Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε υποσχέσεις για γρήγορο τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ισχυριζόμενος ως γνωστόν ότι θα μπορούσε να επιλύσει τη σύγκρουση σε μόλις 24 ώρες. Η δήλωση αυτή, ενώ απευθυνόταν στους ψηφοφόρους που έχουν κουραστεί από τις παρατεταμένες διεθνείς συγκρούσεις, αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό από ειδικούς και αναλυτές εξωτερικής πολιτικής. Η πραγματικότητα του πολέμου στην Ουκρανία είναι πολύ πιο περίπλοκη από μια απλή διαπραγμάτευση μεταξύ δύο μερών. Στη σύγκρουση εμπλέκονται όχι μόνο η Ουκρανία και η Ρωσία, αλλά και πλήθος άλλων ενδιαφερομένων, συμπεριλαμβανομένων των μελών του ΝΑΤΟ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών. Πάντως, αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ευρύτερης στρατηγικής Τραμπ το να «κλείσει» το ουκρανικό όσο γίνεται πιο γρήγορα κι εύκολα. Το ερώτημα είναι το πώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο.
Η προσέγγιση του Τραμπ στη σύγκρουση στην Ουκρανία χαρακτηρίζεται από ένα μείγμα ρητορικής επιθετικότητας και πραγματισμού. Από τη μία πλευρά, έχει εκφράσει την επιθυμία να αποκλιμακώσει τις εντάσεις και να τερματίσει τον πόλεμο, ο οποίος έχει προκαλέσει τεράστια δεινά στον ουκρανικό λαό και έχει αποσταθεροποιήσει την περιοχή, θέτοντας αναποδράστως σε κίνηση έναν αργόσυρτο παγκόσμιο πόλεμο. Από την άλλη πλευρά, η ρητορική του είναι συχνά συγκρουσιακή, ιδίως όταν πρόκειται για την επιβολή κυρώσεων και δασμών στη Ρωσία (λες και υπάρχουν αμερικανικές κυρώσεις που δεν έχουν ήδη επιβληθεί στη Ρωσία…). Αυτή η δυαδικότητα στην προσέγγιση του Τραμπ αντανακλά τις ίδιες τις προκλήσεις της διαπραγμάτευσης με έναν αντίπαλο όπως η Ρωσία, η οποία έχει τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα και κόκκινες γραμμές.
(Μια από τις στιγμές-κλειδιά στη σύγκρουση στην Ουκρανία ήταν βέβαια τον Απρίλιο του 2022, όταν οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε εκεχειρία κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων στην Κωνσταντινούπολη. Όταν θα σταματούσε ο πόλεμος. Τρία χρόνια πριν. Ούτε δυο μήνες αφότου είχε ξεκινήσει. Οι όροι της συμφωνίας περιλάμβαναν την παραίτηση της Ουκρανίας από την ιδιότητα του δυνητικού μέλους του ΝΑΤΟ, την υιοθέτηση ουδέτερου καθεστώτος και τον περιορισμό του στρατιωτικού της μεγέθους με αντάλλαγμα διεθνείς εγγυήσεις ασφαλείας. Για μια σύντομη στιγμή φάνηκε ότι η ειρηνική επίλυση της σύγκρουσης ήταν εφικτή -για την ακρίβεια, σχεδόν υπογεγραμμένη πάνω στο τραπέζι. Ωστόσο, λόγω της παρέμβασης του τότε πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος προέτρεψε την Ουκρανία να συνεχίσει «μέχρι τη νίκη», βρισκόμαστε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα, με αδιανόητο κόστος για τους ίδιους τους Ουκρανούς. Η απόφαση αυτή, η οποία υποστηρίχθηκε από στοιχεία εντός της κυβέρνησης Μπάιντεν, εκτροχίασε ουσιαστικά την ειρηνευτική διαδικασία και παρέτεινε τον πόλεμο.)
Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ένα από τα κύρια εργαλεία του Τραμπ για την άσκηση πίεσης στη Ρωσία είναι η χρήση κυρώσεων και δασμών: πρώτη φορά ξανασυμβαίνει αυτό… Έχει απειλήσει να επιβάλει υψηλούς φόρους και κυρώσεις στις ρωσικές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, στοχεύοντας ιδιαίτερα στο ουράνιο και τα βαρέα κλάσματα πετρελαίου. Αν και τα μέτρα αυτά, ως υποτίθεται, έχουν ως στόχο να αποδυναμώσουν τη ρωσική οικονομία και να την αναγκάσουν να προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων -ως εάν να μην έχει ήδη επιχειρηθεί αυτό ad nauseam επί τριετία…- ενέχουν και σημαντικούς κινδύνους για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η Ρωσία είναι σημαντικός προμηθευτής εμπλουτισμένου ουρανίου, το οποίο είναι απαραίτητο για την αμερικανική βιομηχανία πυρηνικής ενέργειας. Η διακοπή αυτής της προμήθειας θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για τις ΗΠΑ. Παρομοίως, τα ρωσικά βαρέα κλάσματα πετρελαίου αποτελούν κρίσιμο συστατικό του ντίζελ, του καυσίμου αεροσκαφών κ.ο.κ. Συνεπώς, μην πυροβολούμε και τα πόδια μας…
Επιπλέον, η Ρωσία έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ανθεκτική στις κυρώσεις. Τα τελευταία τρία χρόνια, η ρωσική οικονομία έχει προσαρμοστεί στις δυτικές κυρώσεις, βρίσκοντας εναλλακτικές αγορές και αναπτύσσοντας εγχώριες βιομηχανίες. Το μπαηντενικό Plan A πήγε περίπατο -τώρα κυνηγάμε την αναβίωσή του με Τραμπ; Αυτή η ρωσική ανθεκτικότητα αποδεικνύει την αναποτελεσματικότητα της στρατηγικής κυρώσεων του Τραμπ και εγείρει ερωτήματα σχετικά με το αν η οικονομική πίεση από μόνη της μπορεί να εξαναγκάσει τη Ρωσία να κάνει παραχωρήσεις στην Ουκρανία. Εξ όσων διαφαίνεται, κάτι τέτοιο απλώς δε γίνεται.
Σε μια προσπάθεια να προωθήσει την ατζέντα του, ο Τραμπ διόρισε τον Κιθ Κέλογκ (Keith Kellogg) ως ειδικό απεσταλμένο του στην Ουκρανία, αναθέτοντάς του να τερματίσει τη σύγκρουση εντός 100 ημερών. Ο Κέλογκ, αντιστράτηγος εν αποστρατεία και πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, φέρνει πλούσια στρατιωτική εμπειρία. Ωστόσο, η έλλειψη διπλωματικής εμπειρίας εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ικανότητά του να πλοηγηθεί στις διαπραγματεύσεις που απαιτούνται για την επίλυση της σύγκρουσης στην Ουκρανία. Ο διορισμός του Κέλογκ αναδεικνύει επίσης την ένταση μεταξύ της επιθυμίας του Τραμπ να ελέγξει τις διαπραγματεύσεις και της ανάγκης για εξειδικευμένη διπλωματία. Ο Τραμπ έχει τη φήμη ότι χειρίζεται τις αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής με μικροδιαχείριση, παρακάμπτοντας συχνά τους παραδοσιακούς διπλωματικούς διαύλους. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε ασυνέπειες και παραπληροφόρηση, που σε διαπραγματεύσεις υψηλού ρίσκου με έναν στρατηγικό αντίπαλο όπως η Ρωσία περιπλέκουν έτι περαιτέρω τα πράγματα.
Από τη σκοπιά της Ρωσίας, οποιαδήποτε διαπραγματευτική διευθέτηση της σύγκρουσης στην Ουκρανία πρέπει να αντιμετωπίσει το ερώτημα της συνολικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Ο πρόεδρος Πούτιν έχει θέσει σαφείς προϋποθέσεις για την ειρήνη, μεταξύ των οποίων η απόσυρση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων από το Ντονμπάς, τη Ζαπορίζια και τη Χερσώνα, οι εγγυήσεις ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, η άρση των δυτικών κυρώσεων και η εγκαθίδρυση της Ουκρανίας ως ουδέτερου και αδέσμευτου κράτους.
Αυτές οι προϋποθέσεις είναι αδιαπραγμάτευτες για τη Ρωσία, η οποία θεωρεί την επέκταση του ΝΑΤΟ ως υπαρξιακή απειλή. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, η αποδοχή αυτών των όρων θα ήταν φοβερά δύσκολη, καθώς θα παραδεχόταν ουσιαστικά τη ρωσική κυριαρχία επί της Ουκρανίας κόντρα σε ό,τι έχουν δηλώσει, εγγυηθεί, ορκιστεί.
Η σύγκρουση στην Ουκρανία δεν είναι απλώς μια περιφερειακή διαμάχη: είναι ένας πόλεμος δι’ αντιπροσώπων μεταξύ των ΝΑΤΟ/Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας (λόγια του Στόλτενμπεργκ, όχι κανενός Ρώσου!). Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια διευθέτηση με διαπραγμάτευση που ευνοεί τη Ρωσία -δηλαδή τη μόνη διευθέτηση στην οποία θα συμφωνούσε η Ρωσία- θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σημαντικό πλήγμα στην αξιοπιστία και την επιρροή τους, ιδίως μεταξύ των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ. Ο Τραμπ καλείται είτε να «κλείσει» κάτι που δεν κλείνει εύκολα, είτε να δώσει παράταση σε κάτι που μπορεί να πάει μόνο σε κλιμάκωση. Και βέβαια, μια παρατεταμένη σύγκρουση στην Ουκρανία ενέχει τους δικούς της κινδύνους. Ο πόλεμος έχει ήδη αναλώσει τους πόρους του ΝΑΤΟ και έχει φανερώσει τις διαιρέσεις εντός της συμμαχίας. Όσο περισσότερο παρατείνεται η σύγκρουση, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα περαιτέρω αποσταθεροποίησης στην Ευρώπη και πέραν αυτής.
Το μέγα ζήτημα, βέβαια, είναι ότι καλώς ή κακώς η Ρωσία έχει κάθε λόγο να θεωρεί ότι έχει το πάνω χέρι. Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ αυτής, και συντριπτικά κατά των αντιπάλων της: οι αριθμοί είναι αμείλικτοι, η πλήρης κατάρρευση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων είναι ante portas (και το μετα-τραμπικό ηθικό του ουκρανικού στρατεύματος δε βοηθάει), οπότε ακολούθως περαιτέρω εδαφικά κέρδη θα είναι εκ των πραγμάτων ζήτημα απλού περιπάτου, με την Οδησσό να αποτελεί το κατεξοχήν επίδικο. Όσο πικροί κι αν είναι οι όροι της Ρωσίας για ΗΠΑ και Ε.Ε., ομολογουμένως το ενδεχόμενο να περιλαμβάνει η επόμενη μέρα (εάν δηλαδή δεν επιτευχθεί ταχύτατα μια ιδιαίτερα δύσκολη συμφωνία επί των ρωσικών όρων) μια ρωσική προέλαση στην Οδησσό και αλλαχού συνιστά αλλαγή πίστας για την δυτική αποδοχή ήττας. Το ερώτημα είναι εάν αντιλαμβάνονται στις ΗΠΑ και στην Ε.Ε. τους πραγματικούς όρους του διλήμματος, και όχι τυχόν όρους που έχουν στη φαντασία τους.
Όλα αυτά, φυσικά, βασίζονται σε μια γραμμική αντίληψη τυχόν επικειμένων εξελίξεων. Διότι διάφοροι θα προσπαθήσουν να προκαλέσουν νέα και απρόβλεπτα τετελεσμένα, προκειμένου να αλλάξουν τις νυν προθέσεις του Τραμπ -του οποίου, και αυτό είναι θεμελιώδες, δεν του αρέσει να εμφανίζεται ως loser… Και δεν γνωρίζουμε τι είναι διατεθειμένος να κάνει εάν βρεθεί πανηγυρικά ενώπιον ενός τέτοιου φάσματος.
