Ενδιαφέρουσες επισημάνσεις γύρω από την ανθεκτικότητα εκατοντάδων ειδών ζιζανίων στα σύγχρονα ζιζανιοκτόνα έκαναν σήμερα εισηγητές που συμμετείχαν στη σημερινή ημερίδα που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων του ΕΛΓΟ -Δήμητρα στη Θεσσαλονίκη, με θέμα «Διαχείριση της ανθεκτικότητας των ζιζανίων στα ζιζανιοκτόνα».
Μεταξύ άλλων πολλοί από τους εισηγητές συμφώνησαν πως πλέον βρισκόμαστε «στο σημείο πριν το…μηδέν» σε ό,τι αφορά την πολλαπλή ανθεκτικότητα των ζιζανίων σε εγκεκριμένες δραστικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη και στη χώρα μας.
Προειδοποίησαν δε πως εάν δεν αναληφθεί άμεσα δράση από όλους τους εμπλεκόμενους στον κλάδο του πρωτογενούς τομέα (επιστήμονες, γεωπόνους, παραγωγούς, βιομηχανίες και την πολιτεία), τότε δεν αποκλείεται το σκηνικό που θα δημιουργηθεί «να θυμίζει την εποχή του ξεσπάσματος της πανδημίας προτού δημιουργηθούν τα κατάλληλα φάρμακα».

Οι εισηγητές, συμφώνησαν ότι στη «μάχη» καθυστέρησης εκδήλωσης ανθεκτικότητας των ζιζανίων στα ζιζανιοκτόνα, το πρώτο όπλο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί είναι η εναλλαγή καλλιεργειών (αμειψισπορά) και ακολουθεί η χρήση και εφαρμογή των εγκεκριμένων χημικών ουσιών σε συνδυασμό όμως με μη χημικές μεθόδους. «Αν δεν ρίξουμε…χθες στη μάχη τα δύο προαναφερόμενα όπλα, τότε δεν υπάρχει σωτηρία», επισήμανε εμφατικά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κύριος ερευνητής «ολοκληρωμένης διαχείρισης ζιζανίων» του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, Θωμάς Γιτσόπουλος.
Τη μεγάλη του ανησυχία για την πολλαπλή ανθεκτικότητα πολλών ζιζανίων στις εγκεκριμένες δραστικές/χημικές ουσίες που κυκλοφορούν στην αγορά και μάλιστα προτού μειωθεί επιπλέον ο αριθμός των σκευασμάτων στην ΕΕ ενόψει της πλήρους εφαρμογής της Πράσινης Συμφωνίας, εξέφρασε ο καθηγητής φαρμακολογίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ιωάννης Βόντας, διευθυντής του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ), Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ). Όπως τόνισε, έχουμε διάφορους δυσεξόντωτους οργανισμούς, παθογόνα και ζιζάνια και η χημική καταπολέμησή τους είναι η βάση της φυτοπροστασίας σε πολλές περιπτώσεις και περιοχές του κόσμου, ειδικά εκτός Ευρώπης, όπου καταγράφεται πολύ μεγάλο το ποσοστό χρήσης τους, ενώ στον αντίποδα στην ΕΕ «είναι γεγονός ότι υπάρχει κατεύθυνση μείωσής τους στην οποία και θα πάμε αργά ή γρήγορα».

Αυτό, γιατί όπως εξήγησε μπορεί να «πάγωσε» για δύο χρόνια το Green Deal της Ε.Ε. που αφορούσε στη μείωση των δραστικών ουσιών κατά 50% έως το 2030, «αλλά με πολύ μικρές τροποποιήσεις αυτή η συμφωνία αναμένεται να ενεργοποιηθεί πολύ σύντομα».
Θέλοντας να δώσει το στίγμα της εφαρμογής της προαναφερόμενης συμφωνίας, ο Βόντας υπενθύμισε ότι το 1990 υπήρχαν στην ΕΕ συνολικά 240 δραστικές ουσίες εντομοκτόνων, το 2000 αυτές μειώθηκαν σε 225 και το 2020 περιορίστηκαν περαιτέρω στις 90 και αυτό, όπως υπογράμμισε, «χωρίς να έχει ακόμη εφαρμοστεί το προωθούμενο Green Deal της Ε.Ε. που επιτάσσει την περαιτέρω απόσυρση των δραστικών ουσιών κατά 50%».
Στο πλαίσιο αυτό, λέγοντας ότι η ανθεκτικότητα σε συνδυασμό με τον διαρκώς μειούμενο αριθμό των δραστικών ουσιών απειλεί τη βιωσιμότητα των προγραμμάτων καταπολέμησης που «τρέχουν», ο ίδιος πρόσθεσε ότι «όσο λιγότερες δραστικές έχει κάποιος στη διάθεσή του, τόσο μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα ανθεκτικότητας που θα αντιμετωπίζει και τόσα περισσότερα δεδομένα θα χρειάζεται για να διαχειριστεί τις διαθέσιμες δραστικές με ορθολογικό τρόπο, ώστε να πετύχει αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση, αλλά και να μην αναπτυχθεί ανθεκτικότητα».
