Βρέχει καθότι Οκτώβριος από τους παλιούς.
Κάθομαι στο γνωστό μαγαζί, στη γωνία ενός δρόμου της Άνω Πόλης και παρατηρώ τους άλλους. Το μπαρ παραμένει ξύλινο, το χρώμα στις κολώνες στο κέντρο του μαγαζιού βαθύ κόκκινο, τα τραπέζια στρογγυλά, μικρά, οι καρέκλες ξύλινες, φθαρμένες. Δεν είναι τυχαίο, έχουν καταλάβει ότι το αναγκαιρίσιο πουλάει.
Στο κέντρο της πόλης άνοιξε ένα αμερικάνικο μαγαζί και έξω μαζεύεται ουρά η Gen Z για να φάει τηγανισμένα κοτόπουλα πεταμένα σε φριτέζες. Απέναντί μου αφίσες για συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις. Τέτοια ώρα παίζει πάντα τζαζ αλλά άμα πιάσει το κέφι φτάνει μέχρι λαϊκά. Πονάνε τα κόκκαλά μου.
Είμαι άρρωστος αλλά η μοναξιά στο σπίτι είναι χειρότερη. Ένας 50άρης εξιστορεί τον καθημερινό του πόνο. Πρέπει να φεύγει από τη δουλειά για να πάει τον γιο του στην μπάλα από τον περιφερειακό, μετά να γυρίσει και να πάει την κόρη του στο μπαλέτο και στο τέλος, αφού τους μαζέψει να τους πάει στα φροντιστήριά τους. Φοράει καρό πουκάμισο (καλύτερο από το δικό μου ομολογώ) ένα τσαντάκι χιαστί και μια τραχιά έκφραση. Παίζει νευρικά τα δάχτυλά του και φαίνεται κάτι να σκέφτεται. Ίσως την καθημερινότητά του. Ίσως κάτι άλλο.
Τον ξέρω από τη γειτονιά. Εδώ στην γειτονιά στην Άνω Πόλη, όσοι είμαστε παλιοί κάτοικοι ξέρουμε καλά ο ένας τον άλλον. Έχει κάνει φυλακή. Έδερνε τη γυναίκα του για χρόνια. Γυρνούσε πιωμένος, πήγαινε στα μπουρδέλα, φώναζε, έσπαγε. Πριν από τη γυναίκα του φώναζε στη μάνα του και της έριχνε καμιά ψιλή. Μουγκή εκείνη, έβγαζε κάτι άναρθρες κραυγές όταν αυτός σήκωνε το χέρι του από έφηβος. Ο πατέρας απών. Είχε φύγει από χρόνια στο εξωτερικό και δε γύρισε ποτέ.
Απορώ πώς τον πήρε η άλλη με τέτοιο ιστορικό. Τι να πεις, περίεργα πλάσματα οι γυναίκες. Τουλάχιστον για εμένα. Κάποια στιγμή δεν άντεξε, του έκανε μήνυση, αυτός έκανε λίγο φυλακή. Την είχε σαπίσει.
Μπαίνουν δύο τύποι και κάθονται μαζί του. Αρχίζει να τους μιλάει μετά τις πρώτες χαιρετούρες. Σιγά- σιγά αρχίζει και αγορεύει για μεγάλες δουλειές με αγροτικά μηχανήματα τα οποία θα φέρνει. Έχει βρει καλές άκρες λέει, έχει διασυνδέσεις. Οι άλλοι τον ακούνε. Περίεργες φάτσες αλλά και ποιος δεν είναι περίεργος στις μέρες μας; Βγάζει νούμερα από το κεφάλι του. Τα εκατομμύρια τον περιμένουν. Όλους τους περιμένουν.
Η συζήτηση τραβάει. Έρχεται και μια γυναίκα. Το βλέμμα του αλλάζει. Κύριος και αλήτης σαν να λέμε. Λίγη αν είχα από την αυτοπεποίθησή του μπορεί η τύχη μου να άλλαζε. Περνάει στην πολιτική. Ξέρει τα κατατόπια, ξέρει τη διαφθορά, είναι θύμα και καταφερτζής. Ούτε να τον λυπηθεί η άλλη, ούτε να τον πάρει και για πολύ χωμένο στα πράγματα. Την κρατάει στην περιέργεια. Την κρατάει; Ή τον έχει βαρεθεί ήδη και ψάχνει να βρει ευκαιρία να δει το πορτοφόλι του;
Οι δύο τον διακόπτουν για να τον ρωτήσουν για τις μεγάλες δουλειές. Απαντάει όμως. Το ‘χει. Η άλλη του χώνεται πιο έξυπνα. Πού και πού, μπορεί να γύρει κάπως το σώμα της προς εκείνον. Τον έχει πάρει χαμπάρι, είμαι σίγουρος. Ακούω μόνο θόρυβο πλέον. Αυτή είναι ωραία γυναίκα. Νομίζω δηλαδή. Ξανθό καρέ μαλλί, ωραία πλάτη (όσο φαίνεται με τα φθινοπωρινά ρούχα), κομψά δάχτυλα, ωραίο αλλά κάπως σκληρό πρόσωπο. Τι κάνει εδώ; Είναι για άλλα επίπεδα.
Κοιτάζω από ολοένα μακρύτερα. Τι περίεργη παρέα. Λες να τα καταφέρει; Να πάρει τη γυναίκα στο τέλος και να φύγει; Γέλια και μικρά αγγίγματα. Καλά το πάει.
Κοιτάζει το ρολόι του. Φαίνεται ακριβό αλλά στοιχηματίζω ότι είναι μούφα. Η ώρα περνάει. Ξαφνικά σκυθρωπιάζει. Έχει ανέβει η μουσική και δεν ακούω τι λένε όταν πλησιάζουν με τη γυναίκα. Πρέπει να φύγει για να πάρει τα παιδιά; Του κάνουνε χαλάστρα; Η δικιά του μάλλον του κάνει νερά. Ανασηκώνεται. Φοράει το παλτό της.
Τους κοιτάει όλους και τους χαιρετάει. Πρώτα αυτή, μετά οι άλλοι δύο την κάνουν. Τον κοιτάζω. Μόνος του. Κοιτάζει το ρολόι και το κινητό. Αφήνει ένα χαρτονόμισμα και φεύγει. Ώρα να μαζέψει τα παιδιά ,να τα αφήσει στην είσοδο της πολυκατοικίας.
