Δεκατρείς στρατιώτες στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό καταδικάστηκαν σε θάνατο, με την απόφαση να αποσκοπεί στην εμπέδωση της στρατιωτικής πειθαρχίας, μετέδωσε το Reuters την Τετάρτη, επικαλούμενο τοπικούς αξιωματούχους. Οι καταδικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν από στρατιωτικό δικαστήριο στην επαρχία του Βόρειου Κίβου, αφορούσαν κατηγορίες για φόνο, λεηλασία και δειλία.
Η απόφαση έρχεται καθώς οι κυβερνητικές δυνάμεις πολεμούν ομάδες ανταρτών στις ασταθείς ανατολικές περιοχές της χώρας. Ο στρατός επιδιώκει να διατηρήσει την πειθαρχία μεταξύ των στρατευμάτων του καθώς αντιμετωπίζει επιθέσεις από τους αντάρτες. Ο Μακ Χαζουκάι, εκπρόσωπος του στρατού είπε ότι οι πράξεις απειθαρχίας, συμπεριλαμβανομένης της λιποταξίας και των εσωτερικών συγκρούσεων, επέτρεψαν στους αντάρτες να αποκομίσουν εδαφικά κέρδη.
«Μερικοί από τους στρατιώτες που υποτίθεται ότι πολεμούν τον εχθρό στο μέτωπο έχουν δείξει ένα είδος απειθαρχίας. Έπρεπε να οργανώσουμε αυτήν την εκπαιδευτική δίκη για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους», είπε ο Χαζουκάι στο Reuters.
Δικάστηκαν συνολικά 24 στρατιώτες. Πέραν των δεκατριών θανατοποινιτών, τέσσερις καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης από δύο έως δέκα χρόνια, έξι αθωώθηκαν και μία υπόθεση βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση.
Ο Καμπάλα Καμπούντι, στρατιωτικός εισαγγελέας του Κονγκό, είπε ότι οι δίκες είχαν σκοπό «να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ του στρατού και του πληθυσμού». Πρόσθεσε ότι οι καταδικασθέντες δήλωσαν αθώοι και έχουν στη διάθεσή τους πέντε ημέρες για να εφεσιβάλουν τις ποινές τους.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο στρατός της ΛΔ Κονγκό επιβάλλει σκληρές ποινές. Τον Ιούλιο του περασμένου έτους, ένα στρατιωτικό δικαστήριο στο Μπουτέμπο καταδίκασε 25 στρατιώτες σε θάνατο για λιποταξία κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με αντάρτες. Αργότερα τον ίδιο μήνα, 16 ακόμη στρατιώτες καταδικάστηκαν σε θάνατο για φυγή από τη μάχη στην επαρχία Βόρειου Κίβου και άλλοι έξι σε ξεχωριστή υπόθεση.
Η ΛΔ Κονγκό επιτρέπει τη θανατική ποινή, αν και είχε τηρήσει de facto μορατόριουμ στις εκτελέσεις από το 2003. Η κυβέρνηση ήρε το μορατόριουμ τον Μάρτιο 2024, οδηγώντας σε αύξηση των θανατικών ποινών, ιδιαίτερα για το στρατιωτικό προσωπικό. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Ροσέ Μουτόμπο Κιέσε Kiese είπε τότε ότι η επαναφορά της θανατικής ποινής ήταν απαραίτητη για να αποτραπεί το έγκλημα που σχετίζεται με συμμορίες, να απαλλάξει τον στρατό της χώρας από τους προδότες και να σταματήσει τη συνεργασία κατοίκων με εγκληματίες αντάρτες.
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων επέκριναν την επαναφορά της θανατικής ποινής, ειδικά την εφαρμογή της στο στρατιωτικό προσωπικό. Οι επικριτές της άρσης του μορατόριουμ υποστηρίζουν ότι η πρακτική δεν αντιμετωπίζει βαθύτερα ζητήματα εντός των ενόπλων δυνάμεων, όπως η κακή εκπαίδευση, η έλλειψη πόρων και η διαφθορά. Αντίθετα, έχουν ζητήσει μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του στρατού.
