ΑΘΗΝΑ
09:06
|
04.06.2026
Ογδόντα χρόνια μετά στη Γιορτή της Δημοκρατίας, η Ιταλία βρίσκεται υπό το πρόσταγμα μίας κυβέρνησης που συντίθεται από τους αμετανόητους επιγόνους του φασισμού.
2 Ιουνίου 1946-2 Ιουνίου 2026
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η φετινή 2α Ιουνίου, μια ημερομηνία βαθιά εγγεγραμμένη στη συλλογική συνείδηση του ιταλικού λαού, 80 χρόνια μετά το ιστορικό δημοψήφισμα που απάλλαξε τη χώρα από τη βασιλεία σήμερα υπό τις υφιστάμενες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στην Ιταλία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο συμβολισμό. Γιατί εκείνη τη 2 Ιουνίου 1946 καταργώντας τον θεσμό της βασιλείας, η οποία είχε συνδράμει και συμπράξει με την 20χρονη δικτατορία του Μπενίτο Μουσολίνι ψήφιζαν -ή νόμιζαν ότι ψήφιζαν-για τη νέα ταυτότητα της ίδιας της χώρας, που έβγαινε καθημαγμένη από τα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την καταπίεση του φασισμού.

Η επικράτηση της δημοκρατίας, με 54,3% και η συνεπακόλουθη θέσπιση (με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων) ενός από τα πιο προοδευτικά κι αντιφασιστικά Συντάγματα το 1948 έμοιαζε ότι έβαζε οριστική ταφόπλακα στο φάσμα του ολοκληρωτισμού. Μολαταύτα, ογδόντα χρόνια μετά στη Γιορτή της Δημοκρατίας (Festa della Repubblica) η Ιταλία βρίσκεται υπό το πρόσταγμα μίας κυβέρνησης που συντίθεται από τους αμετανόητους επιγόνους του φασισμού, τους οπαδούς ρατσιστικών και μισαλλόδοξων ιδεών και τους συνεχιστές της αλλοτριωμένης από τα επιχειρηματικά συμφέροντα πολιτικής, που αλλοιώνει πέρα για πέρα το πνεύμα της εθνικής γιορτής και το περιεχόμενο και τη σημασία του εορτασμού της.

Πέρα όμως από τη σημειολογική, οι φετινοί εορτασμοί βρίσκουν τη χώρα και σε μία ιδιαίτερη πολιτική ένταση. Οι πρόσφατες αναμετρήσεις στην κάλπη, έχουν δημιουργήσει ένα περίπλοκο σκηνικό, μέσα στο οποίο τα πολιτικά κόμματα αποκαλύπτουν την κρίση που διέρχονται και στην οποία κρίση συμπαρασύρουν την κοινωνία, την οικονομία και τη μελλοντική υπόσταση της χώρας.   

Η ιστορική σημασία και το υπόβαθρο  της 2ας Ιουνίου 1946

Για να κατανοήσει κανείς τη σημασία και τη φόρτιση του σημερινού πολιτικού αδιεξόδου στην Ιταλία, είναι απαραίτητο να ανατρέξει στην Ιστορία, που μολονότι δεν επαναλαμβάνεται αν μη τι άλλο έχει κάτι από το κλίμα και τις  συνθήκες αβεβαιότητας κι αναβρασμού που επικρατούσαν εκείνη τη 2α Ιουνίου 1946 μπορεί κανείς αναλογικά να διαπιστώνει και σήμερα, με διαφορετικούς κοινωνικούς μηχανισμούς και δρώντες παράγοντες. Η Ιταλία τότε έβγαινε από έναν καταστροφικό πόλεμο, ο οποίος είχε εξελιχθεί, μεταξύ 1943 και 1945, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο στο βόρειο και κεντρικό τμήμα της χώρας, με την Αντίσταση (Resistenza) να μάχεται ενάντια στις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής και τους εγχώριους φασίστες της Δημοκρατίας του Σαλό.

Το θεσμικό δημοψήφισμα (Referendum istituzionale), στο οποίο ψήφισαν κι οι γυναίκες,  οργανώθηκε για να λυθεί  το φλέγον ζήτημα  της μορφής που θα ελάμβανε το πολίτευμα μετά την αναπόφευκτη διάλυση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας (στην οποία συμμετείχαν κι οι Κομμουνιστές) και πώς θα ετίθεντο οι βάσεις για την ανοικοδόμηση (οικονομική, κοινωνική και πολιτική) της χώρας. Ο βασιλικός Οίκος της Σαβοΐας, έφερε βαρύτατες ευθύνες για την άνοδο του φασισμού. Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ’ είχε αρνηθεί να υπογράψει την κατάσταση πολιορκίας που θα απαντούσε στη φασιστική Πορεία προς τη Ρώμη το 1922, παρέδωσε την εξουσία στον Μουσολίνι, συνυπέγραψε τους επαίσχυντους φυλετικούς νόμους του 1938 κατά των Εβραίων και οδήγησε τη χώρα στον πόλεμο. Παρά την ύστατη προσπάθειά του να σώσει τη μοναρχία παραιτούμενος υπέρ του γιου του, Ουμπέρτο Β’, τον Μάιο του 1946, η μοίρα του στέμματος είχε σφραγιστεί.

Ωστόσο, τα αποτελέσματα της κάλπης αποκάλυψαν μια βαθιά διαιρεμένη χώρα: η Δημοκρατία (Repubblica) έλαβε 12.718.641 ψήφους (54,3%), ενώ η  Μοναρχία ηττήθηκε με μικρή διαφορά 10.718.502 ψήφους (45,7%). Η γεωγραφική κατανομή των ψήφων, αλλά και της ιδεολογικής συγκρότησης χώρας ήταν ενδεικτική: ο ιταλικός Βορράς (που έφερε και το βάρος της Αντίστασης στους ναζιφασίστες) ψήφισε μαζικά υπέρ της Δημοκρατίας, ενώ ο Νότος, που ως νωρίτερα απελευθερωμένος μετά την απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων βρέθηκε λιγότερο εκτεθειμένος στη ναζιστική θηριωδία και τον εμφύλιο της Αντίστασης, παρέμεινε πιστός στη Μοναρχία. Η ανακήρυξη του αποτελέσματος οδήγησε στην αποχώρηση του Ουμπέρτο Β’ στην εξορία και στη γέννηση της Πρώτης Ιταλικής Δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα με το δημοψήφισμα, οι πολίτες εξέλεξαν τα μέλη της Συντακτικής Συνέλευσης (Assemblea Costituente), η οποία ανέλαβε το έργο της σύνταξης του νέου Συντάγματος. Στη Συνέλευση αυτή κυριάρχησαν οι τρεις μεγάλες μαζικές πολιτικές κουλτούρες της μεταπολεμικής Ιταλίας: η Χριστιανική Δημοκρατία (Democrazia Cristiana), το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSI) και το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI). Παρά τις ιδεολογικές τους αντιθέσεις, οι οποίες σύντομα θα οξύνονταν λόγω του Ψυχρού Πολέμου, οι δυνάμεις αυτές κατάφεραν να βρουν έναν ανώτερο συμβιβασμό, τον λεγόμενο «συνταγματικό συμβιβασμό» (compromesso costituzionale).

Το Σύνταγμα που προέκυψε βασίστηκε σε τρεις απαρασάλευτες αρχές:

α) τον αντιφασισμό ως ιδρυτική αξία του Πολιτεύματος, απαγορεύοντας ρητά την αναδιοργάνωση, υπό οποιαδήποτε μορφή, του διαλυθέντος φασιστικού κόμματος (Δωδέκατη Μεταβατική Διάταξη), β) τον κεντρικό ρόλο του Κοινοβουλίου, ως απαρασάλευτο όργανο για τη δημοκρατική διακυβέρνηση κι έλεγχο της εξουσίας, με παράλληλο περιορισμό στις εξουσίες του πρωθυπουργού κι ενίσχυση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας ως εγγυητή της εθνικής ενότητας. Και γ) προτάσσοντας τα κοινωνικά δικαιώματα και την υπεράσπισή τους ως τη βασική αρχή ύπαρξης του ιταλικού κράτους: Το Άρθρο 1 ορίζει υποδειγματικά πως «Η Ιταλία είναι μια δημοκρατική πολιτεία, θεμελιωμένη στην εργασία».

Η κυβερνητική κρίση που άνοιξε με το Δημοψήφισμα

Η ηγεσία της Τζόρτζια Μελόνι και του νεοφασιστικού κόμματος της Fratelli d’Italia (Αδέλφια της Ιταλίας), βρέθηκε σε δεινή θέση μετά το Συνταγματικό Δημοψήφισμα του Μαρτίου 2026, που απετέλεσε έναν ηχηρό κόλαφο για την προσπάθεια του υπουργού Δικαιοσύνης Κάρλο Νόρντιο να παρέμβει και να αποσαθρώσει τα θεμέλια της   δικαστικής αυτονομίας, η οποία βρίσκεται ακριβώς στον πυρήνα του Συντάγματος, ήταν ένα μεγάλο εκλογικό πλήγμα  δέχθηκε ένα μεγάλο εκλογικό πλήγμα, που καταβαράθρωσε την εικόνα της πολιτικής παντοδυναμίας και της άτρωτης  ηγεσίας της. Επιπλέον η εν τοις πράγμασιν κι εκ του αποτελέσματος κατάρρευση (τουλάχιστον περιστασιακά και φαινομενικά) του «ειδυλλίου» της με τον άστατο και πλέον διεθνώς ανυπόληπτο Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ της έχει αφαιρέσει το αλαζονικό πλεονέκτημα της «εκλεκτής του Κυρίου», αποδεικνύοντας πόσο ανερμάτιστη είναι η διεθνής πολιτική της χωρίς τους ιδεολογικούς βορβορυγμούς και την προστατευτική αιγίδα ενός ισχυρού φίλου. Καθώς η δημοτικότητα του Τραμπ στην ιταλική κοινή γνώμη κατέγραψε κατακόρυφη πτώση σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους (εξαιτίας των δασμών, της αμφισβήτησης της κλιματικής αλλαγής  και του πολέμου στο Ιράν, με την ραγδαία άνοδο της τιμής των καυσίμων και του πληθωρισμού, που έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τα συμφέροντα, τόσο της ιταλικής εξαγωγικής βιομηχανίας, όσο και της κοινωνίας), η δυσαρέσκεια αυτή μετακυλίστηκε εν μέρει και στην κυβέρνηση Μελόνι.

Ταυτόχρονα με την ήττα στο δημοψήφισμα του Μαρτίου, άλλαξε άρδην κι η κατάσταση γενικότερα στην Ιταλία. Πρώτον, όσον αφορά τους οικονομικούς δείκτες: Η ιταλική οικονομία, ιδίως και μετά την άνοδο των καυσίμων λόγω του πολέμου στο Ιράν,  παρουσιάζει σημάδια επιδείνωσης. Η ευεργετική επίδραση των 190 δισεκατομμυρίων ευρώ του PNRR αρχίζει σταδιακά να εξασθενεί, ενώ το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας παραμένει μια διαρκής βόμβα στα θεμέλια της Ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, ο κίνδυνος να εγκλωβιστεί η κυβέρνηση σε ατέρμονες εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των εταίρων της (Μελόνι, Σαλβίνι, Ταγιάνι) ενόψει των εκλογών του 2027 μειώνει την αξιοπιστία της και την ικανότητά της να επιβάλλει τις θέσεις της στα ευρωπαϊκά όργανα, όπως γινόταν μέχρι σήμερα.

 Το «Όχι» στο δημοψήφισμα είχε  άμεσες επιπτώσεις στο εσωτερικό της υπερδεξιάς κυβέρνησης. Κορυφαία στελέχη της Μελόνι και του Νόρντιο, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Αντρέα Ντελμάστρο και η διευθύντρια του Γραφείου του Υπουργού, Τζούζι Μπαρτολότσι, που ήσαν οι σημαιοφόροι της δικαστικής απορρύθμισης, παραιτήθηκαν. Επίσης, η ήττα όξυνε τις εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των τριών κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού (Fratelli d’Italia, Lega του Ματέο Σαλβίνι, και Forza Italia του Αντόνιο Ταγιάνι), που θα πρέπει να αναθεωρήσουν την πολιτική τους ενόψει και των εθνικών εκλογών του 2027.

Και κυρίως το δημοψήφισμα απέδειξε και κάτι άλλο: η αθρόα συμμετοχή των πολιτών στις κάλπες -ιδιαίτερα των νέων- που ξεπέρασε κάθε προσδοκία, αγγίζοντας επίπεδα, διέψευσε τις εκτιμήσεις για τη χρόνια εκλογική απάθεια, αποδεικνύοντας με το ηχηρό «όχι» πως η κοινωνία, παρά την αποκαρδίωσή της από την επαμφοτερίζουσα στάση των αντιπολιτευτικών κομμάτων, αφουγκράζεται το κάλεσμα και συσπειρώνεται όταν απειλείται η δημοκρατία.

Το κυριότερο, όμως, είναι πως η αποτυχία στο δικαστικό δημοψήφισμα έθεσε σε άμεσο κίνδυνο το μεγάλο στοίχημα της Μελόνι: το premierato. Στερούμενη πλέον της πολιτικής ισχύος που θα της έδινε μια νίκη, η Πρωθυπουργός δεν μπορεί να επιβάλει βολονταριστικά τη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά υποχρεούται να αναζητήσει συμβιβασμούς για ένα νέο εκλογικό σύστημα, προκειμένου να εξασφαλίσει την πολιτική της επιβίωση.

Δημοτικές εκλογές: Το φιλί της ζωής στην κυβέρνηση Μελόνι

Εντούτοις, η παραπαίουσα κυβέρνηση της Μελόνι δέχθηκε ένα ζωτικό φιλί της ζωής στις δημοτικές εκλογές την  24η-25η Μαΐου (για το 10% των Δήμων) η οποία λειτούργησε ως βαλβίδα αποσυμπίεσης Μέγαρο Κίτζι. Η νίκη της Κεντροδεξιάς στον εμβληματικό Δήμο της Βενετίας και κυρίως η άλωση μετά 12 χρόνια και με κραυγαλέο ποσοστό του Ρέτζο Καλάμπρια από την Αριστερά,  ή ήδη από τον πρώτο γύρο, πρώτον  ανέκοψε τη δυναμική που είχε δημιουργηθεί υπέρ της αντιπολίτευσης έπειτα από το Δημοψήφισμα και δεύτερον απεκάλυψε το μικρό βεληνεκές του «διευρυμένου μετώπου» της (campo largo) και την κομματική κι ιδεολογική πανσπερμία της, που δεν διευκολύνει τη δημιουργία ενός γενικευμένου «κύματος ανατροπής», που είχε πιστευτεί ότι αρχίζει να διαφαίνεται μετά το δημοψήφισμα.

Όπως επισημαίνουν πολιτικοί αναλυτές (YouTrend) η σημασία αυτών των δημοτικών εκλογών δεν έγκειται τόσο στα τοπικά αποτελέσματα, όσο στις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί γύρω από αυτά. Η κυβέρνηση φοβόταν ότι μια καθολική ήττα θα παγίωνε την αίσθηση ότι το πολιτικό κλίμα έχει αλλάξει οριστικά εις βάρος της. Η νίκη στη Βενετία απέτρεψε αυτόν τον κίνδυνο κι οι προβλέψεις για «κατάρρευση της κεντροδεξιάς», όπως σχολίασε ειρωνικά η ίδια η Μελόνι  για ακόμη μία φορά «αναβλήθηκε για αύριο». Οι δημοτικές εκλογές κι η τοπική δυναμική που αναδεικνύουν, σε αντίθεση με το γενικότερο διακύβευμα του δημοψηφίσματος που συσπειρώνει ευρύτερα με βάση άλλους φόβους και διακυβεύματα, απέδειξαν πως  η δεξιά κυβέρνηση δεν είναι κατ’ ανάγκη  καταδικασμένη να χάσει τις επόμενες εθνικές εκλογές. Η Ιταλία μετά τις δημοτικές εκλογές βρίσκεται σε μια κατάσταση απόλυτης πολιτικής ισορροπίας, με τον κυβερνητικό συνασπισμό να διατηρεί το δομικό πλεονέκτημα της εσωτερικής του ενότητας και της ξεκάθαρης ηγεσίας της Μελόνι και της πρωτοκαθεδρίας στις νομοθετικές πρωτοβουλίες, απέναντι στην αμφιβολία του εκλογικού προγράμματος και την αδυναμία ενότητας στους κόλπους της αντιπολίτευσης.

Οι αναλύσεις ευρωπαϊκών think tanks (όπως το European Policy Centre) κι Ιταλών ειδικών επισημαίνουν πως στη σημερινή συγκυρία οι προκλήσεις, με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπη η δημοκρατική παράδοση κι η παρούσα κοινωνικο-οικονομική υπόσταση της Ιταλίας διασταυρώνονται ακριβώς με την υπαρξιακή κρίση που χαρακτηρίζει τα κόμματα και το πολιτικό στερέωμα της χώρας. Κοντολογίς, τη θεσμική σταθερότητα και την ιδεολογική ανωμαλία της κυβέρνησης Μελόνι, τα υπαρξιακά και δομικά προβλήματα και την γενικώτερη ακαταστασία στην Κεντροαριστερά υπό την Έλι Σλάιν, τον επαμφοτερισμό στο Κέντρο και κυρίως το διακύβευμα μίας πραγματικά  δημοκρατικής λειτουργίας σε μια εποχή έντονης πολιτικής πόλωσης και αντισυνταγματικών θεσμικών μεταρρυθμίσεων, όπως η αμφιλεγόμενη πρωθυπουργοποίηση του καθεστώτος ( premierato) και η διχαστική και προνομιακή αυτονόμηση (και ιδιωτικοποίηση) των (πλούσιων) περιοχών.

Η απειλή της «Θεσμικής Μεταμόρφωσης» της Μελόνι

Η  2α Ιουνίου  λοιπόν είναι μία ιστορική κληρονομιά  κι είναι ένα διαρκές παράδειγμα που φέρει την εκάστοτε πραγματικότητα σε αντιπαράθεση με τις σημαντικές και καθοριστικές αποφάσεις του παρελθόντος. Σήμερα, δε το πνεύμα της ανασυγκρότησης του κράτους επανέρχεται δραματικά στο προσκήνιο, ιδίως με την παρουσία της Μελόνι στο δοιάκι της κυβέρνησης, η οποία με τις «μεταρρυθμιστικές» πρωτοβουλίες της απειλεί να ανατρέψει κάθε προοδευτική ικμάδα του πολιτεύματος και του ίδιου του Συντάγματος.

Από την άνοδό της στην εξουσία τον Οκτώβριο του 2022, η Μελόνι ακολούθησε μια προσεκτική στρατηγική, που ισορροπούσε ανάμεσα στις αναθεωρητικές απόψεις της για τις δημοκρατικές αξίες, την εξωτερική πολιτική και την οικονομία, και τις θεσμικές υποχρεώσεις της απέναντι στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Καταφέρνοντας να επιδείξει μία  απόλυτη συστημική συμμόρφωση, στηρίζοντας  αμέριστα το ΝΑΤΟ, δίνοντας έρεισμα στην επανεκλογή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αλλά και στις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαχείριση των 190 δισεκατομμυρίων ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης (PNRR) και τηρώντας δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά κυρίως διαχωρίζοντας τύποις τη στάση της από τους σκληρούς ακροδεξιούς στην Ευρώπη και λειτουργώντας ως διαμεσολαβητής με τις Βρυξέλλες ή ως πυροσβέστης,  η Μελόνι κατόρθωσε να διαλύσει κάθε φόβο για μία ακροδεξιά παρέκκλιση.

Τούτο, όμως της επέτρεψε να έχει μία «ασυλία» για την υπερσυντηρητική ατζέντα που τηρεί στο εσωτερικό  της χώρας, όπου πολλοί αναλυτές και διεθνείς οργανισμοί (όπως το V-Dem Institute στην Έκθεση Δημοκρατίας του 2026) διαβλέπουν μία προσπάθεια «δημοκρατικής διολίσθησης» (democratic backsliding). Η κυβέρνηση Μελόνι με την σκληρή μεταναστευτική πολιτική της (κλειστά λιμάνια, κέντρα κράτησης στην Αλβανία), την αυστηροποίηση των νόμων για την «τήρηση της ασφάλειας» και για τις αστυνομικές παρεμβάσεις, την ποινικοποίηση κάθε μορφής διαμαρτυρίας, τις απαγορεύσεις στις απεργίες (με την πρόφαση της λειτουργίας ζωτικών δημόσιων υπηρεσιών), τις εξόφθαλμες παρεμβάσεις στην κρατική τηλεόραση (RAI) και στα μέσα ενημέρωσης, οδήγησε τη χώρα στην κατηγορία των χωρών που οδεύουν σε φάση «αυταρχικοποίησης» (autocratizing countries).

Το σχέδιο του Premierato

Όμως η πιο ριζική κι αμφιλεγόμενη πρωτοβουλία της Μελόνι, που επανέρχεται στο προσκήνιο με την ευκαιρία των εορτασμών της 2α Ιουνίου  είναι σαφώς η συνταγματική μεταρρύθμιση του premierato. Το σχέδιο αυτό, που η Μελόνι προβάλλει ως μόνη λύση για να λυθεί η αιώνια κυβερνητική αστάθεια στην Ιταλία (πάνω από 70 κυβερνήσεις μεταπολεμικά) προβλέπει την άμεση εκλογή του Πρωθυπουργού από τον λαό, με παράλληλη εξασφάλιση μιας σταθερής πλειοψηφίας 55% στο Κοινοβούλιο για τον νικητή των εκλογών και μείωση της θεσμικής παρέμβασης και του διαμεσολαβητικού του Προέδρου της Δημοκρατίας για τον σχηματισμό κυβερνήσεων ή για τη διάλυση του Κοινοβουλίου και την προκήρυξη εκλογών. 

Παράλληλα, με τον νέο εκλογικό νόμο ουσιαστικά θωρακίζει την παντοδυναμία του πρώτου κόμματος και του πρωθυπουργού, αφήνοντας σε «διακοσμητικό» ρόλο το Κοινοβούλιο και τον πρόεδρο, δημιουργώντας ένα καθεστωτικό πλαίσιο χωρίς θεσμικά αντίβαρα, που μηδαμινή αφήνει δυνατότητα θεσμικής και πολιτικής παρέμβασης στην αντιπολίτευση.

Τα δομικά και υπαρξιακά προβλήματα της Κεντροαριστεράς

Εντούτοις, το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών επανάφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις χρόνιες παθογένειες της ιταλικής Κεντροαριστεράς. Παρά τη μεγάλη νίκη στο δημοψήφισμα του Μαρτίου, η αντιπολίτευση απέτυχε να μετατρέψει τη θεσμική δυσαρέσκεια σε ένα πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα, παρόλο που η επικεφαλής του Δημοκρατικού Κόμματος (PD), Έλι Σλάιν, δήλωσε μετά τις δημοτικές εκλογές ότι η αριστερά αποδεικνύεται ανταγωνιστική μόνο όταν είναι «ενωμένη ως προοδευτικό στρατόπεδο», υποδεικνύοντας την ανάγκη να επισπευσθεί η συγκρότηση του διευρυμένου εκλογικού συνασπισμού του campo largo.

Για να κερδίσει τούτη τη στιγμή τη Μελόνι και με βάση τα διαμορφωμένα ποσοστά,  η Κεντροαριστερά είναι απαραίτητο να δημιουργήσει μια συμμαχία που θα εκτείνεται από τους ριζοσπάστες αριστερούς και τους Πράσινους, θα περιλαμβάνει το Δημοκρατικό Κόμμα, θα ενσωματώνει το Κίνημα των 5 Αστέρων (M5S) του Τζουζέπε Κόντε, και θα φτάνει μέχρι τα κεντρώα, φιλελεύθερα σχήματα όπως το Azione του Κάρλο Καλέντα και την Italia Viva του Ματέο Ρέντσι. Μία συνύπαρξη όμως που μοιάζει με τετραγωνισμό του κύκλου εξαιτίας των μεγάλων  ιδεολογικών και προσωπικών αντιθέσεων που χαρακτηρίζουν όλα τούτα τα κόμματα και τους ηγέτες τους, τόσο στο πολιτικο-ιδεολογικό, όσο και στο πεδίο του στρατηγικού και προγραμματικού σχεδιασμού σε όλα τα επίπεδα.

Πώς είναι δυνατόν να συμβιβασθούν αυτά τα κόμματα, όταν πχ, στην εξωτερική πολιτική όταν το PD ή το Azione του Καλέντα στηρίζουν σθεναρά την αποστολή όπλων στην Ουκρανία και την αταλάντευτη ευρωατλαντική πρόσδεση της χώρας, ενώ το Κίνημα 5 Αστέρων υιοθετεί μια αντινατοϊκή ρητορική, ζητώντας τον τερματισμό της στρατιωτικής βοήθειας στο Κίεβο και ζητεί διεκδικητική πολιτική απέναντι στις Βρυξέλλες. Ή πως μπορεί να γεφυρωθούν οι απόψεις για την οικονομία και τις υποδομές ανάμεσα στο κόμμα του Κόντε που είναι υπέρμαχο στο reddito di cittadinanza (βασικό κοινωνικό επίδομα) και την αυστηρή προστασία του περιβάλλοντος με τα  κεντρώα κόμματα (Καλέντα, Ρέντσι) που είναι υπέρ των μεγάλων έργων και της επιχειρηματικότητας, με θέσεις που λίγο διαφέρουν από την προσέγγιση της Μελόνι (ακόμη κι όσον αφορά την ‘διαφοροποιημένη αυτονομία’ των Περιφεριών. Και πολύ περισσότερο πως μπορούνε να γεφυρωθούν οι προσωπικές ηγετικές φιλοδοξίες ενός Κόντε, ενός Ρέντσι κι ο ανταγωνισμός τους με την Σλάιν για την ηγεσία του αντιπολιτευτικού στρατοπέδου.

Η προβληματική ιδεολογική ταυτότητα του Δημοκρατικού Κόμματος

Στο κομβικό τούτο σημείο σημαντικό ρόλο θα παίξει η πορεία του Pd και το γενικότερο πολιτεύεσθαι της Σλάιν. Ναι μεν το Δημοκρατικό Κόμμα έχει υπό την ηγεσία της μετατοπιστεί ξανά προς τα αριστερά, δίνοντας έμφαση στα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, την κλιματική αλλαγή και την κοινωνική δικαιοσύνη, οδηγώντας ξανά στη συσπείρωση της παραδοσιακής αριστερής βάσης και των νέων στα μεγάλα αστικά κέντρα (γεγονός που εξηγεί και τη νίκη στο συνταγματικό δημοψήφισμα), όμως  η ατζέντα αυτή αποδεικνύεται ελάχιστα ελκυστική για τη μεσαία τάξη της επαρχίας και τους εργαζομένους του ιταλικού Νότου, οι οποίοι πλήττονται από τον πληθωρισμό, την αποβιομηχάνιση και την έλλειψη προοπτικής. Ιδίως όταν αυτό είναι αποτέλεσμα της φιλοευρωπαϊκής πολιτικής που το ίδιο το Pd είχε ακολουθήσει στο παρελθόν, ενσωματώνοντας πλήρως τις οδηγίες των Βρυξελλών στο πλαίσιο της συνεργασίας Σοσιαλιστών-Συντηρητικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.  Η διάτορη απώλεια του Ρέτζιο Καλάμπρια αποτελεί ένα σαφές καμπανάκι: η Κεντροαριστερά κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα κόμμα «ριζοσπαστών αστών των ιστορικών κέντρων» ( όπως τονίζεται στην ανάλυση του ZTL), χάνοντας την επαφή με τη λαϊκή βάση της χώρας.

Έτσι, ογδόντα χρόνια μετά το 1946, όταν η αριστερά (Κομμουνιστές και Σοσιαλιστές) αποτελούσε την οργανική έκφραση των εργατικών στρωμάτων και της αγροτιάς, η σύγχρονη ιταλική Κεντροαριστερά αντιμετωπίζει μια κρίση αντιπροσώπευσης. Χωρίς ένα κοινό, συνεκτικό κυβερνητικό όραμα που να ξεπερνά το απλό σύνθημα «όλοι εναντίον της Μελόνι», η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να πείσει ότι αποτελεί μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Το διακύβευμα της 2ας Ιουνίου 2026

Η 2α Ιουνίου 2026 δεν είναι απλώς μια ημέρα στρατιωτικών παρελάσεων στη Via dei Fori Imperiali της Ρώμης και της συνηθισμένης ρητορείας υπέρ της ενότητας του έθνους, της κληρονομιάς των «πατέρων του έθνους» και της αξίας των δημοκρατικών θεσμών κλπ. Η φετινή Γιορτή της Δημοκρατίας βρίσκει την Ιταλία σε μία κατάσταση διαφορετική μεν, αλλά εξίσου διαιρεμένη κι έντονη με εκείνη του 1946: από τη μία πλευρά η κυβέρνηση Μελόνι βρίσκεται σε μια φάση αναγκαστικής αναδίπλωσης. Η ήττα στο συνταγματικό δημοψήφισμα απέδειξε ότι η ιταλική κοινωνία θέτει σαφή όρια στις απόπειρες μονομερούς τροποποίησης των θεσμικών ισορροπιών της χώρας. Η σανίδα σωτηρίας που της προσέφεραν οι δημοτικές εκλογές στη Βενετία και το Ρέτζο Καλάμπρια, της επιτρέπουν να αποφύγουν μια άμεση κυβερνητική κρίση, αλλά έπληξαν άμεσα  την αλαζονεία της «αήττητης ηγέτιδος» και την αναγκάζει σε δύσκολους  πολιτικούς συμβιβασμούς.

Από την άλλη πλευρά, η Κεντροαριστερά βρίσκεται αντιμέτωπη με την αδυναμία της να μετατρέψει την πανστρατιά υπέρ του Συντάγματος σε ένα θετικό, πλειοψηφικό κυβερνητικό πρόγραμμα εκλογικής συνεργασίας. Χωρίς δομικές αναθεωρήσεις και συμβιβασμούς στο πεδίο του campo largo και χωρίς μια οικονομική ατζέντα που να μιλά στην καρδιά της εργατικής τάξης και της περιφέρειας, ο δρόμος προς τις εκλογές του 2027 παραμένει αβέβαιος και ολισθηρός.

Το πνεύμα της 2ας Ιουνίου 1946 – το πνεύμα του συνταγματικού συμβιβασμού, του αντιφασισμού, της θεσμικότητας  του Κοινοβουλίου και της ύπαρξης θεσμικών αντίβαρων και κοινωνικής συμμετοχής –  παραμένει το πιο ζωντανό και επίκαιρο στοιχείο όχι μόνον για την ιταλική, αλλά για τη γενικότερη, πολιτική ζωή στην ήπειρό μας. Ογδόντα χρόνια μετά, η ανθεκτικότητα αυτών των αξιών δοκιμάζεται καθημερινά στις κάλπες, στα δικαστήρια και στους δρόμους της Ιταλίας, αποδεικνύοντας ότι η Δημοκρατία και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν δεν είναι μια μόνιμη κατάκτηση, αλλά μια συνεχόμενη, καθημερινή διεκδίκηση και πάλη.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Το Φεστιβάλ των Καννών και το Μανιφέστο αντι-Μπολορέ: Η πρώτη μάχη ενάντια στην ακροδεξιά πολιτιστική ηγεμονία

Ο «πόλεμος της οθόνης» έχει μόλις αρχίσει, με αφορμή τις Κάννες. Το αποτέλεσμά του θα καθορίσει το πνευματικό πρόσωπο της Ευρώπης για τις επόμενες δεκαετίες.

Πώς η Τουρκία εργαλειοποιεί στο Αιγαίο τις de facto πρακτικές του Τραμπ και το νομοθετικό μοντέλο του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη

Η Τουρκία εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη σιωπηρή συναίνεση της Ελλάδας και τη συνέργεια σε μεγάλο βαθμό των έκνομων πράξεων σε επίπεδο διεθνούς δικαίου.
ΣΥΝΑΦΗ

Προβολή ταινίας: «Η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ» στο ΑΠΘ από τους φοιτητές του ΔΠΜΣ

Γυναικοκτονία στην Καλαμάτα: Απολογείται στον ανακριτή ο δράστης

Ημέρα διαλόγου στη Θεσσαλονίκη: Προϋποθέσεις για μια κυρίαρχη χώρα

Λαβρόφ: «Σύντροφε Ραούλ, χρόνια πολλά»

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα