Και ξαφνικά, αυτό που ήλπιζε σχεδόν όλος ο σκακιστικός κόσμος τελικά συνέβη. Στον έκτο γύρο του τουρνουά ράπιντ και μπλιτς της Κροατίας που έλαβε χώρα στις αρχές του μήνα, ο νεαρός Ινδός και παγκόσμιος πρωταθλητής Γκουκές κέρδισε τον θεωρούμενο από πολλούς ως και καλύτερο παίκτη όλων των εποχών, Μάγκνους Κάρλσεν.
Είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο; Θα αναρωτηθεί κανείς. Φυσικά και όχι, είναι εξάλλου ακόμα νωπή η έντονη αντίδραση του μαινόμενου Κάρλσεν που χτυπά τη σκακιέρα, από το πρόσφατο τουρνουά του Όσλο. Η σημαντική διαφορά ωστόσο είναι ότι στο Ζάγκρεμπ η ήττα του Κάρλσεν δεν προήλθε από δικό του μεγάλο λάθος, αλλά έχασε «κανονικά»: ο Γκουκές «τον είχε».
Ο πολύς Γκάρι Κασπάροβ έσπευσε να χαιρετίσει τη μέρα ως «σημαντική», ενώ πάνδημος υπήρξε ένας ενθουσιασμός στην ιδέα ότι ο Κάρλσεν δεν είναι ανίκητος. Η εικόνα του ντεφορμέ Κάρλσεν πλημμύρισε τα σόσιαλμίντια και τον Τύπο. Την επομένη φυσικά τα πράγματα ηρέμησαν κάπως: ο Κάρλσεν όχι μόνο επανήλθε κερδίζοντας τον Γκουκές στο μπλιτς, αλλά κέρδισε και το τουρνουά, αφήνοντας τον Ινδό τρίτο. Όχι κι άσχημα για έναν ντεφορμέ παίκτη.
Θα έλεγε κανείς πως ο ενθουσιασμός είναι κάπως πρόωρος. Ειδικά αν σκεφτούμε πως ο Κάρλσεν βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο της ζωής του: πρόσφατος ο γάμος και ακόμη πιο πρόσφατη η εγκυμοσύνη της συζύγου του. Έχοντας περάσει τα τριάντα, ο Κάρλσεν παραμένει σε μια παραγωγική σκακιστικά ηλικία, αλλά η εξωσκακιστική ζωή διεκδικεί επίσης το μερίδιό της -και εμφατικά. Η είδηση σε αυτό το συγκείμενο δεν είναι έτσι ότι ο Κάρλσεν έχει και κακές παρτίδες, αλλά ότι παρ’ αυτά συνεχίζει να κερδίζει τα τουρνουά σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Πιστεύω ότι πηγή του ενθουσιασμού με κάθε τέτοια ήττα του Κάρλσεν δεν είναι η αντικειμενική άνοδος των αντιπάλων του, αλλά η βαθιά μας επιθυμία να χυθεί αίμα. Ο σκακιστικός κόσμος μισεί τις περιόδους μεσοβασιλείας -δεν είναι τυχαίο, π.χ., ότι ο Όιβε είναι ίσως ο λιγότερο αγαπητός από τους παγκόσμιους πρωταθλητές: καίτοι καλός παίκτης, δεν παύει να είναι ο μεταβατικός, αναπληρωματικός τρόπον τινά, βασιλιάς ανάμεσα στον Αλιέχιν και τον Μποτβίνικ. Έχυσε μεν το αίμα του Αλιέχιν, αλλά αυτό είχε πιο πολύ αλκοόλ από αιμοσφαιρίνη. Μετά τον Κάρλσεν αισθανόμαστε ότι ζούμε μια παρόμοια περίπτωση. Ο Ντινγκ πέρασε και δεν άγγιξε, γεγονός που αναγνώρισε κι ο ίδιος όταν κάπως σαφώς παραδέχτηκε πως αισθάνθηκε ανακουφισμένος όταν έχασε από τον Γκουκές. Κι εκείνο το ματς όμως δεν παρέμεινε πολύ στη μνήμη.
Αντίθετα, οι μάχες ανάμεσα σε αναγνωρισμένους ως ίσους αντιπάλους πάντα ανεβάζουν την αδρεναλίνη: Στάινιτς και Λάσκερ, Καπαμπλάνκα και Αλιέχιν, Μποτβίνικ και Μπρονστάιν, Φίσερ και Σπάσκι και, φυσικά, Κάρποβ και Κασπάροβ. Παρόλο που έχουμε αρκετά «μισμάτς» στα ζευγάρια που ανέφερα, κανείς δεν αμφισβητεί την αξία και το πάθος, τη βοή στο πεδίο της μάχης.
Από πότε έχουμε να δούμε κάτι τέτοιο; Εικάζω ότι η αναμέτρηση Κράμνικ-Τοπάλοβ ήταν η τελευταία -ο Κάρλσεν ακόμα και ενάντια στον Ανάντ έμοιαζε να είναι ένας τίγρης χωρίς κανένα δράκο απέναντι του. Γι’ αυτό και ο διακαής πόθος να βρεθεί αυτός ο δράκος, γι’ αυτό ο διακαής πόθος να ζήσουμε ένα αμφίρροπο ματς.
Μια εικόνα, χίλιες βαριάντες
Το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι ο κατεξοχήν σκακιστικός θεσμός των εκπλήξεων και της αγωνίας. Από τα λίγα σκακιστικά τουρνουά υψηλού κύρους που είναι δομημένα σε μορφή νοκ άουτ, προκαλεί ενθουσιασμό ακριβώς χάρηστη δομή του. Δύο κλασικές παρτίδες, και σε περίπτωση ισόπαλου αποτελέσματος ράπιντ και μετά μπλιτς ως τον Αρμαγεδδώνα, είναι μια ακολουθία που αν μη τι άλλο αφήνει πάντα την έκπληξη να ελλοχεύει ως παράγοντα. Επιπρόσθετα είναι από τις λίγες φορές που παίκτες και παίκτριες με μικρότερο ΕΛΟ μπορούν να αντιμετωπίσουν στα ίσα τους μεγάλους και τις μεγάλες του αθλήματος. Ιδού πεδίον δόξης για ανατροπές λοιπόν.
Το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο γυναικών διεξάγεται στο Μπατούμι της Γεωργίας, χώρα με μεγάλη παράδοση στο σκάκι γυναικών. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, αλλά και όταν θα τις διαβάζετε δεν (θα) ξέρουμε ποια τελικά θα επικρατήσει. Ξέρουμε ότι η δική μας Σταυρούλα Τσολακίδου σταμάτησε στους 32, μετά από μια επική μάχη με την Ινδή Χαρίκα Ντροναβίλι. Θύμα της Ρωσίδας Κατερίνα Λάχνο η άλλη ελληνική συμμετοχή, η Αναστασία Αβραμίδου -που κατάφερε να φτάσει τη Λάχνο στα τάι μπρέικ.

Μία από τις βασικές παραμέτρους παρόμοιων τουρνουά είναι και η μάχη των γενεών. Η ταχεία εξάπλωση της δημοφιλίας του σκακιού και η ταυτόχρονη επέκταση των διαδικτυακών τόπων, μαζί με την αύξηση της υπολογιστικής δύναμης, κάνουν τους νέους σκακιστές και τις νέες σκακίστριες να αποκτούν πείρα από όλο και νεαρότερες ηλικίες. Το αποτέλεσμα είναι οι σκακιστικές ελίτ να αλλάζουν όλο και πιο συχνά, όλο και πιο νωρίς σύνθεση (μην ξεχνάμε εξάλλου ότι ο παγκόσμιος πρωταθλητής είναι μόλις 18 χρονών).
Η σύγκρουση παλιού και νέου, κατεστημένου και αμφισβήτησής του, εικονίζεται θαυμάσια στη φωτογραφία που αποτελεί και το αντίκειμενό μου εδώ, μετά τη μακρά εισαγωγή. Είμαστε στην πρώτη παρτίδα του τρίτου γύρου και η Λάχνο αντιμετωπίζει την 22χρονη Ινδή Βαντίκα Αγκραβάλ. Σε κάποια στιγμή σηκώνεται από την καρέκλα της για να περπατήσει. Σε ένα από τα πολλά πλάνα ο φακός τη συλλαμβάνει στην πορεία της επιστροφής της στο τραπέζι. Φοράει ένα μάξι φόρεμα, κρεμ ψηλοτάκουνες γόβες και διακρίνεται το κομψό μανικιούρ της, ενώ στην καρέκλα της κρέμεται ένα πράσινο σακάκι. Επιτομή της κομψότητας, η Λάχνο επιτελεί τη σκακιστική της παρουσία ως αυστηρή μπιζνεσγούμαν. Η κομψότητα ως στολή συνιστά μια πανοπλία που τη θωρακίζει.
Στο δεξί μέρος της φωτογραφίας η Αγκραβάλ είναι στο τραπέζι και σκέφτεται. Φοράει παντελόνι και loose πουκάμισο, τα μαλλιά της ελεύθερα και φυσικά. Και το κυριότερο: έχει βγάλει τα φλατ παπούτσια της και κάθεται πάνω στην καρέκλα οκλαδόν -κατά τον ινδικό τρόπο. Η επιτέλεση εδώ έχει έναν κολεγιακό και κάζουαλ αέρα. Το όπλο της, μοιάζει να λέει, είναι η άνεση που επιτρέπει στη σκέψη να ξεδιπλωθεί. Μοιάζει να μην αντιμετωπίζει την αντίπαλό της αλλά το παιχνίδι το ίδιο.
Δύο διαφορετικοί τρόποι επιτέλεσης που αντανακλούν και δύο διαφορετικά λάιφ στάιλ. Η σκακιέρα έχει χώρο και για τα δύο, σε αντίθεση με το τουρνουά που είχε μόνο για μία. Μετά από αμφίρροπη μάχη η Λάχνο ήταν τελικά αυτή που περπάτησε πάνω στις γόβες της προς τον τέταρτο γύρο.
Μια δεκάδα χωρίς Ρώσους
Ήταν Ιούλιος του 1971 όταν η FIDE αποφάσισε να δημοσιεύει τη λίστα με τους καλύτερους παίκτες στον κόσμο με κριτήριο το ΕΛΟ τους. Το ΕΛΟ, που πήρε το όνομά του από τον Άρπαντ Έλο, τον φυσικό που το διαμόρφωσε, είναι ένας αλγόριθμος υπολογισμού της ισχύος ενός παίκτη με βάση τα αποτελέσματα που κάνει σε σχέση με τη δυναμικότητα του αντιπάλου του.

Αρχικά οι λίστες ήταν ετήσιες, προϊόντος όμως του χρόνου οι διεθνείς λίστες γίνονται μηνιαίες ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη ακρίβεια στην όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική απεικόνιση της πραγματικής ισχύος των παικτών. Ο Μπόμπι Φίσερ υπήρξε ο πρώτος σκακιστής που βρέθηκε στην κορυφή της λίσταςτων ΕΛΟ μέχρι το 1976, οπότε και τον ξεπέρασε (ανενεργό πλέον) ο Ανατόλι Κάρποβ, ξεκινώντας ένα σερί Σοβιετικών και Ρώσων που μονοπώλησαν την κορυφή έως το 2007, οπότε και ανέβηκε εκεί ο Βαζέλιν Τοπάλοβ.
Ουδέποτε ωστόσο οι Ρώσοι δεν έλειψαν από την πρώτη δεκάδα. Μέχρι την πρόσφατη λίστα του Ιουλίου. O Γιαν Νιπόμνιατσι, νούμερο 10 μέχρι πρότινος, έπεσε στην 14η θέση, προσφέροντάς μας ένα πρωτόγνωρο θέαμα. Φυσικά, με τους νεαρούς Ινδούς να επελαύνουν, τον Μάγκνους Κάρλσεν σταθερά πρώτο και με διαφορά, και το αμερικανικό σκάκι να επωφελείται από τον πακτωλό χρημάτων που έχει επενδύσει στο Σαιντ Λιούς ο Σίνκεφελντ, τα πράγματα θα ζόριζαν ούτως ή άλλως. Ωστόσο, δεν μπορούμε να μη δούμε σε αυτή την πρόσφατη εξέλιξη ακόμη μια συνέπεια των δυτικών κυρώσεων απέναντι στη Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Σεργκέι Καριάκιν, που έχει τεθεί σε κατάσταση ανενεργού παίκτη λόγω της ανοικτής στήριξής του στον Πούτιν. Παίζοντας μόνο στη Ρωσία, όπου δεν μπορεί να υπολογιστεί το ΕΛΟ του, ο Καριάκιν είναι σαν να μην υπάρχει.
Σημεία των καιρών ή μια αναποδιά που θα διορθωθεί; Σε κάθε περίπτωση, χωρίς τον έντονο ανταγωνισμό των Ρώσων το σκάκι μόνο να χάσει έχει.
