ΑΘΗΝΑ
12:04
|
13.06.2026
Μ’ αφορμή την Κυριακή της Ορθοδοξίας, οπότε εορτάζεται η έκβαση της έριδας της Εικονομαχίας.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, εορτάζεται η έκβαση της έριδας της Εικονομαχίας, η οποία αφορούσε στην πάλη μεταξύ της ενδοχριστιανικής μαγείας (ακραία εικονοδουλεία) και της εκκλησιαστικής υπέρβασής της (ορθόδοξη εικονοφιλία) ενάντια στην εικονομαχία ως πλήρη αναίρεση του εικονισμού του Θεού. Όμως, η θεολογία της εικόνας που αναπτύχθηκε από τους εικονόφιλους θεολόγους δεν αφορά μόνο στις ζωγραφισμένες εικόνες, αλλά σε οποιαδήποτε υλική διαμεσολάβηση ανάμεσα στον άνθρωπο και το θείο, λ.χ. σε ιερά λείψανα και κειμήλια, στους τελετουργικούς εικονισμούς κατά τη λειτουργία, ακόμη και στον εικονισμό του Θεού διά θεσμών.

Η εικονόφιλη θεώρηση που επεκράτησε ως ορθόδοξη υπήρξε μια μεσότητα ανάμεσα στα δύο άκρα, αφενός την εικονομαχία ως άρνηση της εικονικότητας στην υπαρξιακή ζωή του πιστού, και, αφετέρου τη μαγική εικονοδουλία. Η τελευταία συνιστούσε μία μαγική θεώρηση κατά την οποία η άκτιστη ενέργεια του Θεού μπορούσε να αποθηκευτεί σε συγκεκριμένα υλικά όντα, όπως λ.χ. σε εικόνες και άλλα ιερά αντικείμενα με τρόπο που να καθιστά ευχερή μία κατοχή της από τους πιστούς, με οιονεί παγανιστικό τρόπο. Απέναντι σε αυτήν την επιβίωση της ειδωλολατρίας, οι εικονοκλάστες ακολούθησαν το πνεύμα ενός αυστηρού μονοθεϊσμού σημιτικού τύπου να καταργηθεί πλήρως η δυνατότητα του εικονισμού του Θεού και αντ’ αυτού να προτιμώνται τα ανεικονικά σύμβολα. Επρόκειτο ταυτόχρονα για ένα πρόγραμμα εξορθολογισμού και «εκσυγχρονισμού» της βυζαντινής αυτοκρατορίας που περιελάμβανε και πολιτικά, κοινωνικά και στρατιωτικά σκέλη. Οι εικονόφιλοι θεολόγοι ακολούθησαν ένα εντελώς διαφορετικό πρόγραμμα «απομάγευσης» του παγανιστικού κόσμου, επιμένοντας στον εικονισμό του Θεού με τρόπο ορθόδοξο, ο οποίος ταυτοχρόνως να υπερβαίνει και τον πειρασμό της μαγείας ως μάταιης προσπάθειας κατοχής της θεϊκής ενέργειας από τον θνητό άνθρωπο, αλλά και την επίσης προ-χριστιανική ανεικονικότητα των ανατολικών μονοθεϊσμών.

Το ερώτημα ήταν τι συμβαίνει κατά τον εικονισμό του Θεού στην Εκκλησία. Κατά την πληρέστερη απάντηση που βρίσκουμε στην εποχή του Θεοδώρου Στουδίτου, η προσκύνηση μεταβαίνει στο θείο πρόσωπο, κατ’ εξοχήν του Χριστού που δύναται να «υποστασιάζει», δηλαδή να ενσωματώνει υπαρκτικά τόσο την απερίγραπτο θεία φύση όσο και την περιγραπτή ανθρώπινη. Πρόκειται για μια χρυσή μέση οδό που αποφεύγει δύο αντίθετους πειρασμούς. Αφενός η προσκύνηση της εικόνας δεν είναι κατοχή υπερφυσικής ή άκτιστης χάριτος η οποία θα είχε τρόπον τινά αποθηκευτεί στο ιερό αντικείμενο και θα ήταν αυτοματικά προσβάσιμη στον πιστό. Αφετέρου, η απομάγευση που φέρνει ο Χριστιανισμός στον αρχαίο παγανιστικό κόσμο δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη την εξάλειψη κάθε εικονισμού  του θείου και απόρριψη των υλικών διαμεσολαβήσεων στη λατρεία.  

Η θεολογία της εικόνας έχει πολλαπλές συνέπειες και για τον πολιτικό στοχασμό. Κατ’ αρχήν, αποτελεί μία επιβεβαίωση της χριστιανικής πίστης στην Αγία Τριάδα, καθώς ως πρώτη εικόνα θεωρείται ο Υιός που εικονίζει τον Πατέρα, όπως τόνισε ο απόστολος Παύλος. Οι Καππαδόκες Πατέρες του 4ου αιώνα οικοδόμησαν πάνω στην παύλεια θεολογία της εικόνας μία θεολογία όπου ο Θεός είναι αγάπη και διάλογος στο ίδιο του το είναι, καθώς το ένα πρόσωπο εικονίζει το άλλο. Με αυτόν τον τρόπο, η Θεότητα εννοείται ως μια αιώνια «κοινοκτημοσύνη της ουσίας», η οποία συνδυάζεται με μια ανεξάλειπτη προσωπική ετερότητα κατά τη θεία αγάπη. Η ανθρωπότητα μπορεί να εικονίσει αυτό το πρότυπο ως μια κοινωνία θεμελιώδους ισοτιμίας, αλλά και προσωπικού πλουραλισμού.

Η θεολογική εναλλακτική που απορρίφθηκε ήταν ο «πολιτικός Αρειανισμός», δηλαδή οι πολιτικές συνέπειες της αίρεσης του Αρείου. Κατά την τελευταία, ο Υιός και Λόγος δεν είναι εικόνα του Πατρός, αλλά ένα κτιστό εργαλείο που αντιπροσωπεύει και υποκαθιστά τον Θεό στον κτιστό κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε αφενός έναν μοναχικό Θεό στο επέκεινα και, αφετέρου, έναν εξουσιαστικό αντικαταστάτη του επί γης. Και υπήρχαν πολλοί υποψήφιοι αντικαταστάτες του Θεού. Κατ’ αρχήν, ο βυζαντινός αυτοκράτορας κατά την ιστοριογραφία του Ευσεβίου Καισαρείας, ο οποίος ήταν επηρεασμένος από τον Αρειανισμό και θεωρείτο ως ημι-αρειανός. Αν και η Εκκλησία αγιοκατέταξε τον Μέγα Κωνσταντίνο, απέρριψε την πολιτική θεολογία του Ευσεβίου Καισαρείας, που έτεινε να θεωρεί τον αυτοκράτορα ως κύριο εκπρόσωπο του Θεού επί της γης.

Η Εκκλησία μπορεί συχνά να συμπορεύτηκε με τις αυταρχικότερες μορφές της μονοδοξίας της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ωστόσο, χάρη στη θεολογία της εικόνας ουδέποτε αφομοιώθηκε πλήρως σε μία μονοσήμαντη θεοκρατία. Η θεολογία της εικόνας διατηρούσε πάντα μια ένταση ανάμεσα στο κράτος και την Εκκλησία, ρίχνοντας τους σπόρους της μελλοντικής πολιτικής εκκοσμίκευσης. Αντιθέτως, ο πειρασμός του πολιτικού Αρειανισμού ακολουθήθηκε αργότερα κυρίως από τη σουννιτική εκδοχή του Ισλάμ, που κάνει λόγο για «χαλίφη»- αντικαταστάτη του Θεού και με αντίστροφο τρόπο από τις πιο ακραίες μορφές παπισμού που εκδέχονται τον πάπα ως «βικάριο»- αντικαταστάτη του Θεού, κατά έναν παποκαισαρισμό.

Η εικών, ακριβώς όπως και η αγάπη, προϋποθέτει συνύπαρξη ταυτότητας και διαφορετικότητας/ετερότητας. Για να έχουμε εικονισμό χρειάζεται μία, έστω ελάχιστη, διαφοροποίηση από το πρωτότυπο, αλλιώς θα είχαμε σύμπτωση και όχι εικονισμό. Χρειάζεται, όμως, και μια γνήσια ταυτότητα, που να εξασφαλίζει ότι η παραπομπή της εικόνας στο πρωτότυπο δεν είναι κίβδηλη. Παρομοίως, για να υπάρξει αγάπη, χρειάζεται ετερότητα, ειδάλλως θα είχαμε μια ναρκισιστική αφομοίωση ή προέκταση του εαυτού, αλλά και ταυτότητα, αλλιώς θα είχαμε ανεξάρτητες υποστάσεις σε ασύμπτωτους παράλληλους δρόμους. Το επίτευγμα των Χριστιανών Πατέρων του 4ου αιώνα ήταν ότι κατέδειξαν τι σημαίνουν τόσο η αγάπη όσο και ο εικονισμός στη ρηξικέλευθη απολυτότητά τους.

Αγάπη πληρέστατη και θεία σημαίνει απόλυτη προσωπική ετερότητα και εν ταυτώ απόλυτη κοινότητα ουσίας, ήτοι «ομοούσιον» κατά τη θεολογική ορολογία, που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία μορφή θείας κοινοκτημοσύνης όχι μόνο της περιουσίας, αλλά και της ουσίας. Από τον 5ο αιώνα μέχρι τον 7ο, το θεολογικό ενδιαφέρον μεταφέρθηκε στο πώς ο άνθρωπος εικονίζει τον Θεό. Κατά την πληρέστερη διατύπωση που βρίσκουμε σε εικονόφιλους θεολόγους, όπως ο Ιωάννης Δαμασκηνός, υπάρχει διάσωση της διαφοράς της κτιστής φύσης, δηλαδή η ανθρωπότητα σώζεται στην υλικότητά της σε αντίθεση με τις πλατωνικές σωτηριολογίες, αλλά και μεταβολή του τρόπου υπάρξεώς της ανθρώπινης φύσεως, ώστε αυτή να εικονίζει όντως τη θεία αγάπη. Λ.χ. ενώ σώζεται η φυσική δίψα για επέκταση της ζωής, αυτή μεταποιείται σε ανιδιοτελή αγάπη, συμπεριλαμβανομένης ακόμη και της αυτοθυσιαστικής διαθεσιμότητας· ή, ενώ σώζονται το θυμικό, η επιθυμία και η σωματικότητα του ανθρώπου, μεταποιούνται σε αγάπη και θείο έρωτα που δεν έχουν πλέον ανάγκη τον θάνατο ως συστατικό τους, όπως ο κοσμικός έρως και αγάπη.

Το στοιχείο της απόστασης στον εικονισμό έγκειται εδώ στη φυσική διαφορά (λόγος), ενώ αυτό της κοινότητας στη μεταβολή του τρόπου υπάρξεως της φύσεως, ώστε να μπορεί να δεξιωθεί τον υπερφυσικό χαρακτήρα της θείας αγάπης, λ.χ. την αγάπη ως αντίθετο της φίλαυτης ιδιοτελούς σχέσης, τον έρωτα ως μη προκύπτοντα από την πτωτική ανάγκη υπερβάσεως του θανάτου (ενδοκοσμικός έρως), αλλά από τη συνάντηση του πεπερασμένου με το άπειρο Θεό (υπερβατικός έρως).

Όταν, λοιπόν, φτάνουμε στην περίοδο της Εικονομαχίας, η υπεράσπιση της προσκυνήσεως των εικόνων έχει κυρίως δύο άξονες. Ο ένας, που βλέπουμε ότι η ενσάρκωση του Χριστού συμπεριλάβει την ύλη στον εικονισμό του Θεού. Ο δεύτερος και συμπληρωματικός είναι ότι αυτό συμβαίνει επειδή είναι κατά βάση η προσωπική υπόσταση του Υιού αυτή που εικονίζει τον Θεό Πατέρα, μία υπόσταση όμως που κατά τη νεοχαλκηδόνειο χριστολογία έχει καταστεί «σύνθετος», έχει δηλαδή συμπεριλάβει αξεδιάλυτα και την υλική ανθρώπινη φύση. Η ύλη, επομένως, δηλαδή οι υλικές εικόνες, τα ιερά αντικείμενα, λείψανα κ.ο.κ. καθίστανται μέσα της σωτηρίας επειδή αποτελούν μέρος της «σύνθετης» προσωπικής υποστάσεως του Χριστού. Οπότε μπορούν να λειτουργήσουν ως εικόνες ακόμη και λ.χ. ξύλινα αντικείμενα ή σκεύη, πλην όχι ως «νεκρές φύσεις», αλλά ως ενυποστασιαζόμενα δηλαδή εγκεντριζόμενα στην ανθρωπότητα που προσλαμβάνει το πρόσωπο του Χριστού.

Αυτό σημαίνει ότι ο εικονισμός δεν αφορά αυτοματικά στις φυσικές ιδιότητες, αλλά στο ότι η κτιστή φύση και ύλη προσλαμβάνονται σε μια προσωπική ταυτότητα, αυτή του Υιού προς τον Πατέρα εν Πνεύματι. Κατά συνέπεια, ο πιστός δεν μπορεί να κατέχει μια κτιστή φύση και ύλη ως εχέγγυο ελέγχου των υπερφυσικών δυνάμεων, όπως στη μαγεία. Είναι μάταιο να θεωρεί κανείς ότι ένα συγκεκριμένο υλικό αντικείμενο μπορεί να έχει εσαεί αποθηκευμένη μία θεία ενέργεια, ώστε να την ελέγχουμε και να τη χρησιμοποιούμε ατομικώς και μάλιστα ανεξάρτητα από την κοινότητα. Από την άλλη, απορρίπτεται κάθε αυστηρός μονοθεϊσμός που έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία προσωπικής μεθέξεως διά της εικόνας και άρα την υποκατάσταση του δυναμικού ελεύθερου εικονισμού από έναν αντικαταστάτη του Θεού που ως αυτοκράτωρ ή χαλίφης ή βικάριος κ.ο.κ. θα προσπαθήσει ματαίως να αντικαταστήσει τον ζώντα Λόγο του Θεού, οδηγώντας σε θεοκρατικές μορφές πολιτευμάτων. Εντέλει τόσο η μαγική θεώρηση της λατρείας όσο και η εικονοκλαστική έχουν ως κοινό ότι ακυρώνουν τον ελεύθερο και ενδεχομενικό χαρακτήρα της μέθεξης για χάρη είτε μιας κατοχής φυσικών ιδιοτήτων και αποθηκευμένων ενεργειών, είτε μιας υποκατάστασης της ζώσης θείας εικόνας από έναν ενδοκοσμικό εξουσιαστικό θεσμό.

Η χρυσή μέση οδός της εικονοφιλίας είναι επίκαιρη και στην εποχή μας. Σήμερα η ακραία «εικονοδουλεία» εκφράζεται από το πνεύμα της τεχνολογίας που ο Μάρτιν Χάιντεγκερ είχε διαγνώσει ως προσπάθεια αποκοπής της ενέργειας από τις φυσικές πηγές της και αυτονόμησής της για ωφελιμιστικούς σκοπούς. Μάλιστα πιο πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις επικεντρώνουν στην ψηφιακή αυτονόμηση των φυσικών ιδιοτήτων που μέσω αλγορίθμων και τεχνητής νοημοσύνης επιβάλλονται ως κυρίως κριτήριο διαμόρφωσης των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν η τεχνολογία διαμορφώνει τον κοινό τρόπο ζωής και ήθος δεν είναι παράξενο οι άνθρωποι να είναι εθισμένοι στην προσπάθεια χρηστικού και ωφελιμιστικού προσπορισμού κέρδους ακόμη και από ένα αντικειμενοποιημένο υπερφυσικό.

Ειδικά κατά την πανδημία του κορονοϊού Covid-19, διαπιστώθηκε ένα φαύλο δίπολο ανάμεσα αφενός στον φονταμενταλισμό και αφετέρου στον κυνικό σχετικισμό. Ο φονταμενταλισμός τονίζει την οιονεί αποθήκευση της θείας ενέργειας σε υλικά αντικείμενα χωρίς αναφορά στην προσωπική και κοινοτική διακινδύνευση. Στο αντίπαλο άκρο, ο κυνικός σχετικισμός, βασίζεται στην προτεσταντική απομάγευση της νεωτερικότητας, η οποία στηρίζεται σε μια νεο-ιουδαΐζουσα θεολογία με εικονοκλαστικούς πειρασμούς. Κατά την περίοδο της πανδημίας του Covid-19, αναπτύχθηκε από τη μια ένας ουσιοκρατικός λόγος για μεταλλαγή των υλικών της λατρείας, η οποία δήθεν καταργεί τους νόμους της φύσης που μελετά η βιολογία. Ενίοτε μάλιστα το να συμμετάσχει κανείς στην κοινότητα της θείας ευχαριστίας με όλα όσα αυτό συνεπάγεται, όπως τη μετάληψη, αλλά και την προσκύνηση των εικόνων κ.ο.κ. εκλαμβανόταν ως πράξη ατομικού ηρωισμού, ενώ παραβλεπόταν το στοιχείο της ευθύνης για τους ευάλωτους, το οποίο όμως αποτελεί την πεμπτουσία του χριστιανισμού. Από την άλλη, αναπτύχθηκε και ένα είδος εικονοκλαστικού απομαγευτικού λόγου κατά τον οποίο τα υλικά της λατρείας θεωρούνταν ως αποκλειστικώς και μόνο φθαρτά και υπαγόμενα στους νόμους που μελετά η βιολογία.

Η θεώρηση αυτή, αν και μπορεί να θεωρείται πεφωτισμένη ή φιλανθρώπως εκσυγχρονιστική, δεν συνάδει απολύτως με την ορθόδοξη εικονολογική θεώρηση της λατρείας. Κατά την τελευταία, αν και σώζεται η υλική φύση του άρτου και του οίνου, δεν έχουμε «σκέτο» άρτο και οίνο στη λειτουργία, αλλά μετοχή σε έναν καινό τρόπο υπάρξεως, ο οποίος μας καλεί σε ανιδιοτελή αγάπη που νικά τον θάνατο. Επομένως, αφενός το να θεωρήσει κανείς ότι αποκλείεται να μεταδοθεί ο κορονοϊός μέσα στην ευχαριστιακή σύναξη αποτελεί μία μαγική θεώρηση, γιατί φιλοδοξήσει να προσπορίσει έλεγχο και βεβαιότητα στον πιστό ότι είναι αυτομάτως ασφαλής. Αφετέρου, όμως, και το να θεωρήσει κανείς ότι αυτό που λαμβάνει χώρα στη θεία ευχαριστία είναι μία «σκέτη» φθαρτή φυσικότητα οδηγεί σε μια απομάγευση εικονοκλαστικού τύπου η οποία αρνείται τη δυνατότητα του θαύματος.

Σε πολλές περιπτώσεις ο θεολογικός στοχασμός συνιστά απομάθηση, δεν αποσκοπεί στο να προσφέρει βεβαιότητες για το τι είναι το σωστό, αλλά στο να τις αφαιρέσει, ώστε να διανοιγούμε στο απρόβλεπτο θαύμα της ελευθερίας και της αγάπης. Η εικόνα ως μέθεξη αποτελεί μία λεπτή αίσθηση ελευθερίας η οποία διαφεύγει τόσο από την παγανιστική μαγεία όσο και από την εικονοκλαστική απομάγευση. Λ.χ. μπορεί μια εικόνα να είναι παγίως θαυματουργική; Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε μαγική σκέψη. Από την άλλη, είναι οι εικόνες απλές ζωγραφιές για κατήχηση και αισθητική τέρψη; Αυτό θα ήταν απομαγευτική εκκοσμίκευση. Παρομοίως, τα λείψανα των αγίων δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε ως αντικειμενικοί αποθηκευτές και μεταδότες ακτίστων ενεργειών, αλλά ούτε και ως «σκέτα» οστά.

Με άλλα λόγια, το αντίθετο της μαγείας δεν είναι πάντα η κυνική απομάγευση. Το αντίθετο τόσο της μαγείας όσο και του κυνικού αναγωγισμού στη φθαρτή βιολογία είναι ο σεβασμός της ελευθερίας και της ενδεχομενικότητάς της. Η σημαντικότερη συνέπεια της «εικονόφιλης» θεολογίας είναι μια πολιτική θεολογία, η οποία απορρίπτει τη δυνατότητα του οποιουδήποτε εξουσιαστή να λειτουργήσει ως τελεσίδικος αντικαταστάτης του Θεού. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η πλέον εικονόφιλη εκδοχή του Ισλάμ, ο σιιτισμός, είναι και αυτή που βρίσκεται στην πρωτοπορία της αντίστασης, καθώς διαθέτει ένα μεσιτειακό και διαμεσολαβητικό σύστημα αγιακών μορφών και μαζί τους τη δυνατότητα μετριοπαθούς υλικής διαμεσολάβησης. Η δυνατότητα εικονισμού του Θεού συνάδει όχι μόνο με την ελευθερία της προσωπικής μετοχής, αλλά και με αυτήν μιας μεγαλύτερης αντιστασιακότητας στη μονοτροπία μιας αξιούμενης παγκόσμιας εξουσίας.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Βρετανία: Πολυετείς ποινές σε ακτιβιστές για την επίθεση σε ισραηλινό εργοστάσιο όπλων

Συντονισμένο χτύπημα ΗΠΑ-Βενεζουέλας: Νεκρός ο αρχηγός της συμμορίας Tren de Aragua

56χρονη έχασε τη ζωή της σε φρικτό εργατικό δυστύχημα στη Σίνδο

Κάλεσμα της Πρωτοβουλίας Αλβανών Μεταναστών/στριών και Αλληλέγγυων σε νέα κινητοποίηση

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα