3 χρόνια πέρασαν από τη δολοφονία του 19χρονου οπαδού του Άρη Άλκη Καμπανού μετά από επίθεση που δέχτηκε ο ίδιος και η παρέα του από οργανωμένους οπαδούς του ΠΑΟΚ.
Αποτελεί συνειδητή επιλογή το να μη γράψω για τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπόθεσης, άλλωστε τίποτα καινούργιο δεν έχω να προσφέρω και κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρειά της είναι ήδη γνωστή.

Ταυτόχρονα για όσους ξέρουν το ποιοι και γιατί πριμοδοτούν την κανιβαλιστική βία στους κόλπους της νεολαίας, αλλά και για όσους έχει τύχει να περάσουν για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, σε όποιο πέταλο (της όποιας ομάδας) και μπορούν να αγγίξουν την πολυπλοκότητά του συστήματος σχέσεων και προτύπων που κυριαρχούν στα γήπεδα και μάλιστα στην εποχή μας, έχουν ήδη γραφτεί αρκετά.
Αυτό το άρθρο έχει άλλο σκοπό.
Μέσα από μία μικρή φωτογραφική περιήγηση στα γήπεδα όλης της χώρας όπως αυτά ήταν την προηγούμενη εβδομάδα, αυτό το άρθρο αποσκοπεί να θυμίσει σε όλους μας, είτε πηγαίνουμε είτε δεν πηγαίνουμε στο γήπεδο, το εξής απλό:

Πως το αν τα χέρια των νέων ανθρώπων κρατήσουν τελικά ξανά μαχαίρια και δρεπάνια ή βάλσαμο για τις πληγές που ανοίγει σε όλους μας –και πρώτα στην νεολαία– μία κοινωνία που χωρά όλο και λιγότερους, μία κοινωνία που αναθρέφει αποκλεισμένους και εν δυνάμει δολοφόνους δεν έχει ακόμα κριθεί οριστικά.
Πως μετά από 13 χρόνια (τελευταία φορά είχε συμβεί κάτι ανάλογο κατά την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής τον Φλεβάρη του 2012), υπόγεια και σιωπηλά, με μία δόση σπρώξιμο, μια χούφτα συνεννόηση και μία γερή τζούρα από κατέβασμα των όποιων εγωισμών, κάτι διόλου αμελητέο συνέβη την προηγούμενη εβδομάδα. Σαν ένα παράλληλο δίκτυο που συμβαδίζει με τις ευρύτερες ζυμώσεις που συμβαίνουν μέσα στον λαό, τώρα όπως και τότε, οπαδοί από όλη τη χώρα μας θύμισαν πως «τα πέταλα θυμούνται και έχουνε φωνή».
Και δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η εικόνα αυτή των γηπέδων, που είχαμε συναντήσει τελευταία φορά πριν 13 χρόνια κατά τη διάρκεια της τελευταίας μάχης του λαού μας, πριν αυτός πέσει στον βαθύ λήθαργο της ανάθεσης, της απογοήτευσης και της περιβόητης TINA, επανεμφανίστηκε ξανά τώρα.

Τώρα που, μετά από μία δεκαετία -και πλέον- ήττας, ο λαός μας και πάλι βγαίνει στους δρόμους σαν ένα.
Τα πράγματα στα πέταλα των γηπέδων δεν είναι ρόδινα. Εκεί είναι που κάποιοι προσπαθούν να φτιάξουν τους ιδιωτικούς τους στρατούς, εκεί είναι που τα μεγάλα κυκλώματα ναρκωτικών κάνουν πάρτι, εκεί είναι που η αγάπη για την ομάδα μπορεί να μετατραπεί σε μίσος απέναντι στον όποιον «Άλλο».
Αλλά εκεί είναι, και αυτό είναι που θέλει να πει αυτό το άρθρο, που ένα κομμάτι της νεολαίας, φτωχόπαιδα ως επί τω πλείστον, παιδιά που δουλεύουν πολλές φορές πριν την ενηλικίωσή τους, παιδιά που μεγαλώνουν σε φτωχογειτονιές στερούμενα τα απαραίτητα, παιδιά των ΕΠΑΛ και των διαλυμένων δημόσιων σχολείων, παιδιά που ξέρουν πολύ καλά πως δεν υπάρχει χώρος ούτε μέλλον που να εμπερικλείει τις ζωές και τα όνειρά τους, ζει, συναναστρέφεται, συζητά.

Εκεί είναι που ανά περιόδους –ας πούμε καθόλου τυχαία ανά 13 χρόνια-, αντιλαμβάνεται χωρίς παραινέσεις όσων αδιαφορούν για τις συνθήκες ζωής του, πως το «NO POLITICA» που του επιβάλλουν οι ιδιοκτήτες των ΠΑΕ, οπλίζοντάς του ταυτόχρονα τα χέρια για να τα στρέψει εναντίον του ίδιου του του εαυτού για να την βγάζουν οι ίδιοι «καθαρή», τελειώνει.
Γιατί τα ίδια χέρια μπορούν να κρατήσουν το βάλσαμο για όλες τις ανοιχτές πληγές, για όλα τα συλλογικά τραύματα που ο λαός μας κουβαλά.
Για όλα τα τραύματα που μπορούν να ιαθούν μόνο αν τα κοιτάξουμε με ειλικρίνεια και μαζί, ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα την κοινή ρίζα που τα γεννά.
Για τον Άλκη Καμπανό.
Για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, τον Βασίλη Μάγγο, τον Νίκο Σαμπάνη, τον Κώστα Φραγκούλη.
Για τον Παύλο Φύσσα και τον Σαχζάτ Λουκμάν.
Για τους 57 των Τεμπών και πόσους ακόμα…
