ΑΘΗΝΑ
19:59
|
06.06.2026
Σ’ έναν κόσμο όπου η εμπιστοσύνη έχει καταρρεύσει, η Αλάσκα κατέδειξε ότι το να καθίσουν οι μέχρι πρότινος εχθροί στο ίδιο τραπέζι δεν είναι δεδομένο.
Η συνάντηση της Αλάσκας, η συνάντηση κορυφής των προέδρων των ΗΠΑ και της Ρωσικής Ομοσπονδίας
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Υπάρχουν στιγμές όπου η ίδια η πραγματικότητα υπερβαίνει τα προσδοκώμενα, και οι λέξεις «ιστορικό» ή «καταλυτικό» παύουν να είναι ρητορικά σχήματα. Η συνάντηση της Αλάσκας, η συνάντηση κορυφής των προέδρων των ΗΠΑ και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, υπήρξε μια τέτοια στιγμή· όχι γιατί… έφερε την ειρήνη μέσα σε δυόμιση ώρες, ούτε γιατί διέλυσε μονομιάς τη δυσπιστία, αλλά γιατί λειτούργησε ως ένα είδος «νεκρανάστασης» της διπλωματίας. Σ’ έναν κόσμο όπου η εμπιστοσύνη έχει καταρρεύσει -μεταξύ πολιτών και ελίτ, μεταξύ συμμάχων, μεταξύ αντιπάλων-, η Αλάσκα κατέδειξε ότι το να καθίσουν οι μέχρι πρότινος εχθροί στο ίδιο τραπέζι δεν είναι πια δεδομένο. Εξ ου και αυτή η συνάντηση κορυφής άργησε αρκετά περισσότερο απ’ ό,τι θα προσδοκούσε κανείς τον Ιανουάριο του 2025…

Η έλλειψη εμπιστοσύνης συνιστά υπαρξιακή απειλή. Η εμπιστοσύνη δεν είναι απλώς μία προϋπόθεση για την επιτυχία των διαπραγματεύσεων· είναι η κατεξοχήν προϋπόθεση. Χωρίς αυτήν, οι συνομιλίες καταρρέουν κάτω από το βάρος της καχυποψίας. Η ιστορία προσφέρει πλήθος παραδειγμάτων: οι συνομιλίες μεταξύ Ιράν και Ιράκ για κατάπαυση του πυρός τη δεκαετία του 1980 διήρκεσαν τρία χρόνια, καθώς η κάθε πλευρά φοβόταν την προδοσία της άλλης. Παρομοίως, οι προσπάθειες του νυν Αμερικανού προέδρου για προσέγγιση με τη Ρωσία απέτυχαν, καθώς η ρωσική πλευρά δεν πίστευε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος μπορούσε να τηρήσει τις δεσμεύσεις του, εν μέρει λόγω της ευρωπαϊκής στάσης. Η συνάντηση της Αλάσκας, ωστόσο, φαίνεται να αλλάζει τα πράγματα. Αναγνωρίζοντας τις νέες πραγματικότητες του πολέμου και τη Ρωσία ως μία εκ των «μεγάλων δυνάμεων» (σε έναν κόσμο που δεν είναι πλέον διπολικός όπως επί Ψυχρού Πολέμου ή μονοπολικός όπως πριν δέκα χρόνια, αλλά «ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων» και, ελπίζουμε κάποια στιγμή στο μέλλον, ισορροπημένα πολυπολικός), η συνάντηση έθεσε τις βάσεις για διπλωματία, τον γιγαντιαίο απόντα κατά την περίοδο 2022-2025, όπου οι δύο μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις βρίσκονταν σε ανταγωνισμό (δυνητικά έως εσχάτων) στο έδαφος της Ουκρανίας χωρίς τους πλέον βασικούς (και διατηρώντας μόνο τους στοιχειώδεις) διαύλους συνεννόησης μεταξύ τους.

Η διπλωματία, όπως την ορίζει ο Χάρτης του ΟΗΕ, απαιτεί σεβασμό, ακρόαση και προσπάθεια κατανόησης του άλλου, χωρίς να συνεπάγεται απαραίτητα συμφωνία. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα φαίνεται να έχει ξεχάσει αυτά τα βασικά συστατικά, εξ ου και δεν διαπραγματεύεται: υπαγορεύει και απειλεί από τη θέση ισχύος που… απλώς δε διαθέτει. Αυτή η αυτοδικαίωση, η μετατροπή της επίγνωσης της ισορροπίας ισχύος στην πεποίθηση ότι ο δυτικός κόσμος κατέχει απροϋπόθετα το ηθικό πλεονέκτημα (να, στη Γάζα φερ’ ειπείν…), τυφλώνει και εμποδίζει την εξεύρεση λύσεων.

Η συνάντηση στην Αλάσκα μπορεί να διαβαστεί ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα: ως μια για αρχή τελετουργική, αλλά και απολύτως απαραίτητη, αφετηριακή άσκηση οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Δεν υπήρξε ουσιαστική συμφωνία· υπήρξε, όμως, αναγνώριση. Αναγνώριση ότι η Ρωσική Ομοσπονδία δεν είναι περιφερειακός δρων ή αποχαλινωμένος μουρλός ταραξίας, αλλά παγκόσμια δύναμη με δικά της εθνικά συμφέροντα, όπως και οι ΗΠΑ. Αναγνώριση ότι η συνέχιση του πολέμου οδηγεί την Ουκρανία σε στρατιωτική και πολιτική κατάρρευση. Έμμεση αναγνώριση, τέλος, ότι η Ευρώπη βαδίζει χωρίς δίχτυ ασφαλείας, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται να αποσυρθούν από το ουκρανικό μέτωπο, πετώντας το μπαλάκι στην ευρωπαϊκή σύνοδο των ενισταμένων.

Την ίδια ώρα, η ίδια Ευρωπαϊκή Ένωση αρνείται ακόμα και την έννοια της διαπραγμάτευσης: διότι όταν ο απέναντι είναι το «ένσαρκο κακό», τι και πώς να διαπραγματευτείς με ποιον -μια αυτοδικαίωση απολύτως καταστροφική στις διεθνείς σχέσεις, την οποία η Ε.Ε. εφαρμόζει εκεί που αφρόνως θεωρεί ότι την παίρνει (δηλαδή απέναντι στη Ρωσική Ομοσπονδία, σε μια γιγαντιαία πυρηνική δύναμη στο κατώφλι της, τους φυσικούς πόρους της οποίας μέχρι πρότινος εισήγαγε ως απαραίτητο υπόστρωμα για την βιομηχανία και οικονομία της…) αλλά δεν τη διανοείται καν απέναντι στην πραγματική γενοκτονία σε ζωντανή μετάδοση και υπερπλήρη εξέλιξη στα κατεχόμενα του Ισραήλ, δηλαδή σε ό,τι θα μπορούσε πραγματικά να χαρακτηριστεί «το Κακό» ή «ο νέος Χίτλερ» ή όλα αυτά που με τόση ευκολία εκσφενδονίζονται από ‘δω κι από ‘κει από όσους αρέσκονται στο να περιγράφουν την πραγματικότητα με τέτοιους όρους.

Ενώ λοιπόν οι πρόεδροι των ΗΠΑ και της Ρωσίας συνομιλούν περπατώντας σε κόκκινα χαλιά με τιμητικές υπερπτήσεις αεροσκαφών από πάνω τους και σχεδιασμό μεθαυριανής ανταπόδοσης της επίσκεψης σε συνέχεια της διαπραγμάτευσης κορυφής, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει να βαδίζει σε μια παράφρονα στρατιωτικοποίηση (…ιδιαίτατα της Γερμανίας, να πούμε εδώˑ καθόλου αγχωτικό για Πολωνία και Γαλλία μεσομακροπρόθεσμα…), αποκομμένη από την υλική της βάση. Χωρίς τις πρώτες ύλες της Ρωσίας, χωρίς πρόσβαση στην Κεντρική Ασία παρεκτός της Τουρκίας, χωρίς γέφυρα προς την Κίνα, η ευρωπαϊκή οικονομία νομοτελειακά θα βυθιστεί σε παρακμή: η δραστηριότητα στο OnlyFans δεν συνιστά πραγματική παραγωγή πραγματικού πλούτου.

Η δημοκρατική παρακμή των ευρωπαϊκών κρατών είναι εξίσου ανησυχητική. Η επιλεκτική λογοκρισία, οι επιλεκτικές κυρώσεις για «προπαγάνδα» και η τεκμαρτή μείωση της ελευθερίας του λόγου υπονομεύουν το κράτος δικαίου. Η ΕΕ, αντί να γίνει δύναμη ειρήνης, φαίνεται να οδεύει προς διάλυση, καθώς η οικονομία της καταρρέει και το κοινωνικό της κράτος αποδυναμώνεται. Η συνεργασία με την Ασία, ιδιαίτερα για πρώτες ύλες και ενέργεια, είναι απαραίτητη για την επιβίωσή της. Αντ’ αυτού, η ΕΕ επιλέγει την κλιμάκωση. Η υπερβολική επένδυση σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς, μάλιστα εκτός συνθηκών που διασφαλίζουν τη νομιμοποίησή τους, απειλεί ευθέως κάθε εναπομείναν κοινωνικό κράτος -το πλέον χαρακτηριστικά «ευρωπαϊκό» επίτευγμα της Ευρώπης, εν συγκρίσει π.χ. με τις ΗΠΑ-, άρα κάθε έννοια ευρωπαϊκού κοινωνικού συμβολαίου, άρα προοιωνίζεται πολιτικές και κοινωνικές ενδορρήξεις. Αντί για δύναμη ειρήνης, η ΕΕ κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια πολιτική καρικατούρα που ούτε πολεμά αποτελεσματικά ούτε συνδιαλέγεται ώριμα: απλώς κηρύττει και διακηρύττει, βυθιζόμενη αργόσυρτα -μέχρι την επιτάχυνση.

Η Αλάσκα ανέδειξε και μια ακόμη διάσταση: το τέλος της μονοπολικής ψευδαίσθησης. Οι BRICS+ είναι ήδη μεγαλύτεροι από το G7 σε πραγματική οικονομική ισχύ, ήτοι αγοραστικής δύναμης· οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια να διεξάγουν πολλαπλούς πολέμους· η «Δύση» έχει πάψει να υπάρχει ως ενιαίο μέτωπο (άλλη γραμμή οι ΗΠΑ, άλλη η Ε.Ε. για Ουκρανία, και άλλη γραμμή οι ΗΠΑ, Γερμανία, κάποιες χώρες όπως η Ελλάδα κλπ. για Γάζα/Ισραήλ, άλλη το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, ο Καναδάς, η Αυστραλία, κλπ.: ρήγμα ανεπίστρεπτο). Η πολυπολικότητα δεν είναι μια θεωρητική πρόβλεψη· είναι η νέα κανονικότητα -που καθιστά εφικτή την απευθείας συνεννόηση δύο εκ των τριών μεγάλων δυνάμεων και εν μέρει τεκμαίρεται από αυτήν. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Ευρώπη δεν… ηγείται αυτού του νέου κόσμου· είναι ότι δεν τον κατανοεί, και εφησυχάζει στο να παριστάνει πως αυτός δεν υπάρχει. Εξασφαλίζοντας, έτσι, τη μη συμμετοχή της σε κανένα αυριανό «μεγάλο τραπέζι», δηλαδή την πλήρη ετερονομία της.

Η τραγωδία της Ουκρανίας δεν βρίσκεται μόνο στην απώλεια ζωών και εδαφών, αλλά στο ότι κινδυνεύει να μην επιβιώσει καν ως πολιτικό υποκείμενο. Μια Ουκρανία που θα επιβίωνε χωρίς την Κριμαία ή το Ντονμπάς θα εξακολουθούσε να υπάρχει. Μια Ουκρανία που επιμένει να πολεμά μέχρις εσχάτων, μέχρι τελευταίου Ουκρανού, με τις ευρωπαϊκές ελίτ να τη σπρώχνουν σε «ηρωική» καταστροφή και ίσως απώλεια της Οδησσού και της πρόσβασης στον Εύξεινο, κινδυνεύει να χαθεί οριστικά. Η «Πολυάννα στην Ευρωπαϊκή Ένωση» θεωρεί ότι το να συνομιλείς με βάση την πραγματική πραγματικότητα και όχι την επιθυμητή πραγματικότητα συνιστά φιλορωσική στάση: τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα, ή για την Πολυάννα;

Αν η Αλάσκα υπήρξε νεκρανάσταση της διπλωματίας, η Ευρώπη χρειάζεται μια νεκρανάσταση της ίδιας της αυτοσυνειδησίας της. Ούτε με το θερινό όνειρο της… στρατιωτικής υπερδύναμης (χωρίς φαντάρους, βέβαια…) μπορεί να επιβιώσει, ούτε με την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας. Χρειάζεται να επαναδιεκδικήσει τη θέση της ως δύναμη ειρήνης, ως δρων που αναζητά συνθέσεις αντί για μετωπικές συγκρούσεις, διότι δεν έχει άλλη επιλογή εκτός από μια ιστορικά εντυπωσιακή αυτοχειρία.

Η Αλάσκα δεν είναι το τέλος, ούτε καν η αρχή του τέλους· είναι, ωστόσο, το τέλος μιας εποχής όπου η διπλωματία είχε καταστεί απόλυτο ταμπού και η αυτοδικαίωση τοτέμ. Σε μια συγκυρία όπου η αυτοδικαίωση, η έλλειψη εμπιστοσύνης και η στρατιωτική μέθη κυριαρχούν, η ίδια η πράξη του να καθίσουν οι μεγάλοι αντίπαλοι στο ίδιο τραπέζι, οι πραγματικοί εμπόλεμοι, είναι μια ριζοσπαστική πράξη (που προέκυψε, φυσικά, και λόγω της ίδιας της έκβασης του πολέμου: δεν είναι θέμα προσώπων, Τραμπ εναντίον Μπάιντεν και τα συναφή. Κάτι έγινε και στο πεδίο ενδιαμέσως…). Εάν η Ευρώπη δεν θελήσει να λάβει το μήνυμα, τότε θα βαδίσει στην παρακμή μόνη της. Εάν, όμως, αποφασίσει να ξαναγίνει δύναμη ειρήνης, τότε ίσως η Αλάσκα να καταγραφεί στην ιστορία ως η στιγμή όπου ο κόσμος πήρε μια βαθιά ανάσα πριν την (αυτο)καταστροφή -και διάλεξε τελικά την επιβίωση.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Βενεζουέλα: Ο Τραμπ εξέρχεται «νικητής» από την αμμοδόχο του ενώ οι Έλληνες πολιτικοί ψάχνουν το ημισφαίριό τους

Το χειρότερο σενάριο για τις ΗΠΑ είναι ότι αυτό θα μπορούσε να καταλήξει να είναι η δική τους, τραμπική «Ουκρανία», «Ιράκ», «Αφγανιστάν» ή «Βιετνάμ».
ΣΥΝΑΦΗ

Η «διπλωματία των κόκκινων πάντα»: Η Κίνα σπάει τον πάγο με την Ταϊβάν μέσω ανταλλαγής ζώων

Μουντιάλ 2026: Μπλόκο των ΗΠΑ στις βίζες μελών της ιρανικής αποστολής

Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ: «Το Τέλος της Κανονικότητας και των Οικονομικών» – Δευτέρα 8/6 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Μίνι ανασχηματισμός: Την Πέμπτη οι ανακοινώσεις για το νέο κυβερνητικό σχήμα

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα