Η αποτυχία της αμερικανικής πολιτικής στον πόλεμο στο Ιράν άλλαξε τον χαρακτήρα της επίσκεψης Τραμπ στην Κίνα. Αντί για θριαμβευτής προσήλθε στον πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ ως οιονεί ικέτης για μια συμβολή στο άνοιγμα των στενών του Ορμούζ, όμως δεν σημειώθηκε κάποια επιτυχία στο γεωπολιτικό πεδίο, ενώ δεν είναι καθόλου βέβαιοι και οι οποιοιδήποτε καρποί της συνάντησης στο οικονομικό επίπεδο.
Οι διαφορές στα ανακοινωθέντα
Χαρακτηριστικό της πραγματικής απόστασης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας είναι ότι δεν υπάρχει συμφωνία στο τι συμφωνήθηκε. Οι αμερικανικές ανακοινώσεις επικεντρώνουν στις διμερείς εμπορικές συμφωνίες, ενώ η Κίνα επιμένει στις γεωπολιτικές προειδοποιήσεις της ότι οι ΗΠΑ δεν πρέπει να περάσουν ορισμένες κόκκινες γραμμές σχετικά με την Ταϊβάν και ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν έπρεπε να είχε συμβεί. Η αντίστοιχη δήλωση του Λευκού Οίκου ήταν ότι οι δύο χώρες συμφώνησαν ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα. Η Κίνα δεν έχει επιβεβαιώσει την αγορά 200 αεροσκαφών της Boeing, την οποία διαφήμισε ο Ντόναλντ Τραμπ, ενώ δεν φαίνεται να υπήρξε κάποια εμπορική συμφωνία με τη Nvidia. Οι συμφωνίες στα ανακοινωθέντα περιορίζονται σε γενικόλογες αναφορές, όπως ότι οι δύο Πρόεδροι συζήτησαν την ενδυνάμωση των σχέσεων των δύο δυνάμεων.
Η στρατηγική της Κίνας
Η ίδια η Κίνα δεν είναι άμοιρη κρίσεων. Η κινεζική κυβέρνηση χρηματοδοτεί την τεχνητή νοημοσύνη, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τους κβαντικούς υπολογιστές, την πράσινη ενέργεια, τους ημιαγωγούς και τη στρατιωτική ισχύ, την ίδια, όμως, ώρα που η κοινωνία αντιμετωπίζει πρόβλημα ανεργίας και δημογραφική κρίση. Η αυξανόμενη τεχνολογική ισχύς και η εκρηκτική άνοδος των εξαγωγών δεν αποτρέπει το γεγονός ότι τον Μάρτιο 2026 η Κίνα είχε τους χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, καθώς δυσκολεύεται να βρει μια νέα κινητήρια δύναμη εν μέσω παρατεταμένης κρίσης στην αγορά ακινήτων και εξασθένησης της κατανάλωσης.
Ο Σι Τζινπίνγκ πάντως αξιοποίησε την επίσκεψη του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, προκειμένου να προβάλει τη δική του σταθερότητα ως αντίβαρο στις παλινωδίες και την αστάθεια που έχουν προκαλέσει οι ΗΠΑ. Η συνάντηση κορυφή αποκλήθηκε από πολλούς ως μπανάλ, κοινότοπη και βαρετή, αλλά ενδεχομένως αυτό ακριβώς να ήταν το μήνυμά της: Η Κίνα λειτουργεί ως πεδίο διαλόγου μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας, Ινδίας, αναδεικνυόμενη ως μοναδική αξιόπιστη δύναμη. Ο Σι Τζινπίνγκ χρησιμοποιεί το αποκτηθέν κύρος, πιέζοντας για αμερικανικές υποχωρήσεις ως προς την Ταϊβάν, όπως αναγνώριση ότι αποτελεί μέρος της Κίνας. Βασικό όπλο της Κίνας στη δυναμική αυτή είναι οι σπάνιες γαίες του εδάφους της, τις οποίες οι ΗΠΑ έχουν απόλυτη ανάγκη, όπως έδειξε και η άτακτη υποχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ από τις απειλές για δασμούς. Την ίδια ώρα αυξάνονται οι κινεζικές επενδύσεις στη Νοτιανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική.
Η Κίνα ακολουθεί στρατηγική υπομονετικής οικονομικής ενσωμάτωσης, τεχνολογικής αυτάρκειας και πολυπολικής διπλωματίας. Ακολουθεί ένα υβριδικό οικονομικό μοντέλο κατά το οποίο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις θάλλουν δίπλα στις ισχυρές κρατικές εταιρείες υπό την καθοδήγηση του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού του Κομμουνιστικού Κόμματος. Πρόκειται για έναν «σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά» που αποτελεί μεσότητα μεταξύ του σοβιετικού κομμουνισμού και του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια η Κίνα δόμησε ένα πρωτοφανώς ταχύ σιδηροδρομικό δίκτυο, απέκτησε υποδομές 5G, έγινε πρωταθλήτρια στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Δεν επιμένει στην εξαγωγή επαναστάσεων, αλλά προσφέρει εμπόριο, επενδύσεις και σταθερότητα.
Γιατί δεν ισχύει η «παγίδα του Θουκυδίδη»
Η διαφορά της εποχής μας από ό,τι αναφέρεται ως «παγίδα του Θουκυδίδη» είναι ότι οδεύουμε προς μια γνήσια πολυπολικότητα, κατά την οποία δεν έχουμε απλώς μια αναδυόμενη υπερδύναμη να απειλεί με αντικατάσταση την παλαιά, αλλά περισσότερο μια ταυτόχρονη ανάδυση ακατάσχετων πολλαπλών κέντρων. Η αποδολαριοποίηση έρχεται με τη μορφή εμπορίου σε τοπικά νομίσματα και ανάπτυξης εναλλακτικών συστημάτων πληρωμής. Για την Κίνα, η διοίκηση Τραμπ αποτελεί ταυτοχρόνως ρίσκο και ευκαιρία. Ρίσκο επειδή το πρόταγμα «Πρώτα η Αμερική» μπορεί να σηματοδοτήσει προστατευτισμό και εμπορικούς πολέμους. Ευκαιρία ακριβώς επειδή καταδεικνύει τα όρια της αμερικανικής ισχύος και επιτρέπει την ανάδυση της πολυπολικότητας.
Τις ημέρες πριν την επίσκεψη Τραμπ υπήρχε έντονη στρατιωτική δραστηριότητα υπό τη μορφή ασκήσεων κοντά στην Ταϊβάν. Το μήνυμα ήταν ότι η συνεργασία στο εμπόριο δεν σημαίνει υποχώρηση από την εθνική κυριαρχία. Οι πολιτικές Τραμπ επιβεβαιώνουν την πεποίθηση της Κίνας ότι οι ΗΠΑ πάσχουν από υπερεπέκταση και εσωτερικό διχασμό. Ο Ντόναλντ Τραμπ προσήλθε με αισιοδοξία για τη δυνατότητα παρέμβασης της Κίνας στο Ιράν, προκειμένου να ανοίξουν τα στενά του Ορμούζ. Φιλοδοξία ήταν επίσης το άνοιγμα των αμερικανικών αγορών στα αγροτικά και ενεργειακά προϊόντα των ΗΠΑ. Η αντίδραση της Κίνας ήταν αρκετά συγκρατημένη, όπως αποτυπώθηκε και στο τελετουργικό της υποδοχής. Η Κίνα δεν είχε κανένα λόγο να προχωρήσει σε κάποια συμφωνία για το Ιράν, καθώς τα δικά της πλοία διέρχονται των στενών του Ορμούζ και δεν θέλησε να βοηθήσει τις ΗΠΑ σε μια κρίση που οι ίδιες κατασκεύασαν για τον εαυτό τους. Η Κίνα εξακολουθεί να επιμένει στην πολιτική της στρατηγικής υπομονής. Έχοντας επενδύσει στην Πρωτοβουλία του Νέου Δρόμου του Μεταξιού επεκτείνει την παρουσία της στην Κεντρική και Δυτική Ασία. Οποιαδήποτε διευκόλυνση ως προς το Ιράν θα αποτελούσε υποχώρηση ενώ σοβούν εκκρεμότητες όπως αυτή της Ταϊβάν στον άμεσο περίγυρό της. Η στάση του Προέδρου Σι Τζινπίνγκ ήταν αυτή μιας ευγενικής άρνησης.
Στρατηγική υπομονή και γενικόλογες αναφορές
Το γεγονός ότι η Κίνα έχει ποικίλες πηγές ενέργειας με κύρια αυτή της Ρωσίας σημαίνει ότι δεν επείγεται για να βρεθεί λύση για το Ορμούζ. Η μακροπρόθεσμη σταθερότητα ευνοεί τη βιομηχανία και τις εξαγωγές της Κίνας, ωστόσο η ποικιλία των ενεργειακών πηγών της αποτρέπει οποιοδήποτε άγχος και επιτρέπει να προωθήσει τα συμφέροντά της στον Ινδο-Ειρηνικό την ίδια στιγμή που οι ΗΠΑ είναι απορροφημένες στον Περσικό Κόλπο. Μεταξύ των ελάχιστων που συμφωνήθηκαν ήταν η άδεια για εξαγωγή αμερικανικών κτηνοτροφικών προϊόντων, το οποίο όμως και αυτό έμεινε ασαφές υπό την πίεση των συμφερόντων της κινεζικής αγροτοκτηνοτροφίας. Δεν φάνηκε να επετεύχθη ολοκληρωμένη συμφωνία για την αγορά αεροσκαφών Boeing από την Κίνα, ούτε κάποια σημαντική συνεννόηση για το Ιράν, την Ιαπωνία και την Ταϊβάν. Η αμερικανική πλευρά τόνισε ότι ο Σι Τζινπίνγκ υποσχέθηκε να μην προμηθεύει όπλα στο Ιράν, το οποίο, όμως, ούτως ή άλλως, δεν λαμβάνει χώρα φανερά και επίσημα.
Κάπως έτσι υπήρξαν μόνο γενικόλογες αναφορές στο ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα θα είναι συνεργάτες και όχι αντίπαλοι σύμφωνα με ό,τι ο Σι Τζινπίνγκ ονόμασε «νέο όραμα» για τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας. Ο Τραμπ υποβάθμισε τους αμερικανικούς δεσμούς με την Ταϊβάν, προκειμένου να αποσπάσει ευνοϊκούς εμπορικούς όρους με την Κίνα. Η σχετική συζήτηση συμπεριέλαβε την επέκταση της πρόσβασης Αμερικανών επιχειρηματιών στην Κίνα και τις κινεζικές επενδύσεις στις αμερικανικές βιομηχανίες, δεν ανακοινώθηκαν όμως μείζονες εμπορικές συμφωνίες, λ.χ. σχετικά με τις σπάνιες γαίες ή με τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Οπωσδήποτε το κυρίως καλό της συνάντησης είναι ότι συνέβη και ότι η Κίνα λειτουργεί ως μια πλατφόρμα έμμεσων συνεννοήσεων μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας, Ινδίας και άλλων δυνάμεων, γεγονός που δεν είναι ασήμαντο για την αποφόρτιση των μειζόνων κρίσεων του πλανήτη με το δόγμα «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα» να αντικαθιστά την παγίδα του Θουκυδίδη.
