Την ενοχή και των κατηγορουμένων χωρίς κανένα ελαφρυντικό για τις υποκλοπές μέσω του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, ανακοίνωσε ο πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, Νίκος Ασκιανάκης, ενώπιον του οποίου εκδικάστηκε η υπόθεση με κατηγορούμενους τέσσερις εκπροσώπους εταιρειών που φέρονται να συνδέονται με το λογισμικό.
Στο εδώλιο βρέθηκαν οι Έλληνες επιχειρηματίες Γιάννης Λαβράνος και Φέλιξ Μπίτζιος και ο Ισραηλινός ιδιοκτήτης της εταιρείας Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, όπως και η σύζυγός του, Σάρα Αλεξάνδρα Χάμου, με την κατηγορία της παραβίασης προσωπικών δεδομένων και απορρήτου επικοινωνιών, καθώς και της παράνομης πρόσβασης σε συστήματα πληροφοριών.

Συνολικά στους τέσσερις κατηγορούμενους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 126 ετών και οκτώ μηνών, με εκτιτέα τα οκτώ έτη, ενώ το δικαστήριο αποφάσισε να χορηγήσει αναστέλλουσα δύναμη στην έφεση των κατηγορουμένων.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το διάστημα από το καλοκαίρι του 2020 έως τα τέλη του 2021, οι τέσσερις φέρονται να εγκατέστησαν το λογισμικό σε δύο τηλεφωνικούς αριθμούς -της Άρτεμις Σίφορντ και του Θανάση Κουκάκη– ενώ επιχείρησαν να τοποθετήσουν το Predator σε ακόμη 114 αριθμούς. Μεταξύ των φερόμενων στόχων ήταν ο Νίκος Ανδρουλάκης και ο Χρήστος Σπίρτζης. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις η απόπειρα δεν ολοκληρώθηκε, καθώς οι παραλήπτες δεν άνοιξαν τα κακόβουλα ηλεκτρονικά μηνύματα.Όπως ανέγνωσε ο πρόεδρος, «από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και ιδίως των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά και των εγγράφων που διαφώτισαν την αλήθεια, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατόπιν συναπόφασης, μαζί με άλλους συναυτουργους τέλεσαν τις πράξεις με κοινό δόλο. Απόκτησαν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και προσωπικές συνδιαλέξεις».
Ο πρόεδρος αποδείχθηκε την εισαγγελική πρόταση και χαρακτήρισε κάποιες πράξεις που αφορούν 87 τηλέφωνα, σε διαπραχθείσες κατά συρροή και όχι κατ’ εξακολούθηση, όπως τους αποδόθηκε αρχικά.
Σύμφωνα με την απόφαση που ανέγνωσε ο κ. Ασκιανάκης, οι τετελεσμένες πράξεις αφορούν τα τηλέφωνα του κ. Κουκάκη και της κ. Σιφορντ καθώς και άλλα τρία πρόσωπα τα οποία, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία είχαν πατήσει το link- δόλωμα. Οι απόπειρες για τις οποίες κρίνονται ένοχοι αφορούν 82 πράξεις (τηλέφωνα).
Ο πρόεδρος είπε ότι το αδίκημα της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα απαιτεί έγκληση κι έτσι δέχεται μόνο επτά περιπτώσεις που υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα. Τέλος ανακοίνωσε ότι «παύει οριστικά η δίωξη ως προς όλους τους παθόντες που δεν υπέβαλλαν έγκληση 108 στον αριθμό».
Οι κατηγορούμενοι δεν παρέστησαν στο δικαστήριο, εκπροσωπήθηκαν από τους συνηγόρους τους και επέλεξαν να μην απολογηθούν.
Καταλυτική για την απόφαση αποδείχθηκε να αποδειχθεί η πρόταση του εισαγγελέα Δημήτρη Παυλίδη, ο οποίος στις 6 Φεβρουαρίου εισηγήθηκε την ενοχή όλων των κατηγορουμένων.
Ο κ. Παυλίδης στην αγόρευση του τόνισε ότι «είναι αδιαμφισβήτητο ότι το Predator λειτούργησε στην επικράτεια της Ελλάδας», ενώ σημείωσε ότι το θέμα είναι εξόχως σοβαρό καθώς παραβιάζονται «βάναυσα, προσωπικά δεδομένα». Όπως σημείωσε: «Αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος γιατί δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν… Τυχόν χρήση του από υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελεί ….σημείο αφύπνισης». Ο εισαγγελικός λειτουργός κλείνοντας την αγόρευση του είχε επιφυλαχθεί να τοποθετηθεί μετά την έκδοση της απόφασης, για παράπλευρα ζητήματα και ενέργειες που εκτιμάται ότι αφορούν τον ποινικό έλεγχο μαρτυρικών καταθέσεων με τη διαβίβαση πρακτικών στην Εισαγγελία για έρευνα του αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης.
