Η συζήτηση για μια επικείμενη εκεχειρία στη Γάζα αυξάνεται, ενώ έρχεται σε αντιπαράθεση με την ισραηλινή τεταμένη πολιτική σκηνή, τις περιφερειακές αντιπαλότητες και την εντεινόμενη διεθνή πίεση.
Όλα αυτά ξεδιπλώνονται ενώ οι σφαγές συνεχίζονται και το Ισραήλ προχωρά τα σχέδια ανακατάληψης της πόλης της Γάζας και του εκτοπισμού των κατοίκων της προς τα νότια. Αυτό, όμως, που διακυβεύεται δεν είναι απλώς μια προσωρινή παύση πεδίου μάχης, αλλά μία προσπάθεια διαχείρισης μιας μεγαλύτερης σύγκρουσης, επιβολής νέων πραγματικοτήτων και αναδιάταξης των πολιτικών ισορροπιών.
Στο επίκεντρο τίθεται ως εκ τούτου η προσωπική και πολιτική επιβίωση του Νετανιάχου, οι στρατηγικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον και οι φιλοδοξίες των περιφερειακών παραγόντων που επιδιώκουν να πάρουν νέα θέση για το επόμενο στάδιο εξελίξεων.

Σε ό,τι αφορά τον Νετανιάχου, οι υπολογισμοί είναι δύσκολοι. Αντιμετωπίζει εντεινόμενες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας στο εσωτερικό, βαθιά πόλωση εντός του κυβερνητικού συνασπισμού (μεταξύ ακροδεξιών υπουργών που αντιτίθενται σε οποιαδήποτε παραχώρηση και το στρατιωτικό κατεστημένο που γνωρίζει τα όρια της ισχύος στη Γάζα) και τις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις διαφθοράς που απειλούν το μέλλον του. Είναι σαφές ότι μια εκεχειρία, αν και ο ίδιος δεν την προτιμά, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως ρεαλιστική οδό διαφυγής ώστε να ανακτήσει χώρο αναδιοργάνωσης των προτεραιοτήτων του και να εξασφαλίσει την συνέχιση του πολιτικού του βίου κινούμενος εγγύτερα προς το μακροπρόθεσμο σχέδιο του «Μεγάλου Ισραήλ». Ενδεχομένως δε να μπορέσει να εξωραΐσει την εικόνα του στο εξωτερικό, και δη στην Ουάσιγκτον, όπου η σχέση με τον Λευκό Οίκο παραμένει απαραίτητη.
Στο μεταξύ οι ΗΠΑ παραμένουν ο πιο αποφασιστικός παίκτης με την κυβέρνησή τους να αναγνωρίζουν ότι ένας ανοιχτός πόλεμος βλάπτει τις περιφερειακές συμμαχίες τους και αποδυναμώνει την παγκόσμια στάση τους σε σχέση με τη Ρωσία και την Κίνα. Η Ουάσιγκτον επιζητά έτσι μία διευθέτηση που να φέρνει αποτελέσματα σε πολλαπλά μέτωπα: να εκτονώσει τις λαϊκές και διεθνείς επικρίσεις για την ανθρωπιστική καταστροφή στη Γάζα. Να εξασφαλίσει στο Ισραήλ μια «έντιμη έξοδο διαφυγής» από το πεδίο της μάχης χωρίς να εμφανιστεί ως ήττα. Να προετοιμάσει το πολιτικό έδαφος για μια ευρύτερη διαδικασίας διαπραγμάτευσης που συνδέεται με το Ιράν, το Λίβανο και τη Συρία. Αυτό ευθυγραμμίζεται με τους στόχους των ΗΠΑ για την εξασφάλιση της σταθερότητας στον Περσικό Κόλπο, της ναυτιλιακής ασφάλειας και της προώθησης του ευρύτερου οράματός της για μια «Νέα Μέση Ανατολή».
Σε ό,τι αφορά την παλαιστινιακή πλευρά, η Χαμάς βλέπει την εκεχειρία ως ευκαιρία για να εδραιώσει το πολιτικό της βάρος και να επιβραδύνει την καταστροφή της Γάζας. Παρά την κριτική που δέχεται για τους εσφαλμένους όρους και τις επικίνδυνες επιλογές της, η οργάνωση επιμένει στο νόμιμο δικαίωμα του λαού να αντισταθεί στην κατοχή. Η εξασφάλιση κερδών στο θέμα της ανταλλαγής κρατουμένων θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει στη Χαμάς να προβληθεί ως «ανανεωμένος» πολιτικός παράγοντας. Η πρόσφατη σύγκρουση στην Χαν Γιούνις ανέδειξε το μήνυμά της για μία ισορροπία δυνάμεων που παραμένει ζητούμενο και οι ισραηλινοί ισχυρισμοί περί «πλήρους» ελέγχου παραμένουν απατηλοί.

Ωστόσο, για την Παλαιστινιακή Αρχή, τυχόν ρυθμίσεις μετά από διευθετήσεις εκεχειρίας θα αναδειχθούν σαν μία κρίσιμη δοκιμασία. Και αυτό γιατί εντείνεται η συζήτηση εν σχέση με τον πιθανό ρόλο της στη διαχείριση της εξουσίας στη Γάζα ή τη διαμόρφωση μίας κυβέρνησης ενότητας για την αντιμετώπιση των προκλήσεων σε όλη την κατεχόμενη πατρίδα. Πολλά εξαρτώνται από το αν μπορεί να αξιοποιήσει τη συγκυρία αυτής της πρωτοφανούς παγκόσμιας αλληλεγγύης και την αυξανόμενη τάση αναγνώρισης του Παλαιστινιακού Κράτους, διασυνδέοντας αυτές τις εξελίξεις με μηχανισμούς που θα τερματίσουν την κατοχή ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε αξιόπιστη λύση δύο κρατών.
Περιφερειακά, η Αίγυπτος και το Κατάρ χρησιμεύουν ως μεσολαβητές, αλλά η Τουρκία και το Ιράν επενδύουν εξίσου. Η Άγκυρα βλέπει μία κατάπαυση πυρός ως ευκαιρία για να αναδείξει τα «διαπιστευτήριά» της σε ρόλο «υπερασπιστή» της Παλαιστίνης, ενισχύοντας το ρόλο της σε άλλες αρένες όπως η Συρία, ενώ εξισορροπεί τους δεσμούς τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με το Ισραήλ. Η Τεχεράνη, από την άλλη πλευρά, θεωρεί την εκεχειρία ως ευκαιρία ανασυγκρότησης δυνάμεων σε ό,τι έχει απομένει από τον λεγόμενο «άξονα αντίστασης», ιδιαίτερα στο Λίβανο, ενώ χρησιμοποιεί τη χρονική συγκυρία για να προωθήσει τις διαπραγματεύσεις με την Ευρώπη και τις Η.Π.Α. για το πυρηνικό της πρόγραμμα. Και οι δύο παρακολουθούν προσεκτικά τις συνέπειες του σχεδίου του ισραηλινού «Διαδρόμου του Δαυίδ» που ανακόπτει το στρατηγικό τους βάθος.

Ο ευρύτερος αραβικός κόσμος παραμένει διχασμένος. Ορισμένα κράτη -όπως η Ιορδανία, υπό άμεσες απειλές του Ισραήλ- βλέπουν μια εκεχειρία ως απαραίτητη για την ανθρωπιστική ανακούφιση και τη σταθερότητα της ασφάλειας, σαν μια ασπίδα κατά του μαζικού εκτοπισμού και της περιφερειακής ανάφλεξης. Άλλα κράτη, ωστόσο, προσεγγίζουν το θέμα ως «μοχλό» για την εξασφάλιση έργων ανοικοδόμησης, περιορισμένης εξομάλυνσης και ευθυγράμμισης με τις προτιμήσεις των ΗΠΑ, χωρίς να τις προκαλούν άμεσα.
Αυτό εγείρει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Θα χρησιμεύσει η εκεχειρία ως ένα μεταβατικό βήμα προς μία ευρύτερη περιφερειακή διευθέτηση ή θα είναι απλώς μια σύντομη παύση πριν από έναν επόμενο γύρο αιματοχυσίας, εκτοπισμού και προώθησης των ισραηλινών σχεδίων διχοτόμησης της Δυτικής Όχθης και απομόνωσης της Ιερουσαλήμ;
Η αλήθεια είναι ότι όλες οι πλευρές βλέπουν την εκεχειρία ως «χαρτί» τακτικής σε ένα ευρύτερο παιχνίδι. Για τον Νετανιάχου, πρόκειται για την επιβίωση και την προώθηση ενός μεσσιανικού-σιωνιστικού οράματος. Για την Ουάσιγκτον, η υπόθεση αφορά τον «περιορισμό» της αστάθειας στη Μέση Ανατολή, ενώ παράλληλα προωθεί τη διεθνή ατζέντα της. Για τη Χαμάς, η υπόθεση αφορά την αναγνώριση του πολιτικού της ρόλου σε βάθος χρόνου. Για τις περιφερειακές δυνάμεις, η κατάσταση δημιουργεί ευκαιρία για στρατηγική επανατοποθέτηση. Ωστόσο, για τον παλαιστινιακό λαό, που πληρώνει και το μεγαλύτερο τίμημα, η ελπίδα παραμένει ότι τα προσωρινά μέτρα μπορούν να ανοίξουν ένα μονοπάτι που τελικά να τελειώσει την κατοχή, να αποκαταστήσει την αξιοπρέπεια και να σταματήσει την εξελισσόμενη γενοκτονία στη Γάζα.

Η Ιστορία, πάντως, δείχνει ότι καμία εκεχειρία, όσο προσεκτικά σχεδιασμένη και εάν είναι, δεν μπορεί να επιλύσει μια σύγκρουση τόσο βαθιά όσο αυτή.
Οι δεκαετίες που ακολούθησαν τη Νάκμπα (την καταστροφή) του 1948, έδειξαν ότι οι ανθρωπιστικές διευθετήσεις ή οι ρυθμίσεις ασφάλειας δεν υποκαθιστούν τη δικαιοσύνη.
Χωρίς έναν ξεκάθαρο πολιτικό ορίζοντα που να εγγυάται την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση και την ανεξαρτησία, χωρίς τερματισμό των εποικισμών, του εκτοπισμού και της εθνοκάθαρσης, οποιαδήποτε συμφωνία θα παραμείνει ανεπαρκής και δεν θα είναι τίποτε περισσότερο από μία διαχείριση κρίσης.
Ο δρόμος που ξανοίγεται μπροστά είναι μακρύς και κακοτράχαλος και η μοίρα της Παλαιστίνης – και της ευρύτερης περιοχής – εξαρτάται από το αν οι λαοί και οι πολιτικές τους δυνάμεις μπορούν να δημιουργήσουν ένα ενιαίο σχέδιο απελευθέρωσης, που να μπορεί να αντιπαρατεθεί στην λογική της ισχύος και της αποικιοκρατίας με σαφήνεια, ενότητα και αποφασιστικότητα.
