Πριν λίγες μέρες είχα την ευκαιρία να επισκεφτώ το Βελιγράδι, την πρωτεύουσα του σερβικού κράτους. Η ζώσα ιστορία της πόλης, η σοσιαλιστική αρχιτεκτονική, τα βομβαρδισμένα από το ΝΑΤΟ κυβερνητικά κτήρια και μνημεία ενός (σχετικά) πρόσφατου πολέμου, το όνειρο της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας (ως υπόδειγμα για ολόκληρη τη Βαλκανική) όρισαν, ως έναν βαθμό, τις προσλαμβάνουσές μου.
Παραδόξως, είχα την ευκαιρία να περιηγηθώ μόνος σε μνημεία κομμουνιστικής απόχρωσης. Αυτή η ιδιαίτερη «τουριστική Εποχή» (αν θυμηθούμε την ορολογία της Φαινομενολογίας!) μου έδωσε τη δυνατότητα να έρθω σε επαφή με το ιδεολογικό φορτίο, τις ταυτοτικές αναφορές, την αντίληψη για τον χώρο και τον χρόνο. Εξιδανικεύοντας και εξωραΐζοντας μια υποκειμενική ταυτότητα του ύστερου καπιταλισμού, αν δεν δηλώνεις κομμουνιστής, αν δεν βρίσκεσαι σε αντιπαράθεση με την εθνικιστική, μονοφωνική αφήγηση και αν οι παππούδες σου μιλούσαν μόνο ελληνικά, δεν τη ζεις τη Βαλκανίλα!
Μέσα σε αυτό το καθεστώς κωμικής αλλά και αυστηρής αυτοπαρατήρησης, βίωνα ένα προσωπικό «Βλέμμα του Οδυσσέα», ως άλλος «Β» (ο οποίος κουβαλά τα όρια και τα σύνορά του) αναζητούσα όχι το αθώο «πρώτο βλέμμα» πριν από τους εθνικισμούς, αλλά κάτι πέρα από τη νοσταλγία ενός κατακρημνισμένου οράματος: μια ενεργή υπόσχεση για όσα (θα ήθελα να) «μέλλονται να ’ρθουν»…
Οι φωτογραφίες και η αφήγηση του άρθρου περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από την επίσκεψη στον τάφο του Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, στο House of Flowers -μουσείο της ιστορίας της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας και μαυσωλείο του ηγέτη της Ένωσης Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας και του ρωμαλέου παρτιζάνικου κινήματος.


Η στιγμή από την οποία γεννήθηκε αυτό το άρθρο ήρθε όταν αποφάσισα να γράψω στο βιβλίο εντυπώσεων του μουσείου. Σκεφτόμουν κάτι του τύπου: «Στον αρχηγό όσων νίκησαν την ώρα που έπρεπε» ή κάτι παρόμοιο. Καθώς όμως ξεφύλλιζα το τετράδιο, παρατηρώντας από ποιες χώρες προέρχονταν οι αφιερώσεις, διαβάζω αποσβολωμένος: «Macedonia is one and Greek»!!!!
Στην αρχή σκέφτηκα, γελώντας «εξάγουμε πολιτισμό». Μετά έβρισα τον ελληνικό εθνικισμό. Ήταν όμως ένα μοναδικό εύρημα! Σε κάθε περίπτωση, βρήκα ένα ίχνος του ελληνικού εθνικισμού από κάποιον που ήταν τουρίστας και φορέας ιδεολογίας όσο κι εγώ. Στο μνημείο της γιουγκοσλαβικής καθολικότητας και της απόπειρας εθνικής υπέρβασης, μέσα στη μουσειοποιημένη βαλκανική ουτοπία, επέστρεφε η εθνικιστική «Έλλειψη». Είχα βρει ένα τυπικό όσο και ξεκάθαρο λακανικό Σύμπτωμα…
Μια γραφή που μοιάζει να μην ανήκει εκεί, να είναι ξένη, ένα περιεχόμενο συγκρουσιακό, ένας λόγος όχι κρατικός αλλά αυθόρμητη εκδήλωση ενός επισκέπτη –μια μικροπράξη εγγραφής της προσωπικής ταυτότητας και του άγχους της μέσα στο αντίπαλο όραμα… Αυτό είναι το δράμα και η ρωγμή των βαλκανικών λαών: μια άρνηση υποταγής των εθνικών ταυτοτήτων στη μετα-ιδεολογική πραγματικότητα, μια διαρκής αναζήτηση οικειότητας και Απόλαυσης μέσα στην αυθεντικότητα της πρωταρχικής ομάδας…
Ο τάφος του Τίτο ως «υψηλό αντικείμενο της Ιδεολογίας»
Η κατάρρευση της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, όπως και η διάλυση μιας ιστορικής προοπτικής για τους λαούς της Βαλκανικής, μετατρέπει τον τάφο του Τίτο σε υλικό σημείο πάνω στο οποίο επενδύεται συμβολικά η χαμένη καθολικότητα. Το χαμένο φετίχ της ελεύθερης ένωσης τόσο διαφορετικών ανθρώπων, υπό έναν ανώτερο σκοπό, αποκτά υλικό στήριγμα, αισθητηριακή, συναισθηματική και ιστορική πυκνότητα. Η δυνατότητα του αδύνατου που κάποτε επετεύχθη, η επιθυμία για τον στόχο, η κινητοποίηση μέσα από νέες μορφές συλλογικότητας, η νοηματική μάχη της ερμηνείας, καθώς και οι κατανομές μνήμης και λήθης πάνω στις βιωμένες αντιφάσεις της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, επενδύουν το μνημείο με έντονο λιβιδινικό φορτίο.

Οι αισθηματικές ώσεις, στηριγμένες καλειδοσκοπικά στην απτή ύλη, διαμορφώνουν ένα έντονα φορτισμένο πεδίο. Το ίδιο το μνημείο παράγει πραγματικότητα και συνδέσεις προφάνειας με την Ιδεολογία. Ήλιος, λευκό μάρμαρο, αντανακλάσεις, όμορφα και πολύχρωμα λουλούδια, δωρισμένα αγάλματα από ηγέτες κάθε γωνιάς του πλανήτη, ένας εξαιρετικός αύλειος χώρος με πανέμορφο σιντριβάνι, είναι τα υλικά που διαμορφώνουν το έδαφος στήριξης των βιωμάτων όσων επισκέπτονται το μαυσωλείο.
Η γαλήνη του τοπίου, η ησυχία, οι χαμηλόφωνες συζητήσεις των επισκεπτών δεν καταφέρνουν να συμβολοποιήσουν πλήρως έναν κόσμο που χάθηκε. Παραμένει ισχυρή η πεποίθηση πως αυτή η ιδεολογική «κατάψυξη» της βαλκανικής μας στιγμής μπορεί κάποτε να επανέλθει στην ημερήσια διάταξη. Η αίσθηση είναι πολύ διαφορετική, για παράδειγμα, από εκείνη του «Memento Park», όπου τα αγάλματα έχουν μετατραπεί σε νεκρά απολιθώματα μιας ανενεργής ανάμνησης, εντός μιας θεματικής, μουσειοποιημένης περιοχής.
Η υλική επαφή με αυτά τα σπαράγματα των κοινών οραμάτων εγείρει ερωτήματα: αν η ρωγμή έκλεισε, αν αυτός ο κόσμος χάθηκε ανεπίστρεπτα, αν βρισκόμαστε ανάμεσα σε δύο κόσμους ή οριστικά μέσα σε έναν και μόνο, με τα αποσυναρμολογημένα λάφυρα της ήττας μπροστά στα μάτια μας. Την ίδια στιγμή, ολοζώντανοι άνθρωποι συνεχίζουν να σε αποκαλούν «μπράτε», παρά όλα όσα μοιάζουν να μην μας αφήνουν πια να νιώθουμε τόσο οικεία μεταξύ μας – τελωνεία, περάσματα, σύνορα, εθνικά σύμβολα, αναμονές σε ελέγχους, διαβατήρια κ.ά.

Στο «Βλέμμα του Οδυσσέα», ο Α. βρίσκεται σε μόνιμη κίνηση, αναζητώντας την πρωταρχική μπομπίνα των αδερφών Μανάκια· αυτό το λακανικό «objet petit a» που οργανώνει την επιθυμία και την αναζήτηση. Η έλλειψη παράγει την κίνηση και την επιθυμία. Η μπομπίνα δεν είναι το αντικείμενο της επιθυμίας, αλλά αυτό που παράγει την ίδια την επιθυμία. Δεν κατακτιέται, διαρκώς μετατοπίζεται από πόλη σε πόλη, από σύνορο σε σύνορο, από γυναίκα σε γυναίκα κ.ο.κ. Το «objet petit a» δεν ολοκληρώνει το υποκείμενο, αλλά οργανώνει την ενεργή κίνηση της επιθυμίας γύρω από την έλλειψη.
Αυτή είναι η βάση για το βίωμα της «επιστροφής» σε κάποιο αθώο, προ-εθνικιστικό παρελθόν, σε έναν χαμένο παράδεισο που θα επανανοηματοδοτήσει τη σημερινή μας ματιά απέναντι στη μετα-εθνική εποχή. Αυτή η απώλεια δεν στοιχειώνει ούτε εμάς ούτε το παρελθόν. Αντίθετα, αποτελεί τον άξονα αποδοχής και εξοικείωσης με την αλήθεια. Στιγμή αυτής της αναζήτησης υπήρξε και το βαλκανικό σοσιαλιστικό όραμα, ίσως η στιγμή όπου πιστέψαμε πως το Πραγματικό ταυτίζεται με την Πραγματικότητα…
Αλίμονο, όμως, όλες αυτές οι σκέψεις εκτυλίσσονται μέσα σε ένα τουριστικό πλαίσιο: με το εισιτήριο πληρωμένο με Mastercard ή Visa, με το σερβικό κράτος να πραγματοποιεί κοινά γυμνάσια με το ΝΑΤΟ, με κοινούς νεκρούς σε Τέμπη και Νόβι Σαντ…
Η αποτυχημένη υπέρβαση μιας Ολικής Ιδεολογίας
Ο Καρλ Μάνχαϊμ, στο έργο του «Ιδεολογία και Ουτοπία» (1997), διαχωρίζει τις ιδεολογίες σε ολικές και μερικές. Οι ολικές ιδεολογίες διαμορφώνονται μαζί με ολόκληρες ιστορικές εποχές. Σε μια παραγωγική ανάγνωση αυτής της θέσης, μπορούμε να πούμε πως ζούμε στην εποχή του Εθνικισμού, όπως άλλοτε ζούσαμε στην εποχή της Θρησκείας.
Τι συμβαίνει, όμως, όταν πεθαίνει μια συμβολική τάξη; Αν κοιτάξει κανείς τα μετασοσιαλιστικά κράτη, τη Λιβύη μετά τον Καντάφι, τη Συρία κ.λπ., διακρίνει μια επιστροφή (ή και οπισθοδρόμηση) σε προηγούμενες μορφές ταυτοποίησης και απόλαυσης. Τα υποκείμενα διαχωρίστηκαν εμφατικά μέσα από νέες αλλά και παλιές διχοτομήσεις· κρατικοί και παρακρατικοί πόλεμοι, παραστρατιωτικές και θρησκευτικές συγκρούσεις, κατακερματισμένα δίκτυα εξουσίας και μικροταυτότητες οργάνωσαν τα νέα νοήματα.
Έθνη στα Βαλκάνια, φυλετικές ομάδες στη Λιβύη, θρησκευτικές κοινότητες στη Συρία επανακωδικοποιούν τις κοινωνικές ροές μετά την υλική κατάρρευση των κρατικών μηχανισμών παραγωγής συνοχής και κυριαρχίας. Η διαδοχική (από – και – επανα) εδαφικοποίηση πραγματοποιήθηκε υπό την κλαγγή των όπλων και τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς.
Ιδεολογική νοσταλγία, εθνοτικός αταβισμός, αίσθηση έλλειψης, κατακερματισμένη jouissance μοιάζουν να διαμορφώνουν ένα βαθιά καταθλιπτικό υπόβαθρο…
Οι χαμένες καθολικότητες και οι αποτυχημένες απόπειρες επίγειων παραδείσων μπορούν να μετατραπούν σε ύλη αναγκαίων υπερβάσεων, σε έδαφος διαλεκτικών αρνήσεων. Οι αντιφάσεις και οι ιστορικές αποτυχίες αφήνουν πάντοτε ίχνη για μια μελλοντική, ανώτερη (ανα)σύνθεση. Ο ορίζοντας βρίσκεται στο μέλλον, στην προοπτική του μετασχηματισμού προς μια ανθρώπινη, ενοποιημένη οικουμένη, και όχι σε κάποια χαμένη «χρυσή εποχή».
Πολιτικά και θεωρητικά προκύπτει η ανάγκη νέων συμβολοποιήσεων, μιας ανώτερης ανθρωπιάς στα μετασχηματιστικά μέσα και εργαλεία, στην προσπάθεια υπέρβασης όχι απλώς των καπιταλιστικών κληροδοτημάτων, αλλά του συνόλου των ιδεολογικών μορφών που άφησε η περίοδος των ταξικών κοινωνιών πάνω στους ανθρώπους (Βαζιούλιν, 2013).
Ο Φρόιντ ορίζει το πένθος ως το φυσικό πρότυπο της μελαγχολίας (Freud, 2017), ως εκείνη τη σπαρακτική ψυχική κατάσταση που γεννιέται από την απώλεια του αντικειμένου. Κι όμως, η παρουσία του νόστου δεν είναι υποχρεωτικό να καθορίζεται αποκλειστικά από το παρελθόν, αντίθετα μπορεί να μετασχηματιστεί σε υπόσχεση για το Μέλλον…

Ποια επιλογή εμποδίζει το πένθος να μετατραπεί σε ουτοπικό πλεόνασμα; Εθνικισμοί, αυτοκρατορικά φαντάσματα, πολιτισμικά κατάλοιπα συγκροτούν το πεδίο άρνησης για μια αλλιώτικη οικουμένη. Κάπως έτσι μπορεί (και πρέπει) να οργανωθεί η ανθρώπινη προοπτική: λαμβάνοντας βαθιά υπόψη τις παραγωγικές σχέσεις, την κοινωνική αναπαραγωγή, τα εθνοτικά κατάλοιπα, την πολιτισμική άμιλλα, με αποφασιστικό άξονα αναφοράς τους ίδιους τους ανθρώπους και τα πάθη τους.
– – – – – –
Στην «Μ» που χωρίς αυτή το ταξίδι δεν θα είχε κανένα νόημα.
Βιβλιογραφία:
Βαζιούλιν, Α. Βίκτος, Η λογική της ιστορίας (Δ. Πατέλης, Μεταφρ.). Αθήνα, 2013: Εκδόσεις ΚΨΜ
Freud, Sigmund, Πένθος και Μελαγχολία (Ν. Μυλωνά, Μεταφρ.). Αθήνα, 2017: ΝΙΚΑΣ
Munheim, Karl, Ιδεολογία και ουτοπία (Γ. Ανδρουλιδάκης, Μεταφρ.). Αθήνα, 1997: Εκδόσεις Γνώση
