Μέσω των πρόσφατων δηλώσεων που έκανε ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, στις Βρυξέλλες, οι ΗΠΑ εγκαταλείπουν όχι απλώς τον πόλεμο στην Ουκρανία αλλά κυρίως τον ρόλο τους ως πρωταρχικού εγγυητή ασφάλειας της Ευρώπης, αφήνοντας έκθετο τόσο το μη ΝΑΤΟϊκό συμμαχικό κράτος του Κιέβου όσο και τα ΝΑΤΟϊκά ευρωπαϊκά κράτη.
Τα κύρια σημεία της ομιλίας του Χέγκσεθ είναι η αναγνώριση ότι η επιστροφή στα σύνορα της Ουκρανίας πριν από το 2014 και η ένταξή της στο ΝΑΤΟ είναι μη ρεαλιστικοί στόχοι, τα ειρηνευτικά στρατεύματα που θα αναπτυχθούν στο έδαφος της Ουκρανίας, στα οποία δεν θα συμμετέχουν αμερικανικά παρά ευρωπαϊκά και μη ευρωπαϊκά στρατεύματα, θα πρέπει να αποτελούν μέρος μιας αποστολής εκτός ΝΑΤΟ και να μην καλύπτονται από το άρθρο 5. Επίσης, οι δαπάνες των ΝΑΤΟϊκών κρατών θα πρέπει να ανέλθουν από το 2% στο 5% του ΑΕΠ και να υπάρξει ένας καταμερισμός εργασίας με τις ΗΠΑ να στρέφονται στον Ειρηνικό και τα κράτη της ΕΕ αναλαμβάνουν την ασφάλεια της Ευρώπης.
Πώς φθάσαμε σε αυτό το σημείο; Μπορούσε, άραγε, να προβλεφθεί η στάση των ΗΠΑ;
Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο Ναι.
Στις αρχές του 2017, ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ δήλωσε πως «το ΝΑΤΟ είναι απαρχαιωμένο» επειδή σχεδιάστηκε πριν από πολλά χρόνια και τα κράτη-μέλη δεν πληρώνουν τα χρηματικά ποσά που τους αναλογούν. Το ίδιο έτος η καγκελάριος της Γερμανίας θα δηλώσει ότι «η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στις ΗΠΑ για την προστασία της», προσθέτοντας πως «οι εποχές που θα μπορούσαμε να βασιστούμε πάνω τους τελειώνουν. Εμείς, οι Ευρωπαίοι πρέπει να πάρουμε το πεπρωμένο της στα χέρια μας, πρέπει να δώσουμε τον δικό της αγώνα για το μέλλον της, για τη μοίρα της».
Δύο χρόνια μετά, το 2019, ο Γάλλος πρόεδρος με τη σειρά του θα επισημάνει πως «η Ευρώπη πλέον δεν μπορεί να βασίζεται στις ΗΠΑ», επαναλαμβάνοντας τα λόγια της καγκελαρίου της Γερμανίας (Το Τέλος της Μεγάλης Παρέκκλισης, σελ. 212-213).
Στα τέλη του καλοκαιριού του 2021, υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν, η άτακτη και μονομερής αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, δίχως πρότερη ενημέρωση των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων, και η πτώση της Καμπούλ στους Ταλιμπάν, είχε ως αποτέλεσμα να μείνουν εκτεθειμένοι τοπικοί συνεργάτες και σύμμαχοι των ΗΠΑ και να δημιουργηθεί θύελλα αντιδράσεων στο εσωτερικό της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.
Τα προηγούμενα έχουν ιδιαίτερη σημασία για τους εξής λόγους:
- Τόσο στην περίπτωση του Αφγανιστάν όσο και στην περίπτωση της Ουκρανίας φανερώθηκε πως δεν υπήρχε ούτε κοινή συναντίληψη ούτε συντονισμός για μια κοινή διαδικασία στρατηγικής λήψης αποφάσεων μεταξύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο ΝΑΤΟ: από αμερικανοκεντρική σκοπιά, ο μη συντονισμός εκδηλώνεται ως μονομερής απόφαση και ενέργεια. Και στις δύο περιπτώσεις οι ΗΠΑ.
- Εγκαταλείπουν μη ΝΑΤΟϊκά συμμαχικά κράτη και αφήνουν έκθετα ΝΑΤΟϊκά ευρωπαϊκά κράτη και (3) παραδέχονται ότι δεν μπορούν ούτε να προασπίσουν το δίκαιο ούτε να επιβεβαιώσουν την ισχύ τους. Τέλος, η συμπεριφορά των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν μπορεί να ιδωθεί ως προμήνυμα της συμπεριφοράς τους στην Ουκρανία, και υπό αυτήν την έννοια η στάση των ΗΠΑ μπορούσε να προβλεφθεί.
