Η αρχή του πολέμου με την Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η αποτυχία του σεναρίου “Blitzkrieg” κατά τους πρώτους μήνες της λεγόμενης «Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης», όπως και των πρώτων επιχειρούμενων διαπραγματεύσεων στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών αναμφίβολα σόκαραν και δίχασαν την ρωσική κοινωνία.
Ωστόσο, παρά τις αντιπολιτευόμενες φωνές, η ρωσική ηγεσία κατάφερε να αποσπάσει τη συναίνεση της «σιωπηρής πλειοψηφίας» και ουδέποτε με σοβαρούς όρους, παρά τις συνέπειες των κυρώσεων και τη φθορά του πολέμου, ουδέποτε βρέθηκε αντιμέτωπη με μαζικά κινήματα διαμαρτυρίας -άλλωστε στην αρχή του πολέμου μεγάλη μερίδα αντιφρονούντων επέλεξε τη μετανάστευση, ενώ η πολεμική λογοκρισία και λοιπά κατασταλτικά μέτρα περιόρισαν τις ούτως ή άλλως μειοψηφικές αντιδράσεις.
Ωστόσο, για όποιον κινείται εντός και γνωρίζει τις κοινωνικές πραγματικότητες, η πολιτική περιορισμού του διαδικτύου, αρχής γενομένης με τον μπλοκάρισμα των εφαρμογών Meta -Facebook, Instagram, WhatsApp- το 2022 και το «πάγωμα του YouTube το 2024, πλέον αρχίζει να προκαλεί αυξανόμενη δυσφορία στον πληθυσμό ιδίως των μεγάλων πόλεων. Τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι αποτέλεσε το σταδιακό «πάγωμα» και πλέον από τον Απρίλιο το μπλοκάρισμα της εξαιρετικά δημοφιλούς εφαρμογής Telegram.
Παράδειγμα επιτυχημένου εγχώριου προϊόντος και η κρατική προώθηση-επιβολή του ΜΑΧ
Η συγκεκριμένη εφαρμογή αποτελεί μακράν της δεύτερης την πιο δημοφιλή εφαρμογή chat στη Ρωσία με εξαιρετική επιτυχία στην ευρύτερη μετασοβιετική επικράτεια των – μάλιστα στην Ουκρανία από μερίδα βουλευτών της Ράντα τέθηκε το ζήτημα του αποκλεισμού της ως «ρωσικού Δούρειου Ίππου», χωρίς, ωστόσο, να ληφθούν μέτρα περιορισμού της. Παραδόξως, το ίδιο επιχείρημα εκφέρουν και πολιτικές δυνάμεις εντός της ρωσικής πολιτικής σκηνής, τονίζοντας τον θετικό ρόλο της συγκεκριμένης εφαρμογής ως εργαλείου επιρροής και προβολής της «ήπιας ισχύος» της Ρωσίας στις γειτονικές χώρες.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το μπλοκάρισμα του Telegram συζητήθηκε έντονα και το 2018, ωστόσο εν μέρει λόγω αντιδράσεων και σημαντικών διαμαρτυριών η κυβέρνηση τότε αναγκάστηκε να υπαναχωρήσει. Πλέον, όμως, με την οργάνωση κινητοποιήσεων να έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη εξαιτίας της πολεμικής πραγματικότητας, η απορρέουσα κοινωνική δυσαρέσκεια αδυνατεί να βρει ορατή έκφραση. Άλλωστε, πλέον η χρήση υπηρεσιών VPN είναι αυτονόητη σχεδόν για κάθε χρήστη του διαδικτύου και οι μπλοκαρισμένες εφαρμογές στο σύνολό τους παραμένουν, επί της ουσίας, προσβάσιμες.

«Λάδι στη φωτιά» επίσης ρίχνει η εξόφθαλμη προσπάθεια της κυβέρνησης να προωθήσει-επιβάλλει το κρατικό messenger «ΜΑΧ», μέσω του οποίου πραγματοποιούνται οι ηλεκτρονικές υπογραφές καθιστώντας το επί της ουσίας υποχρεωτική για μία σειρά επαγγελματιών. Επίσης υποχρεωτικό κατέστη για τους κρατικούς λειτουργούς, ενώ μαζικά στο «ΜΑΧ» μεταφέρονται τα chat των σχολείων και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αναγκάζοντας εκτός των εκπαιδευτικών πλέον και τους γονείς και τους μαθητές να το χρησιμοποιούν υποχρεωτικά στο πλαίσιο της σχολικής καθημερινότητας. Παρά το σλόγκαν της «εθνικοποίησης της ψηφιακής σφαίρας» η κοινή γνώμη παρακολουθεί μάλλον δύσπιστα τους εν λόγω χειρισμούς, γεγονός που αποτυπώνεται στους ασθενείς ρυθμούς ανάπτυξης του «ΜΑΧ».
Αξίζει να σημειωθεί σχετικά και το άκρως αρνητικό αποτύπωμα που άφησε το ολικό μπλοκάρισμα του διαδικτύου μέσω τηλεφωνικής σύνδεσης στα κέντρα των μεγάλων πόλεων τη φετινή άνοιξη – πραγματικότητα, βέβαια, με την οποία οι επαρχιακές πόλεις, ιδίως στα σύνορα με την Ουκρανία έχουν εδώ και καιρό συμφιλιωθεί -δυσχεραίνοντας σημαντικά την επικοινωνία και την καθημερινότητα των απλών πολιτών. Η δε οικονομική ζημία για αυτές τις λίγες ημέρες μπλοκαρίσματος ανέρχεται, σύμφωνα με εκτιμήσεις, σε μερικές δεκάδες εκατομμύρια δολάρια.
Το επιχείρημα της «ασφάλειας» και οι «πύργοι του Κρεμλίνου»
Η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης, εκφερόμενη τόσο από επίσημα όσο και από ανεπίσημα χείλη, αναδεικνύει το ζήτημα της «ασφάλειας» και των σχετικών εισηγήσεων που λαμβάνει το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής και, συγκεκριμένα, η περιβόητη «Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Επίβλεψης στη Σφαίρα των Συνδέσεων, των Ψηφιακών Τεχνολογιών και των ΜΜΕ» ή κατά το ακρωνύμιο «ΡΟΣΚΟΜΝΑΝΤΖΟΡ». Σύμφωνα με Ρώσους πολιτικούς αναλυτές, η συγκεκριμένη πολιτική επιβλήθηκε από ορισμένες ισχυρές εντός του κρατικού μηχανισμού ομάδες εξουσίας και, συγκεκριμένα, από τον βραχίονα των σωμάτων ασφαλείας.
Αποτελεί αναμφίβολο γεγονός, πως πλήθος εγκληματικών ενεργειών λαμβάνει χώρα και οργανώνεται κατά βάση μέσω του Telegram, όπου συντονισμένα δρουν δίκτυα απάτης. Τα τελευταία χρόνια και στο πλαίσιο του πολέμου, με την ενεργή συμμετοχή και ουκρανικών δικτύων, έχουν καταγραφεί χιλιάδες περιστατικά πλαστών «δανείων», με θύματατα να μεταφέρουν τις περιουσίες μίας ζωής σε δήθεν «συμβούλους επενδύσεων» και «εκπροσώπους τραπεζών», οι οποίοι εντόπισαν τα θύματά τους εντός της συγκεκριμένης εφαρμογής. Ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση για τις αρχές αποτελούν δίκτυα τρομοκρατών που στρατολογούν έναντι χρηματικών αμοιβών εκτελεστές, κυρίως μετανάστες από την Κεντρική Ασία, κατά βάση μέσω του Telegram. Η δε δολοφονία στρατηγών στη Μόσχα το 2025 αποτέλεσε τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων στη συγκεκριμένη σφαίρα η «φράξια» των ένστολων. Στα επιχειρήματα υπέρ της αναγκαιότητας περιορισμού του Telegram επίσης προστίθεται η ασάφεια της πολιτικής στάσης του ιδιοκτήτη της εφαρμογής, Πάβελ Ντούροφ. Υπενθυμίζεται πως ο Ντούροφ, μεταξύ άλλων κάτοχος γαλλικού διαβατηρίου, συνελήφθη από τις γαλλικές αρχές το καλοκαίρι του 2024 και αρχικώς του αποδόθηκαν κατηγορίες για σειρά παράνομων πράξεων, σχετιζόμενων με τη λειτουργία της εφαρμογής στη Γαλλία. Η δε απελευθέρωσή του ερμηνεύτηκε εν μέρει ως αποτέλεσμα συμφωνιών με τις γαλλικές αρχές, γεγονός που ενέτεινε τη δυσπιστία έναντι του ιδιοκτήτη της εταιρίας.
Ωστόσο, οι επί μέρους «πύργοι του Κρεμλίνου», όπως είθιστε να αναφέρονται στη ρωσική πολιτική αργκό οι αντιμαχόμενες πτέρυγες εξουσίας, δεν μοιράζονται πάντα την ίδια οπτική και τις ίδιες εκτιμήσεις ούτε θέτουν τις ίδιες προτεραιότητες στη χάραξη πολιτικής. Πέραν τούτου, το Κρεμλίνο στοχευμένα έχει διαθέσει αρκετά εκατομμύρια για επικοινωνιακές καμπάνιες και την ανάπτυξη φιλοκυβερνητικών καναλιών επιρροής στο Telegram, επιρροή την οποία δεν θα ήθελε να στερηθεί. Άλλωστε, απέναντι στον περιορισμό του Telegram τίθεται πρωτίστως μέχρι πρότινος κατά βάση φιλικά-συμμαχικά προς την κυβέρνηση πολιτικά ακροατήρια, τα οποία ένθερμα στήριξαν τους χειρισμούς στο ουκρανικό ζήτημα. Είναι χαρακτηριστικό πως ενημερωτικά δίκτυα, εθελοντικές πρωτοβουλίες στήριξης των στρατευμάτων, κανάλια προώθησης του ρωσικού πολιτισμού ως «ήπιας ισχύος» οργανώνονται κατά βάση και με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στην εν λόγω εφαρμογή.
Η πρόκληση της «εθνικοποίησης του διαδικτύου»
Η ανάπτυξη του ελεύθερου, παγκόσμιου διαδικτύου ήταν και παραμένει επίτευγμα της εποχής της παγκοσμιοποίησης, εποχής που σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, πολιτικούς επιστήμονες, στοχαστές βρίσκεται σε φάση οξύτατης κρίσης και, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, διαβιεί τις έσχατες ημέρες τους -εκτιμήσεις που μία αντικειμενική και ψύχραιμη ματιά στην επικαιρότητα επιβεβαιώνει. Μέτρα προς την «εθνικοποίηση» ή/και τον περιορισμό της ψηφιακής σφαίρας επιτυχώς έχει λάβει η Κίνα με την ανάπτυξη εθνικών εφαρμογών και μέσων δικτύωσης, μέτρα προς αυτήν την κατεύθυνση έστω και με αντιφατικό τρόπο λαμβάνει και η Ε.Ε.

Η ρωσική πολιτική, αν και με σοβαρές «ανορθογραφίες», εγγράφεται σε μία μάλλον γενική τάση αναπροσαρμογής της ψηφιακής σφαίρας στις πραγματικότητες της πολυπολικότητας, για την οποία επίσης ανοικτά μιλά πληθώρα αναλυτών. Είναι, ωστόσο, μάλλον δεδομένο πως η μετάβαση αυτή ούτε θα οδηγήσει σε μία πλήρη κατίσχυση των κρατικών μηχανισμών επί του διαδικτύου ούτε θα πραγματοποιηθεί εν μία νυκτί. Είναι χαρακτηριστικό, άλλωστε, πως λόγω της ευρείας δυσαρέσκειας εν μέρει στη Ρωσία έχει αποκατασταθεί η λειτουργία του… εχθρικού WhatsApp. Επίσης πληθαίνουν οι φωνές κριτικής προς την επιχειρηματολογία της «ασφάλειας», καθώς απάτες, ιδίως εις βάρος ηλικιωμένων, σημειώνονται μέσω τηλεφώνου, αλλά και του διαφημισμένου ως… υπερασφαλούς κρατικού δικτύου «ΜΑΧ». Επίσης χρήστες και ειδικοί σε ζητήματα τεχνολογίας σημειώνουν τα σοβαρά ελαττώματα της συγκεκριμένης εφαρμογής (οι server της οποίας βρίσκονται στην… Μεγάλη Βρετανία) στη φύλαξη αρχείων και τη διάχυση προσωπικών δεδομένων.
Μπορούμε εν κατακλείδι να σημειώσουμε πως η λογική των μπλοκαρισμάτων, ιδίως λόγω της αναπολεσματικότητάς τους και της προκαλούμενης δυσφορίας είναι εν δυνάμει ανατρέψιμες και υπόκεινται σε αξιολόγηση από την πολιτική ηγεσία της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Χωρίς, ωστόσο, να αναιρείται εν γένει η τροχιά προς μία σχετική «εθνικοποίηση» της ψηφιακής σφαίρας, σε μία γενικότερη μετάβαση από το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης σε ένα πιο πολυπολικό μοντέλο διεθνών σχέσεων.
