ΑΘΗΝΑ
23:05
|
28.05.2024
Δεν υπάρχει τίποτε ευκολότερο από το να χαϊδεύει κανείς τα αυτιά της αστυνομίας, του κράτους, και μιας κοινής γνώμης.
ΑΤ Αγίων Αναργύρων
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η εβδομάδα που πέρασε από την τραγική δολοφονία της Κυριακής Γρίβα από τον πρώην σύντροφό της έξω από το αστυνομικό τμήμα των Αγίων Αναργύρων δεν σημαδεύτηκε μόνο από την οδύνη για τον άδικο χαμό μιας νέας γυναίκας και τη δικαιολογημένη αγανάκτηση για την ολιγωρία ή και την αδιαφορία ακόμη της Ελληνικής Αστυνομίας ενώπιον μιας προφανούς υπόθεσης έμφυλης βίας. Μας φιλοδώρησε και με νέα ανείπωτα χαμηλά πολιτικής ξεδιαντροπιάς και υποκρισίας, αλλά και στιγμές κραυγαλέας πολιτικής αμηχανίας και αυτοματισμού.

Πραγματικά, πώς αλλιώς να κατανοήσει κάποιος την αποστροφή, όχι ενός μόνο πολιτικού στελέχους της Νέας Δημοκρατίας, πως εάν «ο φρουρός που ήταν στο τμήμα… είχε βγάλει το όπλο του πριν ο δράστης μαχαιρώσει την άτυχη γυναίκα και να τον είχε πυροβολήσει, πιθανόταταθα μιλούσε η αντιπολίτευση για ακραία αστυνομική βία, θα είχε προφυλακιστεί ο αστυνομικός και θα κινδύνευε να περάσει τη ζωή του στη φυλακή»; Την πρωθυπουργική διακήρυξη πως «[ν]αι, τα περιπολικά πρέπει να γίνονται και ταξί για να προστατεύσουν τον πολίτη»; Και από την άλλη, την στάση σύσσωμης σχεδόν της (αριστερής) αντιπολίτευσης σε σχέση με την ανάγκη ποινικής κατοχύρωσης της γυναικοκτονίας, ως άμεση αντίδραση στη δολοφονία της Κυριακής Γρίβα;

Και οι δυο αυτές πολιτικές στάσεις, με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό η καθεμιά, αποφεύγουν την ουσία του προβλήματος, η οποία είναι βέβαια η αντιμετώπιση, με ουσιαστικούς κοινωνικούς όρους, της ζοφερής πραγματικότητας της έμφυλης βίας. Αποσκοπώντας στο να κερδίσουν έδαφος σε αμφίβολης αξίας πολιτικές μάχες σημείων ή ακόμη περισσότερο να χαϊδέψουν τα αυτιά των συγκεκριμένων ακροατηρίων που στοχεύουν ενόψει και των επερχόμενων εκλογών, ευθύνονται και οι δύο για το φούσκωμα του ποταμιού του συναισθηματισμού σε μέσα ενημέρωσης και μέσα κοινωνικής δικτύωσης την περασμένη εβδομάδα: δεν ήταν μόνο η βαθιά οδύνη για τη γυναικοκτονία της Κυριακής και τις αχαρακτήριστες περιστάσεις, οι οποίες οδήγησαν σε αυτή, που κατέκλυσε το δημόσιο λόγο, αλλά και ιαχές τύπου «τη σκότωσε γιατί είναι δολοφόνος», «κτήνος» και άλλες παρόμοιες που απευθύνθηκαν στον δράστη, ο οποίος, όπως δείχνουν οι αποκαλύψεις και τα περιστατικά που έχουν μεσολαβήσει, και γνωστό κακοποιητικό παρελθόν είχε αλλά και φανερό είναι πως χρειαζόταν ψυχιατρικής παρακολούθησης και βοήθειας σε προγενέστερο χρονικό σημείο.

Οι λεπτομέρειες για τα χαρακτηριστικά των τραγικών πρωταγωνιστών της υπόθεσης είναι βέβαια αδιάφορες για το τιμωρητικό ξέσπασμα του ευρύτερου κοινού, ξέσπασμα το οποίο δεν αποτελεί, όπως είχε παρατηρήσει και ο Εμίλ Ντυρκέμ, κάτι αξιοπερίεργο. Όπως δεν είναι αξιοπερίεργη και η μεσολαβημένη αναπαράσταση αυτού του αισθήματος από τα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, και κατά συνέπεια η ανεξέλεγκτη μεγέθυνσή των ηθικών πανικών που αντιστοιχούν σε αυτό. Ωστόσο, είναι φανερό πως ακόμη και αν αρκεστούμε στον (απλούστερο αλλά επαρκή) ορισμό της γυναικοκτονίας ως «δολοφονίας μιας γυναίκας από έναν άνδρα επειδή είναι γυναίκα», τίποτε στην αντίδραση αυτή δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση, πόσο μάλλον στο ξεπέρασμα ενός φαινομένου που έχει βαθιές και εκτεταμένες ρίζες στις ιεραρχίες και τις εξουσιαστικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη κοινωνία. Η οδύνη και η οργή του κοινού όμως δεν αφορούν και δεν αγγίζουν ούτε την πατριαρχία, ούτε τον καπιταλισμό. Η οδύνη και η οργή του κοινού αφορούν το θύμα και τον θύτη μιας δολοφονίας.

Αυτή ακριβώς είναι η βάση της αξιολόγησης στη δική μου σκέψη της στάσης της πολιτικής (όχι μόνο των πολιτικών, αλλά και όλων αυτών που εκφέρουν δημόσιο λόγο από θέση σχετικής δύναμης – εκπροσώπων φορέων και οργανώσεων, πανεπιστημιακών νομικών,  κοινωνιολόγων, ψυχολόγων και ναι, κάποιων εγκληματολόγων). Μου φαίνεται ότι και οι δύο στάσεις στις οποίες αναφέρθηκα παραπάνω συντελούν στο να μην υπάρξει, τελικά, δημόσιος (διά)λογος για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας – ούτε και της γυναικοκτονίας. Θα αρκεστώ εδώ, λόγω των ειδικών ενδιαφερόντων μου και προηγούμενων δημόσιων τοποθετήσεών μου,  να υποστηρίξω τη σκέψη μου αυτή στο πλαίσιο της συζήτησης που αφορά την αστυνομία.

Σε ό,τι έχει να κάνει με την κυβέρνηση, και τις υπόλοιπες αντιδραστικές δυνάμεις που στοιχίζονται γύρω της, η εστίαση στην πολιτική υπεράσπιση και κάλυψη της υπαρκτής αστυνομίας υπήρξε βέβαια αναμενόμενη. Ας ασχοληθούμε πρώτα με τη φτηνιάρικη ατάκα που θέτει το πρόβλημα σε εντελώς εσφαλμένη βάση, πως «αν ο αστυνομικός πυροβολούσε, η αριστερά θα διαμαρτυρόταν για την καταχρηστική βία». Αν ο αστυνομικός ασκούσε προληπτικά βία, συμπεριλαμβανομένου και του πυροβολισμού, η χρήση της βίας και το αποτέλεσμά της (η ακινητοποίηση, πιθανόν και ο θάνατος του δράστη) θα κρινόταν με βάση τους κανόνες που ρυθμίζουν αυτή τη χρήση, κανόνες οι οποίοι δεν είναι μόνο νομικοί, αλλά και τεχνικοί, οι οποίοι συγκεκριμενοποιούν τις αφηρημένες έννοιες που συναντά κανείς στα νομοθετικά κείμενα (π.χ. «αναλογική», «πρόσφορη» κτλ. βία).

Υποτίθεται ότι αυτοί οι τεχνικοί κανόνες, και οι τεχνικές της εφαρμογής τους αποτελούν μέρος της εκπαίδευσης των αστυνομικών και στην Ελλάδα. Βέβαια η μακρά αλυσίδα περιστατικών υπέρμετρης και καταχρηστικής αστυνομικής βίας δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες όχι μόνο για το τι πραγματικά συμβαίνει, αλλά και για το τι πραγματικά ισχύει: στο πλαίσιο της ίδιας παραπάνω αποστροφής τέθηκε άλλωστε και το θέμα της αναθεώρησης των «κανόνων εμπλοκής», για τους οποίους όλοι μιλάνε και κανένας δεν έχει δεί (αν υποθέσουμε, εύλογα, ότι πρόκειται για κάποιους άλλους ευρύτερους κανόνες από αυτούς του Ποινικού Κώδικα, του π.δ. 254/2004 και του Ν.3169/2003).

Το ερώτημα συνεπώς έχει να κάνει με την αλληλουχία των περιστάσεων και των ενεργειών που οδηγούν στο αναπόφευκτο του πυροβολισμού. Εδώ εννοώ κάτι περισσότερο από τα όσα διαδραματίστηκαν έξω από το αστυνομικό τμήμα των Αγίων Αναργύρων: η αξία της παραπάνω ατάκας έγκειται στο ότι καταδεικνύει πως στο φαντασιακό των απολογητών της αντίδρασης, κυβερνητικών και λοιπών, η αστυνομία είναι πάντα βία, συμπεριλαμβανομένης πάντοτε ήδη και της θανάσιμης βίας. Αυτό είναι και το μέτρο κρίσης της άλλης ατάκας, πως «το περιπολικό πρέπει να γίνεται και ταξί»: αυτή εκτοξεύθηκε από τον πρωθυπουργό  επί των ημερών του οποίου συστηματοποιήθηκε η εφαρμογή ενός δόγματος το οποίο εξαπόλυσε στο δημόσιο χώρο την αστυνομική βία τόσο θεωρητικά («νόμος και τάξη!»), όσο και πρακτικά, με την αναδιάταξη του προσωπικού της αστυνομίας σε καθήκοντα καταστολής στο δημόσιο χώρο πρώτιστα, ακόμη και με σοβαρότατες εκπτώσεις στο όποιο επαγγελματικό προφίλ είχε σχηματίσει η υπαρκτή ελληνική αστυνομία μεταπολιτευτικά. Η στελεχιακή αποψίλωση των αστυνομικών τμημάτων, συνεπώς, και οι «δυσλειτουργίες» στην επαφή της αστυνομίας με τον πολίτη, τις οποίες καταγγέλλουν και οι συνδικαλιστές αστυνομικοί, με αφορμή ακόμη και το πρόσφατο περιστατικό, χρεώνονται απευθείας τόσο στον πρωθυπουργό αυτόν όσο και στον υπουργό του, του οποίου δικαίως ζητήθηκε η παραίτηση.

Αυτά σημαίνουν και ότι η γυναικοκτονία της περασμένης Δευτέρας δεν υπήρξε αποτέλεσμα «αστοχίας» στην εφαρμογή των σχετικών πρωτοκόλλων για την ύπαρξη και, πλέον, την αναθεώρηση των οποίων βομβαρδίζεται ειδησεογραφικά η εμβρόντητη κοινή γνώμη τις τελευταίες ημέρες. Η βάση αυτής της κριτικής είναι και αυτή παραπλανητική, γιατί η τελευταία είναι βολική για να συγκεντρωθούν οι ευθύνες σε ένα μικρό αριθμό χαμηλόβαθμων αξιωματικών και υπαξιωματικών της αστυνομίας, ενώ η βασική αστοχία που αποσιωπάται και αποκρύπτεται είναι το άτοπο της αναζήτησης μιας προνοιακής λειτουργίας σε ένα μηχανισμό, ο οποίος λειτουργεί με αποστολή την καταστολή: η μόνιμη πηγή της αστοχίας είναι ο εμπεδωμένος μιλιταρισμός και γραφειοκρατισμός της υπαρκτής ελληνικής αστυνομίας, τους οποίους κανένα φιλότιμο και κανένας επαγγελματισμός μεμονωμένων στελεχών (ασφαλώς υπάρχουν) δεν θα μπορούσαν να ανατρέψουν.

Άλλωστε και τα ίδια τα «πρωτόκολλα» είναι τυλιγμένα στην παραδοσιακή μυστικοπάθεια που υπαγορεύει δήθεν η «δημόσια ασφάλεια»: εάν όμως επρόκειτο πράγματι για ζήτημα προστασίας, προφανώς αυτά ως ρύθμιση της δράσης μιας δημόσιας δύναμης σε ένα «δημοκρατικό κράτος δικαίου» θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί και συμφωνηθεί στη βάση ευρύτατης δημόσιας διαβούλευσης προτού τεθούν σε ισχύ. Αλλά η «δημόσια ασφάλεια» είναι η γενεσιουργή αιτία της ψύχωσης ότι ο κακός, ο κακοποιητής, ο γυναικοκτόνος όχι μόνο παραμονεύει παντού, αλλά θα είναι και «ένα βήμα μπροστά από τις διωκτικές αρχές».

Δεν υπάρχει άλλωστε και κάτι το οποίο να πείθει πως γενικά η υπαρκτή αστυνομία γενικά είναι ο κατάλληλος μηχανισμός για την πρόληψη της έμφυλης βίας: αν η ανασκόπηση της διεθνούς ερευνητικής βιβλιογραφίας είναι υπερβολικό να γίνει εδώ, αρκεί κανείς να ανατρέξει στις δημόσιες εκθέσεις επιθεωρήσεων αστυνομιών άλλων χωρών, όπως για παράδειγμα της Μ. Βρετανίας, οι οποίες κατ’ επανάληψη διαπιστώνουν δομικές ανεπάρκειες, ελλείψεις και ασυγχρονίες των σχετικών μηχανισμών και των πολιτικών – αυτά σε μια χώρα που η ανάδειξη του φαινομένου της έμφυλης βίας ως πολιτικού ζητήματος έχει υπάρξει κορυφαία κατάκτηση του φεμινιστικού κινήματος και οι σχετικές πολιτικές μετρούν δεκαετίες ύπαρξης.

Υπάρχει ωστόσο μια θρυαλλίδα στα θεμέλια της αντίληψης ότι η ζύμωση της υπαρκτής αστυνομίας με την κοινωνία των πολιτών και τα κινήματα θα οδηγήσει σε ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος. Ακόμη και όταν η αστυνομία βάζει στο παιχνίδι την πολιτική κοινωνία (μέσα από ενημερώσεις, εκπαιδεύσεις, σεμινάρια, «διαμόρφωση καλών πρακτικών»), η κύρια επένδυση δεν πραγματοποιείται σε ένα προνοιακό, αλλά σε ένα κατασταλτικό μηχανισμό: η αστυνομία είναι πάντα βία. Έτσι αντί να γίνεται συζήτηση για το ξεπέρασμα νοοτροπιών, ιεραρχιών, εξουσιαστικών σχέσεων, αντί να γίνεται επένδυση σε αυτά, αλλά και σε δράσεις και σε ανοιχτές, συμπεριληπτικές και οριζόντιες δομές στη λογική της μετασχηματιστικής δικαιοσύνης, με στόχο την ενημέρωση, τη διαφώτιση, την πρόνοια και πρώιμη παρέμβαση, την προστασία και τη φροντίδα, φτάνουμε πάντα στη στιγμή του πυροβολισμού. Η στιγμή της αστυνομικής αντίδρασης είναι η πάντα η στιγμή της πολιτικής Αντίδρασης.

Τα παραπάνω με πολύ απλά λόγια σημαίνουν ότι η ορθή προοδευτική (ναι, η αριστερή) πολιτική γραμμή είναι η αμφισβήτηση του κατασταλτισμού και, ναι, η αποεπένδυση στην αστυνομία. Αυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο σε μια χώρα που υφίσταται εδώ και πάνω από μια δεκαετία τη σαρωτική ορμή της οικονομικής λιτότητας, της αποψίλωσης του κοινωνικού κράτους, της βίαιης επιβολής του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού (ο οποίος και υπαγορεύει την αναζήτηση του ατομικά υπόλογου αστυνομικού, αλλά και αυτή του «κτήνους», του «γεννημένου δολοφόνου/γυναικοκτόνου»). Τι νόημα έχει συνεπώς η εν χορώ προβολή του αιτήματος της κατοχύρωσης της γυναικοκτονίας ως ιδιωνύμου εγκλήματος, και συνεπώς η προσχώρηση στη λογική ότι ο (εξειδικευμένος…) τιμωρητισμός και η φυλακή, αυτό το  θερμοκήπιο της τοξικής αρρενωπότητας, θα είναι η βασιλική οδός στην αντιμετώπιση της έμφυλης βίας;

Και σε αυτό το σημείο, η σχετική ερευνητική βιβλιογραφία από χώρες που ακολούθησαν αυτό το μονοπάτι εδώ και δεκαετίες προσφέρει βάσιμες ενδείξεις για το ότι η προσφυγή στο ποινικο-κατασταλτικό σύστημα και η αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου και των ποινών δεν οδηγεί σε περιορισμό της έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης και της σεξουαλικής. Δεκαετίες μετά και αυτές τις αυστηροποιητικές μεταρρυθμίσεις, παραμένουν μπροστά μας θεμελιώδη προβλήματα στην αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, όπως είναι οι «αστοχίες» του αστυνομικού μηχανισμού και του ποινικο-κατασταλτικού συστήματος, και βέβαια η σιωπή μιας κοινωνίας που πλέον συνθλιβόμενη από τη νεοφιλελεύθερη οικονομική, πολιτική και ιδεολογική ασφυξία αποβάλλει τις όποιες προστατευτικές ποιότητες ενός αναπτυγμένου και λειτουργικού κοινωνικού ιστού που θα μπορούσε να διαθέτει.

Δεν υπάρχει τίποτε ευκολότερο από το να χαϊδεύει κανείς τα αυτιά της αστυνομίας, του κράτους, και μιας κοινής γνώμης, η οποία αφήνεται βορά στα πιο αιμοβόρα ένστικτα. Η δεξιά το κάνει. Όσοι είναι ταγμένοι στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης και του κοινωνικού μετασχηματισμού οφείλουν να κάνουν κάτι εντελώς διαφορετικό: να μιλήσουν για αποεπένδυση στην αστυνομία, για μετασχηματιστική δικαιοσύνη και να παλέψουν αυτές τις υποθέσεις μέσα στην κοινωνία. Με δυο λόγια, να ξαναβρούν επιτέλους το θάρρος να εμπλακούν σε γνήσια πολιτικές συγκρούσεις.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Στην Αθήνα από την Κύπρο αύριο, ο εμίρης του Κατάρ

Ενδυνάμωση του ΕΣΥ ζήτησε από τη Ρόδο ο Ανδρουλάκης

Πέθανε από καρκίνο ο Γιώργος Προβόπουλος

Πώς να μην ντυθείτε και τι να μην πάρετε μαζί σας αύριο στον τελικό της Conferance League

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα