Είναι αλήθεια ότι 24 χρόνια είναι ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Ο Αρθούρος Ρεμπό, για παράδειγμα, έγραψε όλα τα ποιήματά του πριν καν τα συμπληρώσει, ενώ η σπουδαία πλην ξεχασμένη συνθέτρια Λιλί Μπουλανζέ έζησε μόνο τόσα, αλλά πρόλαβε να κερδίσει μια θέση στην ιστορία της μουσικής. 24 είναι τα χρόνια που χωρίζουν το 1948 από το 1972, τη χρονιά κατά την οποία ο Μιχαΐλ Μποτβίνικ στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής και τη χρονιά κατά την οποία ο Μπόρις Σπάσκι, προσφάτως εκδημών, απώλεσε τον παγκόσμιο τίτλο από τον Μπόμπι Φίσερ.
24 χρόνια είναι λοιπόν ένα αρκετά μεγάλο διάστημα κατά το οποίο η κυριαρχία των Σοβιετικών στο σκάκι ήταν δεδομένη και αδιαμφισβήτητη. Η μεγάλη ώθηση του σκακιού στην ΕΣΣΔ παρήγαγε πλήθος σκακιστών, και από το πλήθος είναι εύκολο να αναδείξεις τους καλύτερους. Στην πορεία των γεγονότων ωστόσο κοινωνικοπολιτικοί παράγοντες οδήγησαν σε μια αγωνιστική κόπωση. Εξηγούμαι: τα προνόμια που απολάμβαναν οι σκακιστές στην ΕΣΣΔ (καλύτερες συνθήκες ζωής, αμοιβές, δικαιώματα ταξιδιού στο εξωτερικό) τους μετέτρεψαν σε μια οιονεί ταξική ομάδα η οποία ασυνείδητα κινήθηκε προς την κατεύθυνση της παγίωσης των προνομίων της. Αυτό με τη σειρά του τους κατέστησε πιο συντηρητικούς και λιγότερο πρόθυμους να διακινδυνεύσουν. Η αποφυγή της ήττας έκανε σταδιακά την αγωνιστικότητά τους να φθίνει. Και όταν βρέθηκε κάποιος που συνδύασε το πάθος της επικράτησης με την ικανότητα, ο Φίσερ δηλαδή, η κυριαρχία αμφισβητήθηκε ευθέως. Η κατίσχυση του Αμερικανού επί των σοβιετικών αποτέλεσε τη συνισταμένη αυτών των δύο παραγόντων: της κοινωνικοπολιτικής πάλης για τη διατήρηση των προνομίων με την αγωνιστική φθορά.

To γεγονός ότι η κορύφωση αυτής της διαδικασίας συμπίπτει με την περίοδο Σπάσκι δεν είναι χωρίς τη λεπτή ειρωνεία της ιστορίας. Αντιφρονών με το ένα πόδι -όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Βίκτορ Κορτσνόι,το μεγαλύτερο μαύρο πρόβατο του σοβιετικού σκακιού- ο Σπάσκι δεν έτρεφε καμία συμπάθεια για το καθεστώς, ει μη μόνο για τις υλικές απολαβές που είχε από αυτό. Το γεγονός δε πως μετέπειτα ανέπτυξε τόσο καλή σχέση με τον Φίσερ έγκειται στην κοινή τους αποστροφή να τους θεωρούν δεδομένους.
Ήταν 31 Αυγούστου όταν ο Φίσερ και ο Σπάσκι έπαιξαν την 21η και τελευταία παρτίδα του ματς τους. Ο Σεπτέμβρης θα έβρισκε τους Σοβιετικούς σε περισυλλογή για την παγκόσμια κυριαρχία τους. Και ακόμα χειρότερα, μόλις σε 18 μέρες, στις 18 Σεπτεμβρίου θα άρχιζε η σκακιστική Ολυμπιάδα στα Σκόπια. Θα κατάφερνε η υπερδύναμη να αποδείξει ότι διατηρεί τουλάχιστον την πρωτοκαθεδρία της σε ομαδικό επίπεδο; Για να γίνει αυτό η ομάδα θα έπρεπε να έχει μια συνοχή που να μη σκιάζεται από την υποψία έστω της αποτυχίας. Ως εκ τούτου, για πρώτη φορά από τότε που ο Μποτβίνικ έφερε την χώρα στην κορυφή, ο πρωταθλητής -έστω και σε αποδρομή- δεν θα ηγούταν της ομάδας.
Η ομάδα δεν στερούνταν βέβαια ονομάτων. Πετροσιάν, Σμίσλοβ και Ταλ, είχαν διατελέσει ήδη παγκόσμιοι πρωταθλητές. Ο δε Κορτσνόι στη δεύτερη σκακιέρα ήταν πάντα δυνατός και είχε την απαιτούμενη εμπειρία, ενώ ο νεαρός Κάρποβ, καίτοι ακόμα δεν είχε ξεδιπλώσει πλήρως το ταλέντο του, έδειχνε τα σημάδια ότι μπορούσε να φτάσει ψηλά. Την ομάδα συμπλήρωνε ο Βλαντιμίρ Σάβον, ο μόνος απλώς διεθνής μετρ της ομάδας -θα γινόταν γκραν μετρ έναν χρόνο αργότερα.
Και για να γίνουν τα πράγματα ακόμα πιο περίπλοκα, οι Σοβιετικοί βρέθηκαν για πρώτη επίσης φορά στην περίοδο της κυριαρχίας τους να απειλούνται σοβαρά από μια δυνατή ομάδα. Αυτή ήταν η Ουγγαρία. Mε επικεφαλής τον Λάγιος Πόρτις και με μια δυνατή σύνθεση που περιλάμβανε τους Μπίλεκ, Φιόριντος, Σαξ, Ρίμπλι και Κξομ, οι Ούγγροι έδειξαν από την αρχή τις άγριες διαθέσεις τους, κερδίζοντας τους Σοβιετικούς 2½-1½, κάτι που είχαν πετύχει μόλις μια φορά στο παρελθόν.
Για τις ιδιαιτερότητες της Ολυμπιάδας των Σκοπίων έχουν γράψει εκτενώς οι Λουκάς Ζαχείλας και Κοσμάς Κέφαλος πρώτα στην Αυγή και κατόπιν σε βιβλίο, στο πλαίσιο της αφιερωματικής σειράς τους σε όλες τις σκακιστικές Ολυμπιάδες. Στα βασικά στοιχεία που καθιστούν την Ολυμπιάδα των Σκοπίων σημαντική γεωπολιτικά, αξίζει να συγκρατήσουμετο ότι αυτή ήρθε στη βάση της ανοικοδόμησης της πόληςμετά από έναν καταστρεπτικό σεισμό, λίγα χρόνια πριν, όπως και, ακόμα σημαντικότερο, ότι διεξήχθη λίγο μετά το τρομοκρατικόχτύπημα του Μονάχου. Η λεγόμενη Σφαγή του Μονάχου έγινε κατά τη διάρκεια των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 1972, όταν μέλη της ισραηλινήςαποστολής έπεσαν θύματα απαγωγής από την παλαιστινιακή τρομοκρατική οργάνωση Μαύρος Σεπτέμβρης, μέσα στο Ολυμπιακό Χωριό. Ξεκινώντας μόλις δέκα μέρες μετά τη σφαγή, η σκακιστική Ολυμπιάδα διεξήχθη μέσα στην ένταση του συμβάντος, με τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας να συνδυάζονται με την αντιισραηλινή στάση αρκετών χωρών. Αποκορύφωμα υπήρξε η άρνηση της Αλβανίας να αντιμετωπίσει τη χώρα, άρνηση που συνοδεύτηκε από τον αποκλεισμό της βαλκανικήςχώρας από την τελική κατάταξη.
Η γεωπολιτική θα έκανε την εμφάνισή της και μέσα στις ίδιες τις σκακιέρες. Μετά την ήττα από την Ουγγαρία, και αφού κέρδισε Δυτική Γερμανία και Ολλανδία, η σοβιετική ομάδα θα έβρισκε μπροστά της την πάντα αξιόμαχη Βουλγαρία. Τα πράγματα και πάλι δεν έδειχναν να πηγαίνουν καλά για τους Σοβιετικούς. Ο Πετροσιάν έκανε νούλα με τον Μπομπότσοβ, τη στιγμή που οι υπόλοιπες τρεις σκακιέρες είχαν οδηγηθεί σε διακοπή. Ο Κορτσνόι βρισκόταν σε μια ξεκάθαρα ισόπαλη θέση και ο νεαρός Κάρποβ φαινόταν να χάνει, ενώ ο Ταλ είχε να αναλύσει ένα φινάλε πύργων και ανόμοιων αξιωματικών παρέα με τον Κέρες, ελπίζοντας εντέλει να κάμψει την αντίσταση τουΡαντούλοβ -στην καλύτερη, δηλαδή, περίπτωση το ματς θα έληγε ισόπαλο.
Κι εκεί άρχισαν τα «περίεργα». Όταν ο Κορτσνόι και ο Τρίνγκοφ βρέθηκαν στη σκακιέρα τους για να συνεχίσουν την παρτίδα μετά τη διακοπή, διαπιστώθηκε ότι ο φάκελος που περιείχε τα παρτιδόφυλλα και την κρυφή κίνηση ήταν λειψός: έλειπε το παρτιδόφυλλο του Βούλγαρου. Σύμφωνα με τους κανονισμούς αυτό σήμαινε ότι η παρτίδα κατοχυρώνεται υπέρ του αντιπάλου του: ο Κορτσνόι κέρδισε την ισόπαλη θέση με την εμφάνιση αυτού του ιδιότυπου από μηχανής θεού. Η ήττα του Κάρποβ δεν είχε πλέον καμιά σημασία, γιατί και ο Ταλ κατάφερε να πάρει τον πόντο. Το κακό είχε αποτραπεί και οι Σοβιετικοί κατάφεραν να συνεχίσουν έτσι ως το τέλος διατηρώντας το κύρος τους.

Πώς όμως χάθηκε ολόκληρο παρτιδόφυλλο; Τα πηγαδάκια στους σκακιστικούς κύκλους άρχισαν τα σχόλια, με τους Ούγγρους να υπενθυμίζουν με νόημα ότι ο επικεφαλής διαιτητής των αγώνων ήταν ο γκραν μετρ Κότοβ: ένας Σοβιετικός! Δεν θέλει και πολλή φαντασία να οικοδομηθεί ένα γερό συνωμοσιολογικό σενάριο. Η φημολογία που αναπτύχθηκε ήθελε τους Σοβιετικούς να έχουν λάβει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μην χρειαστεί να ξαναχάσουν. Θα έφταναν τόσο μακριά, όμως; Θα έκλεβαν ολόκληρο παρτιδόφυλλο;
Ο Τρίνγκοφ την ίδια στιγμή υπέβαλε ένσταση για τη χαμένη παρτίδα. Την όλη κατάσταση δυσφορίας επέτεινε η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας της διακοπής, που ακολουθήθηκε στην συγκεκριμένη Ολυμπιάδα. Συνήθως, ο παίκτης που είναι η σειρά του να παίξει κατά τη στιγμή της διακοπής γράφει την κρυφή κίνησή του στο παρτιδόφυλλο και μαζί με το παρτιδόφυλλο του αντιπάλου του τα τοποθετεί στον φάκελο, ο οποίος και σφραγίζεται. Εδώ όμως ο διαιτητής εμφάνισε ένα ξεχωριστό κομμάτι χαρτί, με τον Τρίνγκοφ να διαμαρτύρεται και να επιμένει στην κλασική διαδικασία.
Ακόμα και έτσι, ωστόσο, πώς έγινε να βρίσκεται μόνο ένα παρτιδόφυλλο μέσα στον φάκελο, ο οποίος αναγνωρίστηκε και από τους δύο παίκτες ως σωστός; O Ρέιμοντ Κην στο βιβλίο που έγραψε για την Ολυμπιάδα (μαζί με τον Ντέιβιντ Λέβι) σημειώνει ότι η αλήθεια μαθεύτηκε μετά τη δεξίωση της τελετής λήξης. Ο Τρίνγκοφ διαπίστωσε μετά από μέρες ότι από αφηρημάδα είχε τοποθετήσει το παρτιδόφυλλο στην τσέπη του. Ντράπηκε δε τόσο που προτίμησε να μην το αναφέρει στους διαιτητές, διαιωνίζοντας το μυστήριο.
Να είναι αυτή η αλήθεια; Μικρή σημασία έχει. Ξέρουμε από τον Λακάν ότι ένα γράμμα φτάνει πάντα στον προορισμό του. Αυτό που φαίνεται σαν μια κίνηση αφηρημάδας από τον Τρίνγκοφ δεν είναι παρά ο ενσταλαγμένος σεβασμός (ή μήπως ακόμα και φόβος; ) απέναντι στην μεγάλη ομάδα. Λιγότερο ψυχαναλυτικά, ο Καπαμπλάνκα έλεγε ότι ο καλός σκακιστής είναι πάντα τυχερός -ίσως επειδή το σκάκι δεν είναι τύχη, όπως τύχη δεν είναι και η πολιτική. Αυτό το χαμένο παρτιδόφυλλο έκανε τους Σοβιετικούς να ξαναβρούν τον εαυτό τους και την ιστορία να συνεχιστεί στον ίδιο ρυθμό για άλλα σχεδόν 20 χρόνια.
