Ως παράδειγμα επιτυχημένης στρατηγικής ανάπτυξης αναφέρθηκε το 2024 η Ελλάδα σε διεθνή φόρα και ιατρικά συνέδρια μεταμοσχεύσεων καθώς παρουσίασε για τέταρτη συναπτή χρονιά «αυξητικό αποτύπωμα» στο πλαίσιο της εθνικής προσπάθειας για την ανάπτυξη των μεταμοσχεύσεων.
Όπως έγινε γνωστό, το 2024 έκλεισε με 111 αποβιώσαντες δότες συμπαγών οργάνων που χάρισαν ζωή σε 236 συνανθρώπους μας. Εάν σε αυτούς προσθέσουμε και τους 125 γενναιόδωρους ζώντες δότες νεφρού (123) και ήπατος (2), τότε οι ευεργετηθέντες ασθενείς φθάνουν τους 361.

Τα στοιχεία έδωσε ο πρόεδρος του Ελληνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ), καθηγητής Γεώργιος Παπαθεοδωρίδης, με αφορμή τη δημοσιοποίηση των δεδομένων της ετήσιας μεταμοσχευτικής δραστηριότητας της χώρας μας.
Όπως ανέφερε, ο θεμέλιος λίθος της αλυσίδας προσφοράς ζωής είναι οι Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) με προεξάρχουσες στη δωρεά το 2024 τις ΜΕΘ των Νοσοκομείων ΠΓΝΑ «Αττικό», ΓΝΘΘ «Σωτηρία», ΠΑΓΝ Ηρακλείου, ΓΝΑ «Ευαγγελισμός», ΓΝΑ ΚΑΤ και ΓΝΘ «Παπανικολάου».
Αξιοσημείωτο είναι ότι η πλειονότητα των προτάσεων προς τους συγγενείς των υποψηφίων δοτών προέρχεται από τους ίδιους τους γιατρούς ή τους συντονιστές μεταμοσχεύσεων, ενώ η «άρνηση των συγγενών» έχει πέσει στο 26%, ποσοστό εφάμιλλο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

«Αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι οι πολίτες συναινούν στη δωρεά οργάνων, αρκεί να ενημερωθούν σωστά, ενώ «η άρνηση των συγγενών» δεν αποτελεί βασικό αίτιο υστέρησης της χώρας μας στη δωρεά οργάνων», ανέφερε ο πρόεδρος του ΕΟΜ.
Επιπρόσθετα, ο θεσμός του «Τοπικού Συντονιστή Μεταμοσχεύσεων» (ΤΣΜ) στα μεγάλα νοσοκομεία της χώρας μας αποδεικνύεται ότι λειτουργεί αποτελεσματικά και αποτελεί σημαντικό συνεργάτη των ΜΕΘ, αφού 60 από τους 111 δότες προήλθαν από τα νοσοκομεία των πρώτων 7 ΤΣΜ, που προσλήφθηκαν με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Ωνάση.
Τον Οκτώβριο του 2024, οι 7 ΤΣΜ, έγιναν 20, δηλαδή σχεδόν όσοι χρειάζονται για την πανελλαδική κάλυψη των μεγαλύτερων νοσοκομείων της χώρας, με την υποστήριξη του υπουργείου Υγείας και του Ταμειακού Προγράμματος Ανάκαμψης.
Ο Παπαθεοδωρίδης θεωρεί από την άλλη ότι «η αύξηση των δοτών και μεταμοσχεύσεων οργάνων δεν μας επιτρέπει να εφησυχάσουμε, καθώς εύλογα προσελκύει περισσότερους ασθενείς στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Ληπτών και απαιτεί περαιτέρω προσπάθεια από τον Ελληνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων και κυρίως τις μεταμοσχευτικές μονάδες.
Οφείλουμε, όπως είπε, «να συνεχίσουμε και να εντατικοποιήσουμε την προσπάθειά μας, μένοντας προσηλωμένοι στον στόχο μας, ούτως ώστε να προσεγγίσουμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αξιοποιώντας όργανα από τουλάχιστον 200 δότες ετησίως».
Η αύξηση των μεταμοσχεύσεων δημιουργεί, επίσης, την υποχρέωση να εστιάσουμε ακόμα περισσότερο και στην ποιότητα αυτών.
Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο το γεγονός ότι μία μικρή πληθυσμιακά χώρα σαν την Ελλάδα, με μικρότερη, σχετικά με άλλες χώρες, εμπειρία και δραστηριοποίηση στον τομέα τον μεταμοσχεύσεων, έχει επιτύχει να έχει εξαίρετα αποτελέσματα στις μεταμοσχεύσεις καρδιάς και πνευμόνων, που ξεπερνούν αριθμητικά αρκετούς διεθνείς δείκτες επιβίωσης, ενώ διατηρεί ένα πολύ καλό επίπεδο αποτελεσμάτων στις μεταμοσχεύσεις νεφρού και ήπατος.
Η επιτυχία όλων των μεταμοσχεύσεων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και με τα μέσα και τους πόρους που παρέχονται από το σύστημα υγείας μας προς τις μονάδες μεταμοσχεύσεων και γι’ αυτό αποτελεί πάγια και διαχρονική προτεραιότητα του ΕΟΜ η ανάδειξη των αναγκών όλων των μονάδων και η υποστήριξή τους από το υπουργείο Υγείας».
«Πίσω από την αύξηση της δωρεάς οργάνων και των μεταμοσχεύσεων υπάρχει ένα πολυσυλλεκτικό σύνολο ανθρώπων, με προεξάρχοντες τους δότες και τις σπουδαίες οικογένειές τους, καθώς και φορέων και πολλών επαγγελματιών υγείας, με τον ρόλο του κάθε ενός εξ’ αυτών να είναι κρισιμότατος για τη μετουσίωση της δωρεάς του δότη σε σωτηρία για τον λήπτη», τονίζει ο Παπαθεοδωρίδης.
