«Δεν υιοθετώ», αξίζει όμως να μην περάσει απαρατήρητο ένα σενάριο που συζητείται εντόνως στις ρούγες και στους δρυμούς: μήπως η Συρία ήταν μια παγίδα που τελικά απέφυγαν Ρωσία και Ιράν; Δεδομένου ότι η αιφνίδια πτώση του Άσαντ είναι σαφέστατα και αδιαπραγμάτευτα μια σημαντική ήττα για Ρωσία και Ιράν, τα παρακάτω εκτίθενται με τη ρητή υποσημείωση πως, πέρα από την αναλυτική αξία τους, μπορεί να είναι και αυτό που λέμε κόουπ, cope («μηχανισμός αντιμετώπισης ή αυταπάτη στην οποία προσκολλάται κάποιος για να αντέξει μια απελπιστική κατάσταση», κοινώς για να την παλέψει). Αξίζει όμως να έχουμε υπόψη τη συζήτηση.
Ανάμεσα στις πολλές θεωρίες που κυκλοφορούν, λοιπόν, μία από τις πιο επίμονες είναι η ιδέα ότι η Δύση μετέτρεψε σκόπιμα τη Συρία σε γεωπολιτική παγίδα για να μπλέξει αντιπάλους όπως η Ρωσία και το Ιράν σε μακροχρόνια άμεση φθορά για την υποστήριξη μιας δομής εξουσίας στη Συρία η οποία απλώς δε διασωζόταν με τίποτα στους νέους όρους του εκεί παιχνιδιού. Ενώ ορισμένοι το διαγιγνώσκουν ως μια υπολογισμένη στρατηγική, άλλοι το θεωρούν ως συνέπεια κακής διαχείρισης και λανθασμένων επεμβάσεων. Ανεξάρτητα από την πρόθεση, τα αποτελέσματα της σύγκρουσης εξυπηρέτησαν αναμφισβήτητα τα δυτικά συμφέροντα αποδυναμώνοντας αυτούς τους αντιπάλους και σπέρνοντας την αναταραχή στην περιοχή.
Η δυτική υποστήριξη προς τη συριακή αντιπολίτευση στα πρώτα στάδια του πολέμου έθεσε τις βάσεις για μια παρατεταμένη σύγκρουση. Η παροχή όπλων και χρηματοδότησης σε ομάδες κατά του Άσαντ, η οποία αρχικά διαμορφώθηκε ως ανθρωπιστική απάντηση στη βίαιη καταστολή των διαδηλωτών από τον Άσαντ, είχε συνέπειες που εκτείνονταν πολύ πέρα από τους άμεσους στόχους τους. Η στρατιωτικοποίηση της εξέγερσης εξασφάλισε ότι ο πόλεμος δεν θα τελείωνε γρήγορα, αναγκάζοντας ουσιαστικά τους συμμάχους του Άσαντ -τη Ρωσία και το Ιράν- να εμβαθύνουν την εμπλοκή τους. Αυτό, για ορισμένους παρατηρητές, δεν ήταν ένα ακούσιο αποτέλεσμα, αλλά ένας στρατηγικός ελιγμός για να υπερεπεκταθούν οι πόροι αυτών των κρατών, περιορίζοντας την ικανότητά τους να ασκούν επιρροή αλλού.
Η ιδέα να μπλέξουν η Ρωσία και το Ιράν σε ένα συριακό τέλμα παραπέμπει σε τακτικές της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Ακριβώς όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν τις δυνάμεις των Αφγανών μουτζαχεντίν τη δεκαετία του 1980 για να απομυζήσουν τη Σοβιετική Ένωση, ουκ ολίγοι πιστεύουν ότι η Συρία προσέφερε μια ευκαιρία να αποδυναμώσει τη Μόσχα και την Τεχεράνη. Τα συμφέροντα της Ρωσίας στη Συρία, ιδίως η στρατηγική ναυτική βάση της στην Ταρτούς, κατέστησαν αναπόφευκτη τη δέσμευσή της στο καθεστώς Άσαντ. Εξασφαλίζοντας ότι η σύγκρουση θα τραβήξει σε μάκρος, η Δύση μπορεί να επεδίωξε να εκμεταλλευτεί την ανάγκη της Ρωσίας να προστατεύσει τα περιφερειακά της ερείσματα. Ομοίως, η εμπλοκή του Ιράν στη Συρία -αναγκαία για τη διατήρηση της περιφερειακής επιρροής του και των γραμμών εφοδιασμού της Χεζμπολάχ- έχει εξαντλήσει τους πόρους του και έχει περιπλέξει τις ευρύτερες γεωπολιτικές φιλοδοξίες του.
Οι διφορούμενες και συχνά αντιφατικές πολιτικές της Δύσης στη Συρία προσδίδουν περαιτέρω βάρος στην υπόθεση της παγίδας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριξαν τις κουρδικές πολιτοφυλακές στη βόρεια Συρία, μια κίνηση που εξόργισε τη σύμμαχο στο ΝΑΤΟ Τουρκία, η οποία θεωρεί αυτές τις ομάδες ως προεκτάσεις της εξέγερσης του PKK. Αυτή η εξισορρόπηση μεταξύ της υποστήριξης των Κούρδων και του κατευνασμού της Τουρκίας δημιούργησε πρόσθετα επίπεδα αστάθειας. Αποτυχία της πολιτικής ή σκόπιμη προσπάθεια να αποτραπεί η επικράτηση οποιασδήποτε μεμονωμένης παράταξης; Πάντως η διατήρηση της διασπασμένης Συρίας εξασφάλισε ότι η σύγκρουση παρέμεινε μια δεξαμενή πόρων για όλους τους εμπλεκόμενους, ιδίως για τη Ρωσία και το Ιράν.
Μια άλλη αμφιλεγόμενη πτυχή είναι η υποτιθέμενη συνενοχή της Δύσης στην άνοδο των εξτρεμιστικών ομάδων. Ενώ η άμεση υποστήριξη των τζιχαντιστικών φατριών παραμένει ασαφώς σαφής και σαφώς ασαφής, οι αναφορές δείχνουν ότι οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών κώφευσαν στην ανάπτυξη ορισμένων ισλαμιστικών ομάδων που ήταν αποτελεσματικές στην καταπολέμηση των δυνάμεων του Άσαντ. Οι ομάδες αυτές περιέπλεξαν περαιτέρω τις προσπάθειες της Ρωσίας και του Ιράν να σταθεροποιήσουν τη χώρα, αναγκάζοντάς τες να εμπλακούν στρατιωτικά πέρα από τους αρχικούς τους στόχους. Είτε αυτό ήταν μια σκόπιμη στρατηγική είτε απλώς μια ακούσια συνέπεια μιας χαοτικής πολιτικής, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο: μια σύγκρουση που απαιτούσε όλο και μεγαλύτερες δεσμεύσεις από τους συμμάχους του Άσαντ.
Όμως δεν αποδέχονται όλοι την άποψη ότι η Συρία ήταν μια σκόπιμη παγίδα. Ορισμένοι θεωρούν τις ενέργειες της Δύσης ως μια σειρά από λανθασμένους υπολογισμούς παρά ως μια συνεκτική στρατηγική. Η συριακή εξέγερση ήταν μέρος της ευρύτερης Αραβικής Άνοιξης: αν ο στόχος ήταν πραγματικά η αποδυνάμωση των αντιπάλων, θα ισχυρίζονταν, η επακόλουθη άνοδος του ISIS και η επακόλουθη προσφυγική κρίση υποδηλώνουν ότι το σχέδιο απέτυχε, δημιουργώντας προβλήματα στην ίδια τη Δύση. Όσο να πεις, αν μη τι άλλο τα κύματα προσφύγων δεν τα λες και ‘everything goes according to plan’.
Η περιορισμένη στρατηγική αξία της Συρίας σε σύγκριση με άλλα κράτη της Μέσης Ανατολής θέτει επίσης υπό αμφισβήτηση τη θεωρία της παγίδας. Σε αντίθεση με το Ιράκ, με τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου, η Συρία προσφέρει ελάχιστα άμεσα οικονομικά οφέλη. Αυτή η έλλειψη σαφούς στρατηγικού ενδιαφέροντος καθιστά δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η Δύση επένδυσε σημαντική προσπάθεια για τη δημιουργία μιας σκόπιμης εμπλοκής. Αντιθέτως, το χάος μπορεί να αντανακλά την έλλειψη δέσμευσης και σαφών στόχων παρά ένα γενικό σχέδιο.
Παρ’ όλα αυτά, τα αποτελέσματα της σύγκρουσης ευθυγραμμίζονται εντυπωσιακά με τα δυτικά στρατηγικά συμφέροντα. Η στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στη Συρία αποστράγγισε τους πόρους της και την απέσπασε από άλλες γεωπολιτικές ενασχολήσεις, όπως η Ουκρανία. Η εκτεταμένη υποστήριξη του Ιράν προς τον Άσαντ αποδυνάμωσε την ικανότητά του να προβάλλει ισχύ μέσω των περιφερειακών εντολοδόχων του (αν και του έδινε εδαφική δίοδο τροφοδοσίας στο Λίβανο). Παράλληλα, το Ισραήλ εκμεταλλεύτηκε το χάος για να εδραιώσει τη θέση του στα Υψίπεδα του Γκολάν και να μειώσει την απειλή που αποτελούσε ο κάποτε ισχυρός συριακός στρατός.
Η θεωρία της «παγίδας» ισχυρίζεται ότι εάν Ρωσία και Ιράν έδιναν σήμερα μακρά μάχη μέχρις εσχάτων για την παραμονή του Άσαντ στην εξουσία, αυτό θα αποσπούσε προσοχή, δυνάμεις και πόρους σε τέτοιο βαθμό από άλλους κινδύνους και έγνοιες γι’ αυτές τις χώρες -από την Ουκρανία μέχρι το Ισραήλ– που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε θανάσιμη στιγμή αδυναμίας γι’ αμφότερες. Αφήνοντας τον Άσαντ και τη Δαμασκό στη μοίρα τους, σαφώς ηττώνται ως προς πρότερες στρατηγικές τους επιλογές, αλλά γλιτώνουν από το χειρότερο σενάριο: ενός πολύμηνου βαλτώματος στο έδαφος της Συρίας την ώρα που ο άξονας ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-Ουκρανία-Ισραήλ θα ετοιμάζονταν για χορογραφημένες πρωτοβουλίες δημίου. Σε αυτό το πλαίσιο, η εμπλοκή στην παγίδα απεφεύχθη -όχι όμως χωρίς κόστος. Το κενό εξουσίας που άφησε η αποδυνάμωση της επιρροής του Άσαντ στη χώρα δημιούργησε περαιτέρω αστάθεια. Διάφορες φατρίες, από κουρδικές πολιτοφυλακές έως ισλαμιστικές ομάδες όπως η Hayat Tahrir al-Sham ελέγχουν τώρα διάφορα μέρη της Συρίας. Η ενδεχόμενη αναζωπύρωση του ISIS παραμένει μια απειλή, η οποία θα μπορούσε να προσελκύσει περιφερειακές και διεθνείς δυνάμεις πίσω στη μάχη. Για τις θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες της Συρίας -Χριστιανούς, Αλαουίτες, Δρούζους- η κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας αποτελεί υπαρξιακή απειλή, περιπλέκοντας περαιτέρω τις προσπάθειες ανοικοδόμησης του έθνους.
Είτε η Συρία ήταν μια σκόπιμη παγίδα, είτε το αποτέλεσμα λανθασμένης πολιτικής, οι συνέπειες είναι σαφείς. Η σύγκρουση αποδυνάμωσε τη Ρωσία και το Ιράν, αποσταθεροποίησε την περιοχή και άφησε ένα άλλοτε συνεκτικό κράτος κατακερματισμένο πέρα από κάθε αναγνώριση. Εκατομμύρια Σύριοι έχουν εκτοπιστεί και το έθνος βρίσκεται σε ερείπια. Το ενδεχόμενο όμως η εναλλακτική να ήταν, για τα μάτια του Άσαντ, η έναρξη του μεγάλου πολέμου στο timing της Δύσης, με τους όρους της Δύσης, και με νέα διαρκή χαίνουσα πληγή στα πλευρά τόσο της Ρωσίας όσο και του Ιράν θα ήταν εκ των πραγμάτων εφιαλτικό.
Τέτοια συζητούν διεθνώς στις ψηφιακές ρούγες και στους διαδικτυακούς δρυμούς, λίγο πολύ. Cope και μηχανισμός ψυχολογικής διαχείρισης ενώπιον μιας μεγάλης ήττας; Ή ευφυής κυνική και στρατηγική προσέγγιση; Με την ταχύτητα που εξελίσσεται το ενιαίο πλέον παγκόσμιο πολεμικό μέτωπο, μάλλον θα γνωρίζουμε πολύ νωρίτερα απ’ ότι θα θέλαμε.
