Κάρλα,
Το ερώτημα είναι γνωστό και χιλιοειπωμένο. Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω καταλάβει ακόμα τι εννοούσε ο Καμύ. Δεν θέλω να γίνω άλλωστε διδακτικός και πάλι, με ένα αισιόδοξο συμπέρασμα στο τέλος. Φυσικά ως σοσιαλιστής οφείλω να είμαι ατσάλινα αισιόδοξος πάντα (παρατηρείς την επίδραση του «πατερούλη» σωστά;) ωστόσο επίτρεψε μου μια μικρή απελπισία πού και πού.
Φυσικά θα ερμηνεύσεις το γράμμα μου ως την ασυγχώρητη για εσένα αδυναμία αλλά έστω…
Δεν είμαι σίγουρος που λες ότι έχω καταλάβει πλήρως το ερώτημα. Δεν έχει ίσως τόσο μεγάλη σημασία τι εννοούσε ο ίδιος. Σε μένα όμως ακούγεται ως μια πολύ λογική αποτίμηση του παραλόγου.
Οι ζωές μας είναι επί της αρχής παράλογες. Δεν διαθέτουν κανένα εγγενές νόημα. Θα μπορούσαμε να τρώμε μέχρι να πεθάνουμε. Θα μπορούσαμε να γίνουμε πίτα στα ναρκωτικά και ξανά από την αρχή. Θα μπορούσαμε να βαδίσουμε σε έναν μεγάλο γκρεμό. Πρέπει να το φανταστούμε, να το φτιάξουμε το νόημα των ζωών μας, να το υποστηρίξουμε και να το δικαιώσουμε.
Εντάξει, είμαι μαρξιστής στο βάθος όσο και υπαρξιστής. Δεν αρνούμαι τους νόμους της ιστορίας. Νομίζω ότι η υπαρξιστική αγωνία καθενός και καθεμιάς εξελίσσεται εντός αυτών και σε συνάφεια με αυτούς. Αλλά τώρα που επαναβεβαίωσα την παραμονή μου στον μαρξισμό-σοσιαλισμό, μπορώ επίσης να πω ότι υπάρχει ένα πανίσχυρο στοιχείο προσωπικής ελευθερίας στο νόημα ή αν θέλεις στη διαμόρφωση μιας ιδέας που καθιστά τη ζωή αξιοβίωτη ή τουλάχιστον ενδιαφέρουσα. Στην ανακάλυψή του, στη διαμόρφωση πτυχών του έστω, στην προσαρμογή του στην καθημερινότητα, στην απεικόνισή του.
Εσύ για παράδειγμα απεικόνιζες μια αξία. Η αξία είναι μεγαλύτερη από τον άνθρωπο ωστόσο, από κάθε άνθρωπο, οπότε κάποτε τον συντρίβει. Δεκτό. Θα έπρεπε να πρέπει να ενανθρωπίζονται οι αξίες; Μάλλον όχι. Αλλά επίσης μάλλον είναι εντελώς απαραίτητο για να τις νιώθουμε οικείες και ικανές να μας συντροφεύουν στην καθημερινότητα. Ή για να το θέσω αλλιώς. Είναι σαν να παίζει ποδόσφαιρο στη Λίβερπουλ. Είναι τεράστια η πίεση αλλά τι να κάνουμε; Μαζί με τα καλά θα πάρεις και τα πιεστικά.
Η ζωή χωρίς τα παραπάνω μου φαίνεται απελπιστικώς αδιάφορη. Δεν είναι ζήτημα απελπισίας ή ιδεασμού αλλά κατά κάποιο τρόπο ορθολογικής προσέγγισής της. Αν τα θεμελιώδη νοήματα, οι θεμελιακές ιδέες καταρρίπτονται, γιατί πρέπει οπωσδήποτε να επιλέξεις να κάνεις καφέ; Δεν συνηγορώ υπέρ της άλλης επιλογής υπό την έννοια του να την προτείνω σε κανέναν αλλά ας το δούμε ρεαλιστικά: τι να κάνει κανείς όταν οι ιδέες, τα νοήματα παρακμάζουν, προδίδονται και νιώθει να τον τραβάει μια κατάρρευση και τον ίδιο σαν γλυκιά ξεκούραση;
Θα μου πεις, εγώ ο ίδιος, στις βόλτες μας στην Τεργέστη συνηγορούσα υπέρ της αντοχής, της επαναφοράς, του αγώνα, της αντίστασης στην ηττοπάθεια. Χρειάστηκε μια βαριά προδοσία (και σε παρακαλώ μην το πάρεις ως άλλη μια χειριστική απόπειρά μου) για να κατανοήσω το νόημα της θεμελιώδους άρνησης. Δεν είναι μόνο αθεράπευτος ρομαντισμός και πολύ περισσότερο αντιδραστικός ρομαντισμός. Είναι άρνηση αποδοχής της κατάρριψης της ιδέας ακόμα και με προσωπικό κόστος. Δεν είναι κι αυτό ένα παράδειγμα αντίστασης με μια έννοια; Είναι μια ορθολογική επιλογή και η άλλη έτσι δεν είναι; Από την προδοσία των νοημάτων και των ιδεών, από την κατάρρευσή τους έρχεται η παρακμή των μυαλών που στηρίχτηκαν σε αυτές τις ιδέες και σε αυτά τα νοήματα.
Γιατί πρέπει κανείς να υπομείνει την παρακμή του μυαλού του, όχι με την έννοια την οργανική απαραιτήτως αλλά της ευρύτερης νοητικής κατασκευής με την οποία αποφάσισε ότι θα έπρεπε να πορευτεί στη ζωή; Δεν είναι πάντα θέμα κουράγιου βλέπεις και αγωνιστικότητας αλλά και ανάλυσης ως προς το τι είναι εν τέλει αξιοβίωτο.
Χωρίς πολλά- πολλά τείνω να καταλήξω ότι ο θάνατος ορισμένων ιδεών μπορεί κάλλιστα να δικαιολογήσει την άλλη επιλογή αντί του να φτιάξει κανείς καφέ. Δεν είναι απελπισία ή αδιέξοδο. Αποτελεί απλώς τη δεύτερη πιθανή απάντηση στο ερώτημα του Καμύ. Και ενίοτε είναι τόσο ορθολογική απάντηση όσο και η πρώτη.
Σε ασπάζομαι από το καυτό Ούντινε.
