ΑΘΗΝΑ
00:42
|
06.06.2026
Πώς το σκάκι δι’ αλληλογραφίας καθόρισε το επιθετικό στιλ που υιοθέτησε ο Κέρες στα πρώτα στάδια της καριέρας του.
Πάουλ Κέρες
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Στο προηγούμενο άρθρο είχαμε ταξιδέψει στο 1947 και στο θέρετρο Πάρνου της Εσθονίας για να απολαύσουμε το τουρνουά των «μεγαλύτερων μετρ της Σοβιετικής Ένωσης». Εκεί είδαμε τον Πάουλ Κέρες, άξιο τέκνο της πόλης, στην οποία διέμενε από όταν οι γονείς του μετακόμισαν εκεί, αμέσως μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, να θριαμβεύει. Πριν προχωρήσουμε σε άλλα τοπόσημα της σκακιστικής ιστορίας, αξίζει να μείνουμε λίγο παραπάνω στην ιστορική πόλη.

Ο λόγος της παραμονής μας είναι να ασχοληθούμε λιγάκι με τα εφηβικά χρόνια του Κέρες, τα οποία μας προσφέρουν μια θαυμάσια ευκαιρία να μιλήσουμε για πρώτη φορά σ’ αυτή τη στήλη γι’ αυτό το οποίο ο Μίσα Ταλ έλεγε ότι είναι το μόνο βίτσιο που δεν είχε: το σκάκι δι’ αλληλογραφίας.

Είναι αλήθεια ότι από τα τρία μεγάλα σκακιστικά βασίλεια (τα άλλα δύο είναι φυσικά το «κανονικό» αγωνιστικό σκάκι και το «καλλιτεχνικό» σκάκι – άλλως, ο κόσμος των σκακιστικών προβλημάτων και σπουδών), το σκάκι δι’ αλληλογραφίας φαίνεται το λιγότερο απολαυστικό. Χωρίς τον ασφυκτικό περιορισμό της σκακιέρας και χωρίς τις μορφικές απαιτήσεις του κόσμου των σκακιστικών προβλημάτων, το σκάκι δι’ αλληλογραφίας είναι η χαρά της ανάλυσης, τουτέστι σήμερον η χαρά του να ερμηνεύεις τον υπολογιστή σου. Από την άλλη, σ’ αυτή την ανάλυση μπορεί να ξεδιπλωθεί με πάθος η αναζήτηση της αλήθειας, που τόσο γοητεύει τους σκακιστές: κανένα βιβλίο ανοιγμάτων πλέον δεν παραλείπει να αναφερθεί στα ευρήματα όσων περνούν μέρες επί ημερών πάνω από μία κίνηση.

Ας μην ξεκινήσουμε όμως από αμπελοφιλοσοφίες. Στη συλλογή παρτίδων του που κυκλοφόρησαν στην Αγγλία (σε εμπλουτισμένη δεύτερη έκδοση) το 1949 σε επιλογή και σχολιασμό του Φρεντ Ράινφελντ (Keres’ Best Games of Chess. 1931-1948 –χρησιμοποιώ την ανατύπωση του Dover του 1960) ο ίδιος ο Κέρες γράφει μια εισαγωγή που προσφέρει μια διαυγή προσωπική μαρτυρία. Αναφερόμενος στο σκάκι δι’ αλληλογραφίας, ο Κέρες θα σημειώσει ότι ο λόγος που ξεκίνησε να παίζει το 1931 ήταν η έλλειψη ευκαιριών να παίξει κανονικό σκάκι στο Πάρνου.

Διψασμένος για μάχη, συμβιβάστηκε έτσι σε αυτόν τον πόλεμο χαρακωμάτων και ας επιθυμούσε διακαώς τη σώμα με σώμα μάχη της πρώτης γραμμής. Μέσα σε λίγο καιρό ο Κέρες είχε εν εξελίξει περισσότερες από 150 παρτίδες -αυτά κι αν είναι «σιμουλτανέ»!

O Κέρες το 1938

Πέρα από τον αριθμό, που εντυπωσιάζει όλους εμάς τους αμύητους στην αποστολή γραμμάτων που περιέχουν κινήσεις, ενώ μάλλον είναι κοινή πραγματικότητα για όλους τους φιλοτελιστές φίλους της Κάισσας, αξίζει να προσέξει κανείς τι είναι αυτό που έμεινε στον μετέπειτα μεγάλο παίκτη από εκείνη την περίοδο: το επιθετικό στιλ!

Θα περίμενε κανείς -ή τουλάχιστον αυτή είναι η δική μου προεννόηση- ότι ακριβώς λόγω της ευχέρειας για εις βάθος ανάλυση στο σκάκι δι’ αλληλογραφίας θα κυριαρχούσαν οι μακράς διάρκειας παρτίδες,μεστές σε κομψούς πλην ήσυχους σκακιστικούς ελιγμούς. Ο Κέρες όμως έρχεται να αντιστρέψει το πρόσημο: δεν είναι στην επί της σκακιέρας παρτίδα ο πλέον πρόσφορος τόπος να τραβήξεις τον αντίπαλο σε ένα σκοτεινό δάσος που «δύο και δύο κάνουν πέντε και υπάρχει δρόμος της επιστροφής μόνο για έναν», κατά το γνωστό ρητό του Ταλ, αλλά στην ησυχία του σαλονιού. Η βαθιά ανάλυση στο γραφείου είναι αυτή που προσφέρει τα μεγάλα επιθετικά αριστουργήματα και όχι ο αχός της πρόσωπο με πρόσωπο μάχης.

Παρατηρώντας κανείς τις παρτίδες του Κέρες αισθάνεται ότι αναβιώνει ο ρομαντισμός. Ανοίγματα που σπάνια θα δει κανείς σήμερα -αλλά και τότε!- να παίζονται σε υψηλό επίπεδο παρελαύνουν διεκδικώντας τα δικαιώματά τους: Κεντρική παρτίδα (ένα άνοιγμα που σπάνια το ακούει καν κανείς), Γκαμπί του Βασιλιά (ακόμα και στην βαριάντα Περνό, όπου ο λευκός βρίσκεται ευθύς εξαρχής με τον βασιλιά του στο ε2, εκτεθειμένος για τα καλά), Αντιγκαμπί του Άλμπιν, επίθεση Μέλερ στην Ιταλική. Ακόμα κι όταν παίζονται πιο ήσυχα ανοίγματα, όπως η Γαλλική, ο Κέρες δεν θα παραλείπει να τζογάρει, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά.

Ο ενθουσιασμένος Ράινφελντ θα συγκρίνει την ποιότητα της παραγωγής αυτών των εφηβικών ετών με εκείνη ενός Μόρφι ή ενός Αλιέχιν, ενώ θα παρατηρήσει με γνήσιο αγγλικό χιούμορ ότι η ωρίμανση επέφερε στον Κέρες μερικές αλλαγές προς τη συντηρητικοποίηση: το ροκέ, φερ’ ειπείν. Καταλαβαίνει κανείς από αυτό το σχόλιο τι πάρτι επιφύλασσε στον βασιλιά του ο Κέρες.

Για τον ίδιο τον Κέρες οι παρτίδες αυτές, πέραν του να του προσφέρουν διέξοδο για το πάθος του τα δύσκολα χρόνια της σκακιστικής ξηρασίας στο Πάρνου, υπήρξαν κρίσιμες στην εξέλιξή του. Τις βλέπει ως τη συσσώρευση εκείνης της απαραίτητης προϋπηρεσίας που κατέστησε πολύ πιο γρήγορη την ανέλιξή του, όταν βρέθηκε στη θέση να παίζει πολλά και όλο και πιο ισχυρά τουρνουά. Το δε στυλ τους, άγριο και επιθετικό, θα καθορίσει και το «ζωντανό» παιχνίδι του.

Βέβαια, όπως παραδέχεται, αυτό το στυλ θα αποτελέσει και την αιτία για βαριές, καταστροφικές όπως τις αποκαλεί, ήττες. Από το τουρνουά του Ζέμερινγκ του 1937 και μετά, ο Κέρες θα προσπαθήσει να γίνει πιο solid, μια λέξη που χαρακτηρίζει ολοκληρωτικά σήμερα το ιδανικό στιλ για να φτάσει κάποιος στην κορυφή, αλλά η έμφαση στη σημασία του κρατάει από τότε -διόλου τυχαία από αυτό το τουρνουά ξεκινάει το βιβλίο την εξιστόρηση των «γκρανμετρικών ετών».

Το μνημείο Κέρες στη γενέτειρα πόλη της Νάρβα

Το βιβλίο του Κέρες με έκανε να ψάξω στη βιβλιοθήκη μου, επιμελώς σκονισμένη από τον χρόνο, ένα από τα βιβλία με κωμικά διηγήματα του Γούντι Άλλεν, όπου μπορούμε να βρούμε μία από τις πιο απολαυστικά παρωδιακές αναπαραστάσεις του σκακιού δι’ αλληλογραφίας. Το βιβλίο είναι το Πάτσι (μτφρ. Σ. Κακίσης, εκδ. Οδυσσέας, 1982) και το διήγημα «Η αλληλογραφία Γκόσσατζ – Βαρντιμπίντιαν». Τα δύο περίεργα ονόματα του τίτλου αντιστοιχούν στους δύο αντιπάλους, την κατάσταση των οποίων παρατηρούμε ήδη από τις πρώτες γραμμές της πρώτης επιστολής:

Αγαπητέ μου Βαρντιμπίντιαν,

Ήμουνα περισσότερο από κάπως θλιμμένος σήμερα, όταν, διαβάζοντας την πρωινή μου αλληλογραφία, ανακάλυψα ότι το γράμμα μου με ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου, που περιείχε την εικοστή δεύτερη κίνησή μου (αξιωματικός στο ε4), επεστράφη στον αποστολέα λόγω ενός μικρού λάθους στη διεύθυνση -συγκεκριμένα, η παράλειψις του ονόματός σας και της διεύθυνσεώς σας (πόσο φροϋδικός μπορεί κανείς να γίνει;) επετάθη από την αμέλεια να επισυναφθεί ταχυδρομικόν τέλος.

Γκόσσατζ και Βαρντιμπίντιαν βρίσκονται ήδη εγκλωβισμένοι στον πύργο της Βαβέλ. Με το δαιμόνιο χιούμορ του που εκμεταλλεύεται τις αναφορές στις «τρέντι» θεωρίες της ψυχανάλυσης και του υπαρξισμού, ο Άλλεν θα δείξει ότι μερικές φορές ένα γράμμα μπορεί να μη φτάνει πάντα στον προορισμό του. Μια χαμένη κίνησηπροκαλεί χάος στην επικοινωνία των δύο αντιπάλων, οδηγώντας τους στο να βλέπει ο καθένας τη δική του παρτίδα.

Χαρακτηριστικό είναι και το επόμενο απόσπασμα:

Πόσο παράξενο ήταν το τελευταίο σας γράμμα! Με καλές προθέσεις, λιτό, περιέχοντας όλα τα στοιχεία εκείνα τα οποία δίνουνε την εντύπωση ότι συνθέτουν αυτό που θεωρείται από διάφορους εγκυκλοπαιδικούς κύκλους ως σωστή επικοινωνία, κι όμως με διάσπαρτη την παρουσία εκείνου το οποίο αρέσκεται να αναφέρει ο Ζαν Πολ Σαρτρ ως μηδέν.[…] Όπως και να ’χει η υπόθεση, φίλε μου, συνειδητοποιώ μόλις ότι πέρασα το καλύτερο μέρος μιας βδομάδας ξεδιαλύνοντας το μίασμα παλαβών δικαιολογιών, το γνωστό ως αλληλογραφία σας, σε μια προσπάθεια να τακτοποιήσω τα πράγματα, ώστε η παρτίδα μας απλώς και μόνο να τελειώσει, μια για πάντα. Η βασίλισσά σας πάπαλα. Δώστε της ύστατον ασπασμό.

Οι καλοί τρόποι της ευγενούς αλληλογραφίας παραχωρούν τη θέση τους στις καθαρές ύβρεις, κάνοντας τον διάλογο, όπως ήθελε ο Παναγιώτης Κονδύλης, επιτέλους ειλικρινή. Η χαμένη κίνηση έχει ανοίξει τον ασκό τον Αιόλου, και οι δύο επιστολογράφοι συνεχίζουν να ανταλλάσσουν κινήσεις με βάση τη δική τους εικόνα, δηλαδή πρακτικά σε δύο διαφορετικές παρτίδες. Από τις περιγραφές τους δεν καταλαβαίνεις πια ποιος έχει δίκιο και ποιος όχι -από ένα σημείο και μετά, δε, χάνεις την μπάλα και για το ίδιο το αντικείμενο της διαφωνίας: τα κομμάτια κυριολεκτικά πάνε και έρχονται. Τη στιγμή που ο ένας αναγγέλλει «σαχ!» ο άλλος απαντάει με «ματ!», μην παραλείποντας να σταθεί ο καθένας στη μειωμένη αντίληψη του αντιπάλου. Εκεί που εντέλει συμφωνούν είναι στην ανάγκη να αφήσουν το σκάκι και να πιάσουν (δι’ αλληλογραφίας πάλι) άλλο παιχνίδι. Αρχίζουν να παίζουν λοιπόν σκραμπλ, ξεκινώντας φυσικά με μια ανύπαρκτη λέξη.

Δεν ξέρω αν στόχος της σάτιρας του Άλλεν είναι όντως το σκάκι (σίγουρα ωστόσο το να βρομίσεις λίγο το κύρος του αφ’ υψηλού βασιλικού παιχνιδιού δεν είναι μια πράξη χωρίς απόλαυση) ή το αδύνατον της ανθρώπινης επικοινωνίας γενικότερα. Ζώντας ο καθένας στο δικό του σολιψιστικό σύμπαν μεταδίδει ως πομπός ένα μήνυμα που δεν αναζητά άλλο δέκτη από την επιβεβαίωση της ίδιας του της παρουσίας. Ως αντι-Ντεριντά ο Άλλεν αμφισβητεί τη διαμεσολάβηση της γραφής και δίνει -ή φαίνεται να δίνει- την προτεραιότητα στην αναμέτρηση επί της σκακιέρας, όπου τουλάχιστον η θέση είναι δεδομένη. Ο Κέρες δεν ξέρουμε αν θα διαφωνούσε -και μάλλον κανένα γραμματόσημο δεν θα μας βοηθούσε σήμερα να μάθουμε.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Μέρες Θάλασσας στον Πειραιά ως τις 14 Ιουνίου 2026

Νεκρή βρέθηκε η 11χρονη μαθήτρια που αγνοούνταν στη Γαλλία

Πέθανε ο πρώην υπουργός Γιώργος Σουφλιάς

Αναρτήθηκαν τα αποτελέσματα της ΔΥΠΑ για τις παιδικές κατασκηνώσεις

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα