ΑΘΗΝΑ
12:57
|
23.06.2026
Το 2025 η πρώτη απεργιακή αναμέτρηση θα δοθεί όπως και το 2024: στις γραμμές των δημόσιων μεταφορών.
Η επίθεση του Σαλβίνι, με το πρόσχημα της προστασίας των πολιτών και του δικαιώματος της μετακίνησης, θυμίζει εν πολλοίς διατάγματα και απαγορεύσεις που είχε φέρει ο πρώτος φασισμός με στόχο να συντρίψει την εργατική τάξη
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Με τη νέα χρονιά η πρώτη απεργιακή αναμέτρηση ανάμεσα στη νεοφασιστική κυβέρνηση της Τζόρτζιας Μελόνι και των συνδικάτων συνδικάτα θα δοθεί στον ίδιο νευραλγικό τομέα με αυτόν που έκλεισε απεργιακά και το 2024: στις γραμμές των δημόσιων μεταφορών. Έναν τομέα, που έχει αναδειχθεί ως την προκεχωρημένη γραμμή ενός αγώνα για το δικαίωμα της απεργίας, που η κυβέρνηση με κύριο εκφραστή της τον υπουργό Μεταφορών και ηγέτη της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι επιδιώκει να ενταφιάσει. Όπως και πολλές άλλες κατακτημένες ελευθερίες και εργασιακά δικαιώματα, άλλωστε.

Η μάχη αυτή αναμένεται και πάλι αμφίρροπη, καθώς αμφότερες οι πλευρές έχουν καταγράψει από μία νίκη. Ο Σαλβίνι, δίνοντας πραγματικές διαστάσεις  ταξικού αγώνα και ιδεολογικής επίθεσης είχε καταφέρει να κυρωθεί από το Εργατοδικείο το έκτακτο διάταγμά του για να περιορισθεί σε 4 ώρες η κινητοποίηση στα μέσα μεταφοράς κατά τη γενική απεργία που κήρυξαν για τις 29 Νοεμβρίου. Μία απεργία που τα ιταλικά εργατικά συνδικάτα κήρυξαν παραμονές της κατάθεσης του προϋπολογισμού λιτότητας, αξιώνοντας αξιοπρέπεια στην εργασία. Παρά το διάταγμα και τον περιορισμό, η απεργία, υπήρξε πέρα για πέρα επιτυχημένη κι έφθασε το 70% συμμετοχής, αδειάζοντας  κυριολεκτικά τις πόλεις και γεμίζοντας με πάνω από 400.000 κόσμου τις πλατείες.

Από τη δική τους πλευρά, τα συνδικάτα με σημαιοφόρο το  σωματείο USB προκάλεσαν τον Σαλβίνι με μία αμέσως επόμενη απεργία, στις 13 Δεκεμβρίου. Μία πρόκληση που επεφύλασσε αλγεινή έκπληξη για τον ξενοφοβικό ηγέτη και υπουργό, μιας και τη φορά τούτη το δικαστήριο απέρριψε το περιοριστικό διάταγμα. 

Η επίθεση του Σαλβίνι, με το πρόσχημα της προστασίας των πολιτών και του δικαιώματος της μετακίνησης, θυμίζει εν πολλοίς διατάγματα και απαγορεύσεις που είχε φέρει ο πρώτος φασισμός με στόχο να συντρίψει την εργατική τάξη. Η κυβέρνηση, όπως υπογραμμίζουν και τα συνδικάτα πασχίζει διαρκώς να δημιουργήσει κοινωνικούς εχθρούς για να στρέψει αλλού την προσοχή, όταν προετοιμάζει μία κατά μέτωπο επίθεση, κυρίως μέσω του προϋπολογισμού, της μεθοδευόμενης Διαφοροποιημένης Αυτονομίας και της πολεμόχαρης εξωτερικής πολιτικής, με περισσότερα λεφτά στα όπλα, απ’ ότι πχ στην καταρρέουσα Υγεία και Παιδεία (όπου πολλαπλασιάζονται οι καταλήψεις. Πολλοί μάλιστα έχουν αρχίσει να αναρωτιούνται εάν η αυτή η μεθόδευση του Σαλβίνι δίνει λαβή για να καταστρατηγηθεί συνολικά το δικαίωμα στην απεργία, στο ευρύτερο πλαίσιο της πολιτικής της κυβέρνησης Μελόνι και των προτεραιοτήτων της υπέρ του μονοπωλιακού καπιταλισμού, με τον οποίο τα πολιτικά της συμφέροντα συγκλίνουν. Τη στιγμή που η κερδοφορία στα μερίσματα έχει φθάσει στο απόγειό της, οι εργαζόμενοι και κρίσιμα πεδία του κοινωνικού κράτους, η παιδεία, η υγεία, δεν χαίρονται στο παραμικρό τα κέρδη αυτά. Απεναντίας, με τις αλλεπάλληλες περικοπές μισθών και τη φορολογία συνεισφέρουν στην κερδοφορία του κρατικού μονοπωλιακού καθεστώτος και σχεδιασμού της οικονομίας και αναγκάζει τους νέους να μεταναστεύουν.

Με πρόσχημα πως έχει ξεπερασθεί ένα όριο στις νόμιμες απεργίες -σάμπως η απεργία είναι διασκέδαση για τον εργαζόμενο, που χάνει το ημερομίσθιό του- και  επικαλούμενος, με το Διοικητικό Δικαστήριο στο πλευρό του να δέχεται την , το ενδεχόμενο «εύλογου κινδύνου να υπάρχουν σοβαρές και επικείμενες ζημίες» στη λειτουργία του κράτους, ο Σαλβίνι με την προσφυγή του αυτή θέτει υπό αμφισβήτηση το πιο βασικό ίσως και αναφαίρετο δικαίωμα που έχει μείνει στους εργαζομένους. Το δικαίωμα της απεργίας όταν βλέπουν να εξαφανίζονται οι συλλογικές και κλαδικές συμβάσεις και να ψαλιδίζονται οι αξιοπρεπείς μισθοί.  Εκείνο που δεν συσχετίζει ο Σαλβίνι, με τη σπουδή του να «προστατεύσει» τους πολίτες από μία ταλαιπωρία, είναι το γεγονός ότι το κοινό ταλαιπωρείται περισσότερο από τα προβλήματα στους σιδηροδρόμους, που έχουν συσσωρεύσει η επιθετική ιδιωτικοποίηση του τομέα και η πρακτική αδιαφορία του υπουργού για τα ουσιαστικά καθήκοντά του.

Βέβαια, κάτι άλλο που καταρρίπτει το επιχείρημα του Σαλβίνι, είναι πως τα συνδικάτα ήδη είχαν προκηρύξει μειωμένο απεργιακό ωράριο για τα μέσα εναέριας μεταφοράς και κυρίως τους σιδηροδρόμους, δεδομένου ότι την προηγούμενη εβδομάδα είχε προηγηθεί απεργία στον τομέα και δεν ήθελαν να ξαναϋποβάλουν το επιβατικό κοινό σε μεγαλύτερη ταλαιπωρία.

Η δε αιτίασή του πως τα συνδικάτα κήρυξαν την απεργία προτού κατατεθεί και γνωρίσουν το σχέδιο του προϋπολογισμού, είναι μάλλον ευτράπελη από τη στιγμή που η είναι γνωστή η οικονομική πολιτική που ακολουθεί η Μελόνι. Το ουσιαστικό ξεπούλημα των δημόσιων προσοδοφόρων πηγών, τα μέτρα υπέρ των μονοπωλίων και του outsourcing που έχουν οδηγήσει στο κλείσιμο σχεδόν 400.000 εταιρειών, μια ουσιαστικά αποβιομηχάνιση της Ιταλίας και καθημερινές ιστορίες ανθρώπων που μένουν στον δρόμο. Και φυσικά τα σχέδια για ακόμη μεγαλύτερη επιτάχυνση της ιδιωτικοποίησης κάθε τομέα του κράτους (διοίκηση, φορολογία, υγεία, συγκοινωνίες, δημόσια έργα) μέσα από το νομοθετικό πρόγραμμα της Διαφοροποιημένης Αυτονομίας για τις περιφέρειες.

Η τακτική των Σαλβίνι-Μελόνι μαρτυρούν την ίδια συμμαχία με το κεφάλαιο και τα συμφέροντά του όπως προσφυγή στην έσχατη εφαρμογή του το γράμμα και του νόμου είναι άλλωστε η τακτική του «κράτους εξαίρεσης», που θεωρητικοποίησε ως βασικό μηχανισμό για τον έλεγχο και την καταστολή στην κοινωνία και ο βασικός νομικός θεωρητικός του Ναζισμού Καρλ Σμιτ.

Το Σύνταγμα της Ιταλίας στο περίφημο 1ο Άρθρο του ορίζει την Ιταλία ως δημοκρατικό έθνος που βασίζεται στην εργασία. Η εργασία, υπενθυμίζουν τα συνδικάτα είναι εκείνο που κρατά ενωμένο το έθνος κι όχι τα αφηρημένα ιδεολογήματα. Η κακατεδάφισή της οδηγεί στην μετανάστευση, τη δημογραφική αποψίλωση, τη διχόνοια του ενδοταξικού πολέμου. Τούτο το καταστατικό άρθρο «έργω» (με την οικονομική κι εργασιακή απορρύθμιση) και «νόμω» (με την νομική παράκαμψή του) φαλκιδεύει η κυβέρνηση Μελόνι-Σαλβίνι -η οποία άλλωστε επιδιώκει να το καταργήσει τελείως με τις επιδιώξεις της για εγκαθίδρυση της «πρωθυπουργοποίησης» (premierato) του καθεστώτος και για την Διαφοροποιημένη Αυτονομία των Περιφερειών.  

Μπροστά σε τούτον τον κίνδυνο για την ανατροπή των συσχετισμών σε όλο το φάσμα της αγοράς εργασίας και των δικαιωμάτων, τα συνδικάτα ανέλαβαν να διεξάγουν τον αγώνα που τα συνθηκολογημένα και νωθρά πολιτικά κόμματα, ιδίως το κεντροσοσιαλιστικό Pd και η ανερμάτιστη φιλοευρωπαϊκή Realpolitik  του μοιάζουν αδύνατα να διεξάγουν -όπως και 100 χρόνια πριν με τον πρώτο φασισμό. Άλλωστε, ο πολιτικο-κομματικός αναθεωρητισμός του Pd, με τις συνθηκολογήσεις του με τις δυνάμεις του ευρωπαϊκού και ντόπιου τεχνοκρατισμού και  του χυδαίου εκσυγχρονισμού, ιδίως σε επίπεδο ηγεσίας (Πρόντι, Ντ’ Αλέμα, Ρέντσι, για να θυμηθούμε) συνέβαλε στη νομοθετική αποδυνάμωση του Συντάγματος και των κοινωνικών κι εργασιακών δικαιωμάτων.

 Σχεδόν υποκαθιστώντας τα πολιτικά κόμματα στον αγώνα για να ευρύτερα κοινωνικά δικαιώματα, όχι μόνον τα επιμέρους εργασιακά, που είναι αναγκαίο να διεξαχθεί, ο επικεφαλής της CGIL Μαουρίτσιο Λαντίνι ζήτησε από καιρό μία «κοινωνική εξέγερση» ενάντια στις ανισότητες και συσπείρωση για να αλλάξουνε τα πράγματα στην οικονομία και την εργασία. Όπως δήλωσε στις  18 Νοεμβρίου στην Corriere della Sera: «Η κυβέρνηση έχει πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο αλλά όχι στη χώρα, αυξάνει τη φτώχεια και δεν διαπραγματεύεται με αυτούς που εκπροσωπούν όλους τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους» με «έναν δημοσιονομικό νόμο και ένα διαρθρωτικό σχέδιο που δεσμεύει τη χώρα σε επταετή λιτότητα».

Ακόμη και στο δεξιό συνδικάτο Cisl, που είχε αποφασίσει να μη συμμετάσχει στην απεργία, αρκετά μέλη του δεν υπάκουσαν και συντάχθηκαν με τη Cgil και την Uil στις κινητοποιήσεις σε επιμέρους τομείς.

Η γενική απεργία της 29ης Νοεμβρίου έρχεται ως κορύφωση στις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στη μεταλλουργία, τη χημική βιομηχανία, στην εκπαίδευση, τις τοπικές μεταφορές, τον δημόσιο τομέα, των συνταξιούχων και των αλλά και των φοιτητών -που αξίωσαν ίσα δικαιώματα στις σπουδές, ευκαιρίες και να σταματήσει η συστηματική «ενοχοποίησή» τους από τη νεοφασιστική κυβέρνησης.

Είναι καιρός, όπως θα έλεγε κι ο Τολιάτι να «ωριμάσει αντικειμενικά μέσα στο ίδιο το εσωτερικό του καπιταλισμού» η κοινωνία «μέσα από την ανάπτυξη και τις συγκρούσεις των αντικειμενικών κι υποκειμενικών δυνάμεων στην κοινωνία». Να ξαναβρεί το γενικότερο συνδικαλιστικό ή κοινωνικό κίνημα τη δυναμική, όπως στις κινητοποιήσεις του 1962 έως τις αποφασιστικές μάχες στα εργοστάσια και τους δρόμους του «θερμού φθινόπωρου» του 1969. Και να ξανακατακτήσει δικαιώματα, που οι κατοπινοί συμβιβασμοί, ο κορπορατιβισμός και η πρόσδεση των συνδικάτων στην πολιτική και τους μηχανισμούς εξουσίας, αλλά και οι υποχωρήσεις στους εκβιασμούς του κεφαλαίου, το εξουδετέρωσαν και το υποβάθμισαν. Τόσο θεσμικά, όσο και στη συνείδηση του κόσμου.

Τα συνδικάτα στην Ιταλία βρίσκονται ξανά σήμερα σε μία αναγκαστική θέση πρωτοβουλίας. Καλούνται μπροστά στην απειλή απέναντι στην εργασία, τις συνθήκες, το περιεχόμενο και τους μισθούς, να ανακτήσουν την διεκδικητική τους αυτονομία απέναντι στην εργοδοσία, αλλά και τις κυβερνητικές επιλογές -μιας και το κράτος πλέον ταυτίζεται με τους εργοδότες. Να φέρει τις διεκδικήσεις στο επίπεδο της παραγωγικής οργάνωσης και να συντονίσουν μία πραγματικά εθνική και διακλαδική, γιατί όχι και μία «διαρθρωμένη επιλογή» που λέγανε στη δεκαετία του ‘70. Να δώσει μεγαλύτερο βάρος στα αιτήματα και τις κοινωνικές παρεμβάσεις, μαζί με τις παρεμβάσεις στη διαμόρφωση της φύσης της εργασίας και τις κλαδικές διεκδικήσεις, με βάση τους μετασχηματισμούς στη «στρωμάτωση» της εργατικής τάξης, για τη διαδικασία της διαμόρφωσης της νέας πολιτικής συνείδησης που χρειάζεται για την ανατροπή της κατάστασης που το Κράτος-Κεφάλαιο μεθοδεύει με την υποτίμηση των μισθών, την εντατικοποίηση της εργασίας και τη διαρκή μεταφορά του πλούτου από την παραγωγή στη συσσώρευση.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα Πάρθια Βέλη της Τούλσι Γκάμπαρντ καταρρίπτουν την προπαγάνδα για τα ουκρανικά βιολογικά εργαστήρια

Μια κραυγαλέα διάψευση της κυρίαρχης πολιτικής αφήγησης των ΗΠΑ (και της Ουκρανίας), αλλά κυρίως μια πολιτική δικαίωση για όσους επέμεναν να ζητούν διαφάνεια.
ΣΥΝΑΦΗ

Συγγνώμη από τη βρετανική Dettol στο κοινό της Κίνας για τη διαφήμιση που θα απολύμανε τους «τοξικούς Κινέζους»

Οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων επισκέπτονται τους τραυματισμένους πιστούς της Γάζας

Βurnout: Η αθέατη πλευρά της εργασιακής εκμετάλλευσης στην εκπαίδευση

Κολομβία: Στο «κόκκινο» μετά το οριακό εκλογικό αποτέλεσμα και τις καταγγελίες για νοθεία

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα