταδιακά στην οικονομική αποδυνάμωση και στην εκπληκτική αύξηση του δημόσιου χρέους στις πιο αδύναμες ευρωπαϊκές χώρες. Η πολιτική του Μάαστριχτ και μετέπειτα του ευρώ, όμοια με το «βρόμικο» παιχνίδι που  είχαν παίξει οι Κολ και Β. Σόιμπλε στο Anschluss της Αν. Γερμανίας, που ακόμη ζει στη φτώχεια μέσα στο ενιαίο κράτος, κατόρθωσε να φέρει τη Γερμανία στην επίζηλη θέση που μέχρι πρόσφατα κατείχε μέσα στην Ευρώπη. 

Επιπλέον, η όλη δομή που εγκατέστησε το Σχέδιο Ντελόρ κι υλοποίησε στη συνέχεια η γερμανική ευρωπαϊκή ηγεμονία, με κύριο εκφραστή της τον Σόιμπλε, είχε εξυφάνει ώστε να λειτουργεί ως δίκτυ ασφαλείας για τις μακροοικονομικές ανισορροπίες που εμπεριείχε η επενδυτική και επεκτατική πολιτική του. Κάτι που φάνηκε στην κρίση του ευρώ. Η «ανευθυνότητα» των μικρών κρατών δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα από τις απερίσκεπτες πολιτικές των γερμανικών και γαλλικών ιδιωτικών τραπεζών που υποτίθεται πως «χρηματοδοτούσαν» την ανάπτυξή τους και της ΕΚΤ, που ενεργεί με γνώμονα μόνον τη συγκράτηση του πληθωρισμού κι όχι την απασχόληση.

Εν τούτοις αυτό έδωσε την ευκαιρία στη Γερμανία, που ευνοημένη από τη μονομερή συμφωνία για την παροχή φθηνής ενέργειας από τη Ρωσία, από τη μονοπωλιακή σχεδόν εμπορική σχέση με την Κίνα, να εφαρμόσει και τη Φαουστική-Μεφιστοφελική πολιτική του Σόιμπλε: αυτή που σαν το επεισόδιο με τον Φιλήμονα και τη Βαυκίδα, για να κορέσει τη δίψα του για κατοχή κι έλεγχο, να παγιώσει την ισχύ του «κατασκευασμένου» και προοδευμένου κόσμου του, δε διστάζει να καταστρέψει τους αδύναμους. 

Η προστασία της γερμανικής οικονομίας και του ευρώ, έτσι όπως την έστησαν οι Γερμανοί με τον Ντελόρ και των παραπαιουσών γαλλικών τραπεζών έγινε ιδιαίτερα εμφανής με την απαγόρευση της εξαγοράς  χρεογράφων του δημοσίου χρέους των προβληματικών κρατών. Κάτι που συνέχισε και ο Μάριο Ντράγκι, επιτρέποντας στο παιχνίδι να συνεχίζεται όπως πριν τη μεγάλη κρίση του 2007-10, στο πλαίσιο των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων που ορθώθηκαν στην Ε.Ε. τις περασμένες δεκαετίες. 

Μετά ήρθε η πανδημία και οι πόλεμοι, αποδεικνύοντας την επίπλαστη στιβαρότητα της γερμανικής οικονομίας, υπενθυμίζοντας  ότι κανένας κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει τη μετάβαση του κεφαλαίου σε κρίση, σχεδόν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Οι εξελίξεις, ιδιαίτερα ο πόλεμος στην Ουκρανία κι η πληθωριστική κρίση σε Αμερική κι Ευρώπη, κατέδειξε την έλλειψη (όχι μόνον κοινωνικής) αλλά και αξιόπιστης χρηματο-νομισματικής πολιτικής, αλλά και μίας στιβαρής διακυβέρνησης εν γένει. 

Ο θάνατος των Ντελόρ και Σόιμπλε συμπίπτει με την εκπνοή ενός έτους, που επίσης σηματοδότησε το ουσιαστικό τέλος της Ευρώπης ως μίας σημαντικής δύναμης, με επιρροή στο εξωτερικό και στιβαρή συνοχή στο εσωτερικό της. Το 2023 επικύρωσε την κατάρρευση της δυαρχίας και της Γερμανίας με τη Γαλλία (παρά την πρόσφατη κατά συνθήκην σύμπραξή τους για τον Μηχανισμό Σταθερότητας), αλλά και της συνεργασίας της Σοσιαλδημοκρατίας και των Φιλελευθέρων για μία διευρυμένη οικονομική και πολιτική συνεργασία υπό την κεντρική διοίκηση των Βρυξελλών.

Η άνοδος της ακροδεξιάς, είτε ως εθνικισμός ή «περιφερειοκρατισμό», είτε ως ρατσισμός και νεοφασισμός, αναδεικνύει νέες φυγόκεντρες τάσεις και αυτονομημένα συμφέροντα, νέους πόλους επιρροής και ανακατανομής της ηγεμονίας, ενώ γεννά μία καχυποψία στους λαούς για την αξιοπιστία της ίδιας της ιδέας της ενωμένης Ευρώπης. Ίσως ο θάνατος των δύο αυτών εκφραστών της Ε.Ε. όπως τη γνωρίσαμε, να προμηνύει τον ίδιο τον θάνατο της Ε.Ε..

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Να προστατέψουμε τις θάλασσες από τους «προστάτες»

Τουρκία: 43 άτομα εγκλωβισμένα μετά από ατύχημα σε τελεφερίκ

Πάτρα: Έχασε τα πόδια της η φοιτήτρια που είχε προσβληθεί από μηνιγγίτιδα

Το πρόγραμμα του Κασσελάκη σε Νέα Υόρκη και Ουάσιγκτον

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα