Μερικοί άνθρωποι είναι σαν κακό πετσί.
Κολλάνε πάνω σου και δεν ξεκολλάνε.
Η Κάρλα μετά τον χωρισμό από τον Μάριο τα είχε όλα.
Είχε μείνει στην Τεργέστη κρατώντας το σπίτι με τα παιδιά. Ο Μάριο δεν μπορούσε πια να τις κάνει σκηνές ζηλοτυπίας και είχε αναγκαστεί να αρκεστεί σε γράμματα, μερικώς δακρύβρεχτα, μερικώς φιλοσοφημένα, πάντα μακρινάρια, τα οποία από τη μια της συντηρούσαν εν μέρει το αίσθημα καταδίωξης αλλά από την άλλη (και με δεδομένο ότι πια ήταν μακριά) την καθησύχαζαν ότι αν εκείνη ποτέ αποφάσιζε να γυρίσει, ο Μάριο θα την περίμενε.
Η αλήθεια ήταν ότι ο Μάριο ούτε ήξερε πολλούς άλλους τρόπους να την προσεγγίσει αλλά και ούτε του άρεσαν. Νοσταλγούσε τις ορμητικές επελάσεις ενώ αντιθέτως θεωρούσε βαρετό τον τακτικισμό στον έρωτα (και όχι μόνο) κάτι το οποίο είχε πληρώσει γενικώς. Επιπλέον, η Κάρλα απολάμβανε τον εραστή της, χάρη στη γειτόνισσα την Τζούλια, η οποία κρατούσε τα παιδιά τα απογεύματα. Η Κάρλα πήγαινε στην αγορά, ανηφόριζε τη Βία Ντελ Κορονέο και τελικώς έφτανε στο διαμέρισμα του εραστή της στην Βία Παντρετσιάνο.
Έκανε πολύ καλό σεξ. Ήταν καινούριο, τα παιδιά ήταν μακριά, είχε σταθερά χέρια, ένα αίσθημα ασφαλούς εξερεύνησης κι έτσι η Κάρλα ένιωθε ότι άνθιζε ξανά. Επιπλέον όμως υπήρχε συναίσθημα. Η Κάρλα ένιωθε ερωτευμένη, ότι τον αγαπούσε ακόμα-ακόμα. Όχι με τον τρόπο που αγαπούσε τον Μάριο αλλά με τον τρόπο που χρειαζόταν τώρα. Ο ενθουσιασμός της συνυπήρχε με ένα αναγκαστικό αίσθημα ελευθερίας. Τα παιδιά της αποτελούσαν τρόπον τινά μια εγγύηση ότι δε θα βιαζόταν να φορτωθεί κάποιον άλλον με τον τρόπο που ένιωθε ότι είχε κουβαλήσει τον Μάριο.
Ο Μάριο την είχε μεγαλώσει. Και τον είχε μεγαλώσει κι αυτή. Η αυτάρκειά του δεν ήταν ίδια αλλά ο ένας είχε μπει μέσα στον άλλον. Η ζωή είχε αναγκάσει την Κάρλα να γίνει λίγο πιο ρεαλίστρια από τον Μάριο ο οποίος στο Ούντινε μάθαινε τι σημαίνει σιωπηλή ή φωνασκούσα αντοχή στον πόνο. Υπ’ αυτήν την έννοια αναγκαζόταν να μεγαλώσει κι εκείνος με τη βοήθεια μιας ψυχαναλύτριας η οποία είχε αναλάβει να του δείξει ότι τα πράγματα μέσα του ήταν πολύ χειρότερα από ό,τι εκείνος διέβλεπε παλιότερα.
Πίσω στην Κάρλα. Η Κάρλα ξυπνούσε κάθε μέρα στις 6 το πρωί από τότε που κατέκτησε εκείνα που ήθελε, πράγμα περίεργο αν σκεφτούμε ότι συνήθως δεν ξυπνούσε πριν τις 7 με 7.30. Σιδέρωνε για μισή με μία ώρα, ετοίμαζε το πρωινό των παιδιών και κάποιες φορές προλάβαινε να πάει για ένα σύντομο τρέξιμο. Πηγαίνοντας στη δουλειά μιλούσε με τον εραστή της για μια πρώτη καλημέρα. Μέσα στη μέρα θα μιλούσαν άλλες δύο με τρεις φορές, περίπου όπως έκανε παλιότερα με τον Μάριο. Μια μορφή αντικατάστασης που ο τελευταίος φοβόταν και για την οποία στους καβγάδες τους την κατηγορούσε, απλώς και μόνο για να ακούσει από εκείνη ότι δεν ίσχυε.
Θα συναντιόταν με τον εραστή της περίπου δύο φορές την εβδομάδα και τις περιόδους των διακοπών περισσότερο. Ήταν ήρεμη, ασφαλής, στη σωστή απόσταση από όλους εκείνους (και κυρίως τον Μάριο) που είχαν ταράξει τη ζωή της. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είχε πετύχει σε μια μάχη υπαρξιακού χαρακτήρα: ζούσε όσο μόνη και με όση παρέα ήθελε, ελεύθερα και ελεύθερη.
Κανείς δεν κατάλαβε γιατί γύρισε στον Μάριο. Απλώς μια μέρα τον έψαξε, τον βρήκε, του είπε συγγνώμη, γυρίζω.
Κακό πετσί.
