Διαβάζοντας τη δήλωση-αντίδραση του Πρωθυπουργού αναφορικά με τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα, αναρωτήθηκα ποια ανάγνωση θα έκανε ο ιστορικός και στοχαστής Τσβετάν Τοντορόφ. Το ζητούμενο της δήλωσης του Πρωθυπουργού δεν έγκειται μόνο στο περιεχόμενό της αλλά και στη δομή του ίδιου του λόγου: «νέα ελπίδα για τον λαό» και «δεν είναι ώρα για σχολιασμό της νομιμότητας των ενεργειών».
Μοιάζει με ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ηθικού συντομευτικού λόγου (moral shortcutting), όπου ένα σύνθετο κοινωνικο-ιστορικό γεγονός μεταποιείται και εκπίπτει σε μια ηθική αξιολόγηση, αυτονόητη και μη διαπραγματεύσιμη. Μια αξιολόγηση που μιλά εκ των άνω και εκ των έξω για το τι συνιστά «Ελπίδα» και «Καλό» για έναν λαό, προϋποθέτοντας ότι η αλλαγή εξουσίας ταυτίζεται αυτομάτως με τη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης.
Ωστόσο, η Ελπίδα δεν γεννιέται και δεν ενσταλάζεται επειδή πέφτει ένα καθεστώς, υπάρχει στο μέτρο που η ίδια η κοινωνία κατορθώνει να λειτουργήσει ως Πολιτικό Υποκείμενο, θα σχολίαζε σήμερα ο Τοντορόφ.
Αντιθέτως, όταν η Ελπίδα διακηρύσσεται χωρίς τον λαό και το Καλό που επικαλείται τον εαυτό του αποκομμένο από το Δίκαιο, τότε δεν γίνεται λόγος για Δημοκρατία, αλλά για ρητορική της ισχύος. Σε αυτό το σχήμα, ο εν λόγω λαός εμφανίζεται ως αποδέκτης μιας εκ των προτέρων «σωστής» λύσης και εξέλιξης, η οποία κατονομάζεται και νομιμοποιείται ως τέτοια από τον Άλλον.
Η διατύπωση «νέα ελπίδα» προϋποθέτει ότι το Καλό είναι ήδη γνωστό. Ακυρώνει την αβεβαιότητα που ενυπάρχει σε κάθε πραγματική κοινωνικο-πολιτική συνθήκη και λειτουργεί ως ηθική σφραγίδα νομιμοποίησης της βίαιης παρέμβασης.
Η Δημοκρατία, ωστόσο, κινδυνεύει όταν παύει να αποτελεί ανοιχτή διαδικασία μετασχηματισμού και καθίσταται (με όρους επιβολής) ηθική βεβαιότητα. Με αυτόν τον τρόπο, κλείνει πρόωρα η διαδικασία αναζήτησης και ποίησης νοήματος, παρουσιάζοντας το μέλλον ως ήδη ερμηνευμένο. Και κάθε ερμηνεία, αναπόφευκτα, ενέχει και ένα στοιχείο επιβολής και βίας.
Αντίστοιχα, η αναστολή της κρίσης που συμπυκνώνεται στη φράση «δεν είναι η ώρα για σχολιασμό της νομιμότητας των ενεργειών», ενώ παρουσιάζεται ενδεχομένως ως στάση ευθύνης, στην πράξη ακυρώνει το ελάχιστο όριο που προστατεύει το Κοινωνικό Υποκείμενο, τον Άνθρωπο από την αυθαιρεσία της εξουσίας.
Στα έργα του, ιδίως στο Απέναντι στο ακραίο (2002) αναφορικά με τις ολοκληρωτικές εμπειρίες του 20ού αιώνα, ο Τοντορόφ επισημαίνει ότι τα πιο καταστροφικά καθεστώτα συχνά θεμελιώθηκαν πάνω σε υποσχέσεις λύτρωσης, προόδου ή αναγέννησης: σε αφηγήματα περί του Καλού που διεκδίκησαν εξ αρχής το ηθικό μονοπώλιο, καθιστώντας περιττή την οποιαδήποτε μορφή κρίσης, αμφισβήτησης ή και λογοδοσίας.
Η ίδια αυτή επισήμανση του διατρέχει σταθερά και άλλα κείμενά του (2004, 2011, 2013) όπου η αναστολή της κρίσης και η πρόωρη αποδοχή του Καλού συνιστούν απώλεια του ανθρωπιστικού πυρήνα της Πολιτικής Σκέψης.
Το «δεν είναι η ώρα» μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα και υπονοεί ότι η διεθνής νομιμότητα καθίσταται διαπραγματεύσιμη ανάλογα με τον εκάστοτε στόχο. Έτσι, καταλήγει κανείς να δικαιολογεί τις πράξεις του όχι επειδή είναι νόμιμες, αλλά επειδή θεωρεί τον εαυτό του ηθικά ανώτερο.
Και δεν χάνει κανείς τον ανθρωπισμό του επειδή μιλάει, τον χάνει όταν ο λόγος του κατασκευάζει λέξεις και νοήματα στο όνομα του Καλού χωρίς να λογοδοτεί στο Δίκαιο, δηλαδή χωρίς να εκτίθεται στην κριτική της ίδιας της Σκέψης του, θα σημείωνε, για άλλη μια φορά, ο Τοντορόφ.
Έργα/Βιβλιογραφία:
Τοντορόφ, Τ. (2002). Απέναντι στο ακραίο. Αθήνα: Εκδόσεις Νησίδες
Τοντορόφ, T. (2004). Η νέα διεθνής αταξία. Αθήνα: Εκδόσεις Εστία.
Τοντορόφ, T. (2011). Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού. Αθήνα: Εκδόσεις Θύραθεν.
Τοντορόφ, T. (2013). Οι εσωτερικοί εχθροί της Δημοκρατίας. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκης.
