Οι τελευταίες ημέρες καταγράφονται ως μία από τις χειρότερες περιόδους για τον ιταλικό Τύπο, αναδεικνύοντας την προβληματική σχέση που έχει με την εξουσία -τόσο την κυβερνητική, όσο κι εκείνη που σχετίζεται με τα πάσης φύσεως, θεσμικά και παράνομα, συμφέροντα.
Η κοινή γνώμη στη χώρα, αλλά και η δημοσιογραφία θορυβήθηκαν από δύο γεγονότα ύψιστης έντασης και συμβολισμού: τη βόμβα που είχε τοποθετηθεί στο αυτοκίνητο του γνωστού ερευνητικού δημοσιογράφου και παρουσιαστή της εκπομπής Report, Ζιγκφρίντο Ρανούτσι και την απεργία των δημοσιογράφων της μεγάλης οικονομικής εφημερίδας «Il Sole 24 Ore», για μία «στημένη» συνέντευξη της ακροδεξιάς πρωθυπουργού Τζόρτζιας Μελόνι σε εξωτερική συνεργάτιδα, αρεστής σε εκείνη.
Η επίθεση, με βόμβα στο αυτοκίνητό του, ενάντια στον Ρανούτσι, δεν αποκαλύπτει μόνον τη θρασύτητα των σκοτεινών εκείνων συμφερόντων, που στην Ιταλία πολύ συχνά συνδέονται και με την πολιτική και τις τοπικές αρχές. Επίσης καταδεικνύει και τον φαρισαϊσμό της πολιτικής τάξης, η οποία αμέσως μετά την επίθεση έσπευσε να χύσει κροκοδείλια δάκρυα και να εκφράσει τη συμπαράστασή της στον Ρανούτσι, ενώ πολλοί εκπρόσωποί της επί χρόνια τον καταδιώκουν και με φυσικό τρόπο και με αγωγές ,για τις αποκαλύψεις του, που τους θίγουν. Πρόσφατα μάλιστα, η εισαγγελία του Μιλάνου αρχειοθέτησε την αγωγή του ακροδεξιού προέδρου της Γερουσίας Ινιάτσιο Λα Ρούσα, που κατηγορούσε τον Ρανούτσι κι άλλον έναν δημοσιογράφο του Report για δυσφήμιση σχετικά με την εκπομπή που ανέφερε τις δραστηριότητες του πατέρα και του αδελφού του αμφιλεγόμενου πολιτικού, με τίτλο «La Rusa Dynasty».

Και δεν είναι μόνο ο Λα Ρούσα που έχει μηνύσει στο παρελθόν τον Ρανούτσι από το κυβερνητικό κόμμα «Fratelli d’ Italia» (Αδέλφια της Ιταλία). Το κόμμα είχε μηνύσει την εκπομπή για το ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Τζόρτζο Μότολα, για τη σχέση του πατέρα της πρωθυπουργού με τον αρχηγό της Μαφίας, Μικέλε Σενέζε. Αγωγή έχουν καταθέσει επίσης ο υφυπουργός Τζοβανμπατίστα Φατσολάρι και Γκαετάνο Καπούτι, προσωπάρχης της Μελόνι, για έρευνα -πάλι του Μότολα- για τον φερόμενο ρόλο της κυβέρνησης στην εξαγορά της Mediobanca από τη Monte Paschi. Η δήλωση συμπαράστασης στον Ρανούτσι που εξέδωσε αμέσως μετά η Μελόνι (μιλώντας μάλιστα για ελευθερία του Τύπου και…. προστασία της!) και άλλα μέλη της κυβέρνησής της, μόνο μειδιάματα μπορεί να προκαλέσει για το μέγεθος της υποκρισίας της εξουσίας. Η οποία από τη μία καταδιώκει απηνώς έναν δημοσιογράφο με σκοπό να τον αναγκάσουν να σιωπήσει και να τον τιμωρήσουν αφαιμάσσοντας τον με SLAP αγωγές κι από την άλλη συμπαρίσταται στην αγωνία του -χωρίς όμως να πράττει το παραμικρό για την προστασία του,, σε αντίθεση με άλλους «επώνυμους», από τις επανειλημμένες απειλές που δέχεται ο Ρανούτσι.
Στον κατάλογο των πολιτικών που έχουν μηνύσει τον Λα Ρούσα μπορούν να προστεθούν ο υπουργός Οικονομίας και μέλος της ξενοφοβικής Λέγκας, Τζανκάρλο Τζορτζέτι η σύζυγός του και η αδερφή της συζύγου του. Επίσης υπάρχουν οι καταγγελίες που υπέβαλαν ο υπουργός Adolfo Urso, η υπό διερεύνηση για φοροδιαφυγή υπουργός Ντανιέλα Σαντακέ και η πρώην σύντροφός της, και η υφυπουργός Ιζαμπέλα Ράουτι. Σε αυτές θα πρέπει να προστεθούν οι αγωγές από την οικογένεια Μπερλουσκόνι, της Μάρτα Φασίνα και του Μαουρίτσιο Γκάσπαρι. Μάλιστα ο τελευταίος αυτός τον Νοέμβριο του 2023, κατά τη διάρκεια της ακρόασης του Ρανούτσι στην Εποπτική Αρχή, εμφανίστηκε με ένα κονιάκ για να προσφέρει στον δημοσιογράφο για να του δώσει θάρρος, και ένα καρότο, σε περίπτωση που φοβόταν.
Και φυσικά, απειλές και αγωγές δεν δέχεται ο Ρανούτσι μόνο από μέλη της τρέχουσας πλειοψηφίας. Στο πρόσφατο παρελθόν, για παράδειγμα, υπήρξε μια μακρά διαμάχη με τον Ματέο Ρέντσι, για το ρεπορτάζ -πάλι του Μότολα- που εμφάνιζε σε βίντεο τον ηγέτη της Italia Viva και τον πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών Μάρκο Μαντσίνι σε κρυφή συνάντηση σε ένα πρατήριο καυσίμων. Και ακόμη και πριν από αυτό, σχετικά με μια έρευνα για την εξαγορά της L’Unità από τον όμιλο Pessina. Ενάντια στον Ρανούτσι έχουν προσφύγει μυριάδες πολιτικοί, απ’ όλες τις παρατάξεις, ζητώντας να ψηφισθεί νόμος κατά ερευνών χωρίς δικαστική άδεια, επιδιώκοντας να θωρακίσουν νομοθετικά απέναντι στην υποχρέωση της λογοδοσίας και της διαφάνειας, για να μην πούμε και του ηθικού καθήκοντος που οφείλουν να επιδεικνύουν ως πολιτικά ή δημόσια πρόσωπα.
Στο πλαίσιο τούτο, ηχεί τουλάχιστον υποκριτική η δήλωση του πρώην υπουργού Φραντσέσκο Στοράτσε, ο οποίος τόνισε πως «η αλληλεγγύη πρέπει να εκδηλώνεται πάνω απ’ όλα με μια χειρονομία: αποσύροντας κάθε καταγγελία εναντίον του». Αυτό που είχε κάνει, φερ’ ειπείν ο Ρομπέρτο Μπενίνι τον Φεβρουάριο του 2023, αποφασίζοντας να κλείσει την αγωγή που κατέθεσε το 2017 κατά του Report για έρευνα σχετικά με τα στούντιο όπου ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης είχε γυρίσει τις ταινίες «Η ζωή είναι όμορφη» και «Πινόκιο». Το τρανταχτό γεγονός της υποκρισίας των πολιτικών πάντως είναι πως κανείς τους δεν απέσυρε τις αγωγές κατά του Ρανούτσι μετά το επεισόδιο.

Ούτε κι η ίδια η Μελόνι, η οποία ενώ μιλά για ελευθερία του Τύπου απάντησε μόνο σε 139 δημοσιογραφικές ερωτήσεις το 2024. Και κυρίως προτιμά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τις άμεσες αντιπαραθέσεις, κατηγορώντας τα μέσα ενημέρωσης για «ψεύτικες ειδήσεις». Κάτι που ειχεί ειρωνικό, δεδομένου ότι οι εκθέσεις της Ε.Ε. επισημαίνουν τους «κινδύνους για την ελευθερία της πληροφόρησης» υπό την κυβέρνησή της. Η ίδια συνελήφθη από τα μικρόφωνα να αναφέρεται ειρωνικά και επικριτικά για τους δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια μιας διεθνούς συνόδου κορυφής, ενώ ο ηγέτης της Λέγκας Ματέο Σαλβίνι και οι συνεργάτες διαρκώς καταγγέλλουν τους «προκατειλημμένους δημοσιογράφους». Το αποτέλεσμα; Η Ιταλία υποχώρησε στην 46η θέση στην κατάταξη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα το 2024 και για το 2025 στην 49η, με μια αύξηση στις αναφορές για επιθέσεις κατά του Τύπου από την κυβέρνηση Μελόνι. Αλλά και η Ε.Ε. προειδοποιεί στις εκθέσεις της για τις πάρα πολλές σωματικές επιθέσεις, εκφοβισμούς και παρεμβάσεις στη RAI, η οποία τώρα φαίνεται να αποτελεί επέκταση της εκτελεστικής εξουσίας. Η Μελόνι, στις συνεντεύξεις Τύπου, αρνείται τους περιορισμούς, αλλά παραλείπει λεπτομέρειες σχετικά με τους αποκλεισμούς και τις ποινές φυλάκισης για τους δημοσιογράφους. Και πάνω απ’ όλα το «διάταγμα φίμωτρο» του 2024 για τον Τύπο, που απαγορεύει τη δημοσίευση ερευνητικών εγγράφων, με βαριά πρόστιμα για όσους τολμούν να ενημερώσουν τους πολίτες, μετατρέποντας το δικαίωμα στην πληροφόρηση σε πολυτέλεια για λίγους. Προτάσεις για ποινικοποίηση διαρροών, απερίσκεπτες καταγγελίες που αγνοήθηκαν στο Κοινοβούλιο και περικοπές σε άβολα προγράμματα όπως το Report, του οποίου ο αριθμός επεισοδίων μειώθηκε για «οικονομικούς λόγους». Ο κυβερνητικός έλεγχος επί της RAI, η αμφισβητούμενη πώληση της Agi και οι διαρκείς εκφοβισμοί δημοσιογράφων από τη Μαφία (όπως στην περίπτωση του Ρανούτσι από την οικογένεια Σανταπάολα ή ενός μαφιόζου με δεσμούς με τη Ντραγκέτα και το καρτέλ του Εσκομπάρ το 2021) είναι πρακτικές στενά συνυφασμένες, ακόμη και με πολιτικούς κύκλους.
Ανάμεσα στις απειλές εναντίον του θα πρέπει να προστεθεί κι εκείνη που αφορά τις εκπομπές του για τη Γάζα (και τις σχέσεις της κυβέρνησης με το Ισραήλ), όταν ανακαλύφθηκαν έξω από την κατοικία του δύο σφαίρες τον Νοέμβριο του 2024 για μια αναφορά σχετικά με τη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης, η ανακάλυψη δύο σφαιρών Ρ38, ενώ εντοπίσθηκαν και δύο άτομα που παρακολουθούσαν το σπίτι. «Ζούσα μια άθλια ζωή πριν και εξακολουθώ και σήμερα να ζω μια άθλια ζωή», τόνισε ειρωνικά ο Ρανούτσι κατά την παρουσίαση του τελευταίου του βιβλίου στο Βαρέζε, αναφερόμενος στον μακρύ κατάλογο εκφοβισμών που έχει υποστεί, οι οποίοι οδήγησαν επίσης στην απόφαση να του ανατεθεί, τώρα, ένας σωματοφύλακας

Αλλά το Σάββατο 18 Οκτωβρίου, είχαμε το δεύτερο θλιβερό επεισόδιο οι δημοσιογράφοι της «Il Sole 24 Ore», της κορυφαίας οικονομικής εφημερίδας της Ιταλίας, κατέβηκαν σε απεργία, βλέποντας να δημοσιεύεται στο φύλλο της συνέντευξη της πρωθυπουργού Μελόνι για τον προϋπολογισμό. Αλλά όχι σε κάποιον διαπιστευμένο δημοσιογράφο της εφημερίδας για το κυβερνητικό ρεπορτάζ ή την οικονομία, μα σε εξωτερικό «συνεργάτη» τη Μαρία Λατέλα. Μια επί χρόνια ανταποκρίτρια της «Corriere della Sera» και γνωστή τηλεοπτική παρουσιάστρια και κυρίως αρεστής στη Μελόνι.
Πάρα την απεργία όμως , ο αρχισυντάκτης Φάμπιο Ταμπουρίνι -οποίος έχει καταγγελθεί και στο παρελθόν για τη συμπεριφορά του από τους δημοσιογράφους της εφημερίδας- αποφάσισε παρ’ όλα αυτά εκδοθεί αντισυνδικαλιστικά τελείως η «Il Sole 24 Ore» (κάτι ανήκουστο στην ιστορία του εντύπου) με λιγότερες σελίδες (μόλις 14), τη δισέλιδη στημένη συνέντευξη της Μελόνι και «άρθρα ψυγείου». Οι δημοσιογράφοι της «Il Sole 24 Ore» ζήτησαν συγγνώμη από τους αναγνώστες για το «ατιμωτικό προϊόν» και τη «σοβαρή αντισυνδικαλιστική συμπεριφορά από τη διοίκηση». Την ίδια μέρα, η συνέντευξη αναδημοσιεύτηκε επίσης στον ιστότοπο του Γραφείου του Πρωθυπουργού, γεγονός που πιθανώς υποδηλώνει ότι το προσωπικό του Μελόνι εκτίμησε τον τόνο και το περιεχόμενό της.
Ομόφωνα, οι δημοσιογράφοι της «Il Sole 24 Ore» επιπλέον κήρυξαν τότε άλλες πέντε ημέρες αποχής, προκειμένου να καταδείξουν και την εκτροπή που καταγράφεται στην εφημερίδα, αλλά και τον γενικότερο κίνδυνο για τον Τύπο «σε ένα πλαίσιο όπου ο πρωθυπουργός συχνά αποφεύγει τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων και που ακόμη και καυχιέται γι’ αυτό», να καταλήξει η δημοσιογραφία σε «μια παρακμή, στην οποία οι θεσμικοί συνομιλητές θα επιλέγουν τους συνεντευκτές τους και το κοινό θα μπορεί να βασίζεται σε προσεκτικά επιλεγμένες και ακίνδυνες πληροφορίες». Η εφημερίδα «Il Sole 24 Ore» εκδίδεται από την Confindustria, την ένωση που εκπροσωπεί τους Ιταλούς επιχειρηματίες, και ο νόμος για τον προϋπολογισμό και οι επιπτώσεις του είναι πιθανώς -και κατανοητά- τα θέματα με τη μεγαλύτερη παρακολούθηση της χρονιάς στην εφημερίδα, της οποίας το αναγνωστικό κοινό αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από επιχειρηματίες, επαγγελματίες και οικονομικούς εμπειρογνώμονες. Η απόφαση να εμπιστευθεί η εφημερίδα τη συνέντευξη στη Μελόνι σε κάποιον εκτός εφημερίδας λέει πολλά για τις ολοένα και πιο επιδεινούμενες σχέσεις μεταξύ του γραφείου του πρωθυπουργού και του Τύπου, αλλά λέει επίσης πολλά για την τρέχουσα κατάσταση της εφημερίδας. Η «Il Sole 24 Ore» πουλάει περίπου 47.000 αντίτυπα την ημέρα, καταγράφοντας απώλειες 9% στην κυκλοφορία της κατά το τελευταίο έτος. Σε περίπου δέκα χρόνια το συντακτικό προσωπικό έχει μειωθεί από πάνω από 300 δημοσιογράφους σε περίπου 160, ενώ πολλοί φεύγουν άρον-άρον από τη σύνταξή της. Η επιλογή ενός δημοσιογράφου που δεν καλύπτει αυτά τα θέματα σε καθημερινή βάση και με εξειδίκευση, λένε οι συντάκτες της, οδηγεί σε μια λιγότερο κριτική συνέντευξη για τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία των ενεργειών της κυβέρνησης. Καταδεικνύει επίσης την προθυμία της Confindustria να επιβεβαιώσει τις εξαιρετικά συμφιλιωτικές της σχέσεις με την κυβέρνηση, εν μέρει χάρη στην ισχυρή προσωπική σχέση μεταξύ του Mελονι και του Εμάνουελε Ορσίνι, προέδρου της Confindustria.
Αυτό δεν είναι το μόνο περιστατικό που αφορά την «Il Sole 24 Ore» και τη Μελόνι. Και το 2023, μια άλλη συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης με την Πρωθυπουργό, πάλι από την «εξωτερική» Λαμέλα, είχε δυσαρεστήσει τους δημοσιογράφους, οι οποίοι σε ένδειξη διαμαρτυρίας επέλεξαν να μην υπογράψουν τα άρθρα τους, για να δηλώσουν ότι αυτό υποτιμά την υπόσταση κι υπογραφή τους. Αλλά και πριν από τέσσερα χρόνια, η σύνταξη της εφημερίδας κατέθεσε μομφή για τον Ταμπουρίνι, μια σοβαρή σε επίπεδο συνδικαλιστικής προσφυγής ενέργεια, για παραλείψεις στην «παρέμβαση» του εκδότη στο περιεχόμενο της εφημερίδας, αναφορικά με ορισμένες «ειδικές σελίδες» που γράφτηκαν κατευθείαν από εξέχοντες εκπροσώπους της Confindustria, με τους δημοσιογράφους να θεωρούν ότι πρακτικές σαν αυτές διακυβεύουν την αυτονομία της έκδοσης.

Όσα συμβαίνουν με τον Τύπο στην Ιταλία είναι ενδεικτικά της όλο και διευρυνόμενης και όχι μόνον στη χώρα αυτή, καταρράκωση και καταδίωξη της ερευνητικής κι έγκυρης δημοσιογραφίας και γενικά του λειτουργήματός της ως ελεγκτικού οργάνου της εξουσίας. Η «δημοσίευση» (publicité), ακόμη και στις διαστάσεις της δημοσιότητας και της επικοινωνίας , σα μετάδοση των κοινωνικών εμπειριών και των αποφάσεων και κυρίως ως λογοδοσία της εξουσίας κι έλεγχος της λογοδοσίας τούτης, είναι σύμφωνα με τον Αλαίν Ρενώ (La fin de l’ autorité, Flammarion, 2004) μία από τις τρεις θεμελιακές αρχές, που μαζί με την «κοινωνικότητα» και «κοινωνική χρηστότητα» (civilté), ως αρχή κοινωνικοποίησης κι αναγνώρισης των διαφορών του ατόμου και της ομάδας και τη «νομιμότητα» (legalité), ως αρχή περιορισμού της πολιτικής βίας (και της εξουσίας και των ομάδων της κοινωνίας) , συναποτελούν τα θεμέλια της δημοκρατίας.
Στην Ιταλία της Μελόνι, tale quale με τον Τραμπ, τόσο οι πυλώνες της δικαιοσύνης, της αναγνώρισης του Άλλου και των διαφορών και η διαφάνεια, η λογοδοσία και η δημοσίευση διαρκώς αποτελούν λεία της κρατικής εξουσίας, που θεωρεί ελευθερία και δημοκρατία μόνον ό,τι συμφέρει την ίδια και τα συμφέροντα που εξυπηρετεί.
