Το τροπικό δάσος του Αμαζονίου μπορεί να αντιμετωπίσει ένα νέο κύμα αποψίλωσης, καθώς εντείνονται οι προσπάθειες να ανατραπεί μια μακροχρόνια απαγόρευση καλλιέργειας σόγιας που το προστατεύει η οποία είχε υπογραφεί ως αποτέλεσμα μιας μεγάλης εκστρατείας της Greenpeace, μεταξύ αγροτών, περιβαλλοντικών οργανώσεων και μεγάλων εταιρειών τροφίμων.
Η ιστορική συμφωνία του 2008, η οποία απαγορεύει την πώληση σόγιας που καλλιεργείται σε πρώην δασική γη, πιστώνεται ευρέως με τον περιορισμό της αποψίλωσης και έχει παρουσιαστεί ως διεθνές περιβαλλοντικό success story. Ωστόσο ισχυρά αγροτικά συμφέροντα, με την υποστήριξη ομάδας Βραζιλιάνων πολιτικών, πιέζουν για την άρση των περιορισμών καθώς η διάσκεψη COP30 του ΟΗΕ για το κλίμα μπαίνει στη δεύτερη εβδομάδα της.
Μετά την εφαρμογή της συμφωνίας η αποψίλωση στον Αμαζόνιο μειώθηκε δραματικά, φτάνοντας σε ιστορικό χαμηλό το 2012, κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του προέδρου Λούλα. Η αποψίλωση αυξήθηκε υπό τις επόμενες κυβερνήσεις –ιδιαίτερα υπό τον Ζαΐρ Μπολσονάρου, ο οποίος προώθησε το άνοιγμα του δάσους στην οικονομική ανάπτυξη– αλλά έχει μειωθεί ξανά κατά την τωρινή θητεία του Λούλα.

Οι επικριτές της απαγόρευσης υποστηρίζουν ότι αποτελεί ένα άδικο «καρτέλ» που επιτρέπει σε μια μικρή ομάδα ισχυρών εταιρειών να κυριαρχούν στο εμπόριο σόγιας του Αμαζονίου, ενώ περιβαλλοντικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι η άρση της απαγόρευσης θα ήταν «καταστροφική», ανοίγοντας τον δρόμο για ένα νέο κύμα καταπάτησης γης για καλλιέργεια περισσότερης σόγιας στο μεγαλύτερο τροπικό δάσος του κόσμου.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η συνεχιζόμενη αποψίλωση, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οδηγεί ήδη τον Αμαζόνιο σε ένα πιθανό «σημείο καμπής» – ένα όριο πέρα από το οποίο το δάσος δεν μπορεί πλέον να επιβιώσει.
Η Βραζιλία είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός σόγιας στον κόσμο, μιας βασικής καλλιέργειας πλούσιας σε πρωτεΐνες και σημαντικής για τις ζωοτροφές. Μεγάλο μέρος του κρέατος που καταναλώνεται στο Ηνωμένο Βασίλειο – πως κοτόπουλο, βοδινό, χοιρινό και εκτρεφόμενο ψάρι– εκτρέφεται με ζωοτροφές που περιέχουν σόγια, περίπου το 10% της οποίας προέρχεται από τον βραζιλιάνικο Αμαζόνιο.

Πολλές μεγάλες βρετανικές εταιρείες τροφίμων, όπως Tesco, Sainsbury’s, M&S, Aldi, Lidl, McDonald’s, Greggs και KFC, είναι μέλη ενός συνασπισμού που ονομάζεται UK Soy Manifesto και εκπροσωπεί περίπου το 60% της σόγιας που εισάγεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία στηρίζει το μορατόριουμ στον Αμαζόνιο.
Όμως Βραζιλιάνοι αντίπαλοι της συμφωνίας ζήτησαν την περασμένη εβδομάδα από το Ανώτατο Δικαστήριο – το ανώτατο δικαστικό σώμα της χώρας – να ανοίξει ξανά την έρευνα για το αν το μορατόριουμ σόγιας συνιστά αντιανταγωνιστική πρακτική.
«Η Πολιτεία μας έχει πολύ χώρο να αναπτυχθεί και το μορατόριουμ σόγιας λειτουργεί ενάντια σε αυτή την ανάπτυξη», δήλωσε στο BBC ο Βαντερλέι Αταΐδες, πρόεδρος της Ένωσης Παραγωγών Σόγιας της Πολιτείας Παρά, μιας από τις βασικές περιοχές παραγωγής σόγιας στη Βραζιλία. «Δεν καταλαβαίνω πώς η απαγόρευση βοηθά το περιβάλλον», πρόσθεσε. «Δεν μπορώ να φυτέψω σόγια, αλλά μπορώ να χρησιμοποιήσω την ίδια γη για καλαμπόκι, ρύζι, βαμβάκι ή άλλες καλλιέργειες. Γιατί δεν μπορώ να φυτέψω σόγια;»
Η πρόκληση έχει διχάσει ακόμη και την κυβέρνηση της Βραζιλίας με το υπουργείο Δικαιοσύνης λέει ότι μπορεί να υπάρχουν ενδείξεις αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς, ενώ το υπουργείο Περιβάλλοντος όσο και η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία έχουν δημοσίως υπερασπιστεί το μορατόριουμ.
