ΑΘΗΝΑ
03:25
|
01.07.2026
Γιατί θεωρείται αυτονόητο, από αρκετούς ανθρώπους, ότι εάν δέχονταν πυρηνικά πλήγματα η Ουκρανία ή το Ιράν, σχεδόν αυτοστιγμής θα οδηγούνταν σε παράδοση;
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Σε συζητήσεις που έχω κατά καιρούς για τον πόλεμο στην Ουκρανία και για τη σύγκρουση του Ισραήλ με το Ιράν, έχω διαπιστώσει ότι κυριαρχούν ορισμένα αυτονόητα. Παραδείγματος χάριν, θεωρείται αυτονόητο, από αρκετούς ανθρώπους, ότι εάν δέχονταν πυρηνικά πλήγματα η Ουκρανία ή το Ιράν, σχεδόν αυτοστιγμής το Κίεβο ή η Τεχεράνη θα οδηγείτο σε παράδοση και θα είχαμε το τέλος του πολέμου.

Ποιος είναι ο λόγος που κυριαρχεί μια τέτοια αντίληψη στα μυαλά των ανθρώπων; Γιατί θεωρείται ως αυτονόητη μια τέτοια εξέλιξη; Σε ποιο ιστορικό προηγούμενο εδράζεται μια τέτοια πεποίθηση;

Κάποιοι θεωρούν, απλώς, ότι αυτό τους φαίνεται λογικό, δηλαδή επικαλούνται την υποκειμενική τους κρίση. Κάποιοι άλλοι, περισσότερο υποψιασμένοι, (υποτίθεται ότι) επικαλούνται την ιστορική εμπειρία, αναφέροντας την παράδοση της Ιαπωνίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στην πραγματικότητα, δεν έχουμε στη διάθεσή μας ιστορικό προηγούμενο όπου ένα κράτος να έχει παραδοθεί επειδή δέχθηκε ατομική/πυρηνική επίθεση: η Ιαπωνία δεν παραδόθηκε λόγω των ατομικών βομβαρδισμών στη Χιρόσιμα και στο Ναγκασάκι. Αυτή η άποψη αποτελεί έναν μύθο που διαμόρφωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο πλαίσιο της αμερικανοκεντρικής ιστοριογραφίας «του Πολέμου του Ειρηνικού», που ξεκίνησε με το Περλ Χάρμπορ και τέλειωσε με τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.

Ωστόσο, από το 1941 μέχρι το 1945, δεν υπήρξε ούτε ένας Ιάπωνας που να πολέμησε κάποιον «Πόλεμο του Ειρηνικού». Αν ρωτούσε κάποιος τους ανθρώπους του ναυτικού, της αεροπορίας και του στρατού ξηράς της Ιαπωνίας για κάποιον «Πόλεμο του Ειρηνικού», οι Ιάπωνες εκείνης της εποχής θα τον κοιτούσαν με απορία, δίχως να μπορούν να καταλάβουν τι εννοεί. Οι Ιάπωνες πολέμησαν τον Μεγάλο Ανατολικό Ασιατικό Πόλεμο ή τον Μεγάλο Πόλεμο της Ανατολικής Ασίας (Great East Asian War), ο οποίος διήρκεσε 15 χρόνια, από το 1931 μέχρι το 1945, ή το λιγότερο 8 χρόνια, από το 1937 μέχρι το 1945, και όχι κάποιον 4ετή «Πόλεμο του Ειρηνικού», όπως θέλει η αμερικανοκεντρική ιστοριογραφία του νικητή και η αυτοκατανόηση του κατακτητή.

Στην πραγματικότητα, αυτά που έχουμε στη διάθεσή μας, σχετικά με το ζήτημα των πυρηνικών επιθέσεων, είναι τα εξής τρία: έναν αμερικανικό αφηγηματικό/ιστοριογραφικό μύθο που καλλιέργησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ένα ισχυρό πυρηνικό/διεθνοκανονιστικό ταμπού που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του ανταγωνισμού ασφάλειας μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και ένα στρατιωτικό/στρατηγικό Δόγμα αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής (MAD), ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ένωση ψυχροπολεμικά, και στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσική Ομοσπονδία μεταψυχροπολεμικά. Αυτά τα τρία πράγματα έχουμε στη διάθεσή μας.

Όχι μια πραγματικότητα που βασίζεται στην ιστορική εμπειρία, στο τι πραγματικά συνέβη, παρά ένας μύθος, ένα ταμπού και ένα δόγμα έχουν διαμορφώσει τις αντιλήψεις, τις πεποιθήσεις και το φαντασιακό των ανθρώπων.

Το πυρηνικό ταμπού έχει αρχίσει να διασαλεύεται, εδώ και τρία χρόνια, από την έναρξη της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και ύστερα. Ο αμερικανοκεντρικός αφηγηματικός μύθος έχει καταρρεύσει εδώ και περίπου δύο δεκαετίες. Τέλος, το δόγμα αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής (MAD), αντέχει ακόμη αλλά σχετικοποιείται ολοένα και περισσότερο.

Ουσιαστικά, στο πλαίσιο που εξετάζουμε στο παρόν κείμενο, η ανεπάρκεια του πυρηνικού δόγματος της Ρωσίας απέναντι στην επέκταση του ΝΑΤΟ ανάγκασε τη Μόσχα να οδηγηθεί στην εισβολή στην Ουκρανία. Η Ρωσία βρέθηκε αντιμέτωπη με τα όρια της πυρηνικής της αποτροπής, με την πραγματικότητα ότι η πανίσχυρη πυρηνική αποτρεπτική της ικανότητα, σε παγκόσμια κλίμακα, δεν της προσέφερε όχι απλώς απόλυτη αλλά ούτε καν επαρκή ασφάλεια. Το ίδιο βιώνει και το Ισραήλ σε περιφερειακή κλίμακα.

Εδώ έχουμε την κατάρρευση του μύθου ότι τα πυρηνικά όπλα οδηγούν σε αχρήστευση των συμβατικών στρατιωτικών ικανοτήτων, της συμβατικής ισορροπίας δυνάμεων και του ανταγωνισμού για ασφάλεια στο συμβατικό στρατιωτικό επίπεδο. Όχι μόνο δεν ισχύουν τα προηγούμενα, όπως φανερώνει ο πόλεμος στην Ουκρανία και η σύγκρουση του Ισραήλ με το Ιράν, αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει, μέχρι ενός σημείου, το αντίθετο: δηλαδή, φανερώνεται, μέχρι ενός σημείου, η πολιτική αχρηστία των πυρηνικών όπλων ως εργαλείου αποτροπής της εκδήλωσης ενός συμβατικού πολέμου και επιβολής της βούλησης μιας πυρηνικής δύναμης επί ενός μη πυρηνικού αντιπάλου: χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί όχι απλώς, ή κυρίως, η Γάζα αλλά και το Ιράν. Το αήττητο είναι θέμα άμυνας. Η δυνατότητα νίκης είναι θέμα επίθεσης. Η Ουκρανία, αν εξεταστεί σε ένα αυστηρά κλειστό διακρατικό πλαίσιο, ως μη πυρηνικό κράτος, δεν μπορεί να νικήσει τον πόλεμο με τη Ρωσία, μια γιγαντιαία πυρηνική δύναμη, ωστόσο μπορεί (και προσπαθεί) να μην ηττηθεί.

Τα προηγούμενα αναφέρονται στη σχέση μεταξύ πυρηνικών και μη πυρηνικών δυνάμεων. Σε ό,τι αφορά τη σχέση μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων, τα πυρηνικά όπλα ναι μεν καθιστούν έναν μεταξύ τους συμβατικό πόλεμο περισσότερο δύσκολο και λιγότερο πιθανό, αλλά δεν τον καθιστούν ούτε απίθανο ούτε αδύνατο.

Μια πυρηνική δύναμη, δυνητικά, μπορεί να διεξαγάγει έναν συμβατικό πόλεμο ενάντια σε μια άλλη πυρηνική δύναμη, χωρίς ο πόλεμος να κλιμακωθεί σε πυρηνικό, ιδίως αν η επιτιθέμενη δύναμη δεν απειλήσει να νικήσει αποφασιστικά τον αντίπαλό της (Αυτός είναι ο λόγος που ο Πούτιν και ο Λαβρόφ επαναλαμβάνουν συνεχώς τη φράση που έχει λεχθεί περί επιδίωξης «στρατηγικής ήττας της Ρωσίας». Δηλαδή λένε: «επιδιώκετε αποφασιστική νίκη εις βάρος μας, γεγονός που θα οδηγήσει σε πυρηνική κλιμάκωση»). Ωστόσο, επειδή δεν υπάρχει βεβαιότητα και κυριαρχεί φοβία για την πιθανότητα κλιμάκωσης ενός συμβατικού πολέμου μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων σε πυρηνικό πόλεμο, γι’ αυτό κρίνεται απαραίτητη μια απόσταση μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών.

Και εδώ ερχόμαστε στους λεγόμενους proxies, που διαμεσολαβούν μεταξύ δυνάμεων προβάλλοντας την ισχύ της μιας έναντι της άλλης, δημιουργώντας, παράλληλα, μια απόσταση ασφαλείας μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών.

Ουσιαστικά, το κράτος του Κιέβου λειτουργούσε ως φορέας προβολής αμερικανικής-δυτικής ισχύος στα σύνορα της Ρωσίας, ή στο εσωτερικό της σφαίρας επιρροής και συμφερόντων της, δημιουργώντας, παράλληλα, ένα δεύτερο επίπεδο προστασίας και απόστασης ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Μόσχα, συμβάλλοντας κατά αυτόν τον τρόπο στο να παραμένει έμμεση η σύγκρουση ΗΠΑ-Ρωσίας.

Με ανάλογο τρόπο οι σχετιζόμενες με το Ιράν υποκρατικές ομάδες περιφερειακά του Ισραήλ, όπως η Χεζμπολάχ, λειτουργούσαν ως φορείς προβολής σιιτικής-ιρανικής ισχύος στα όρια και στο εσωτερικό του ισραηλινού κράτους ενώ, παράλληλα, δημιουργούσαν μια απόσταση ανάμεσα στο Τελ Αβίβ και την Τεχεράνη. Μόλις άρχισαν να αποδυναμώνονται ή να απομονώνονται, να φεύγουν από τη μέση, οι δρώντες που παρεμβάλλονταν μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, η σύγκρουση μεταξύ Τελ Αβίβ και Τεχεράνης μετατράπηκε από έμμεση σε άμεση.

Υπό αυτή την οπτική, μια πιθανή κατάρρευση του καθεστώτος στο Κίεβο, δεν σημαίνει αυτονόητα, όπως υποστηρίζουν πολλοί, το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς θα μπορούσε, δυνητικά, να οδηγήσει σε μια ανάλογη συνθήκη με αυτή της σύγκρουσης Ισραήλ και Ιράν όχι στη Δυτική Ασία αυτή τη φορά αλλά στην Ανατολική Ευρώπη: δηλαδή, στη μετατροπή του έμμεσου πολέμου μεταξύ κρατών του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας στο έδαφος της Ουκρανίας σε άμεσο πόλεμο.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Πάνω από 1.900 οι νεκροί από τους σεισμούς στη Βενεζουέλα

Ξενοφοβικές διαδηλώσεις κατά μεταναστών σε μεγάλες πόλεις κατά της Νότιας Αφρικής

Καμία πρόοδος στις συνομιλίες ΗΠΑ-Κούβας

Πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης σχεδιάζουν οι Γάλλοι Πράσινοι

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα