Όταν έγινε 12 ετών, ο Ιησούς, μαζί με τη μητέρα του, Μαρία, και τον πατέρα του, Ιωσήφ, επισκέφτηκε την Ιερουσαλήμ για να εορτάσουν το Πάσχα. Καταφέρνοντας να ξεφύγει από τους γονείς του, οι οποίοι πίστευαν ότι είχε μείνει με τους άλλους ταξιδιώτες/προσκυνητές, βρέθηκε τελικά στον Ναό. Εκεί οι γονείς του, έκπληκτοι αν μη τι άλλο, τον βρήκαν να συζητά με εμβρίθεια θεολογικά ζητήματα. «Γιατί με αναζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να βρίσκομαι στο σπίτι του πατέρα μου;», ανακοίνωσε ο Ιησούς στους έκπληκτους γονείς του. Ένας θεός, ακόμα και σε μια τρυφερή για τους κοινούς θνητούς ηλικία, δεν μπορεί να κρατηθεί μακριά από τον προορισμό του.
Περισσότερα από χίλια οκτακόσια και χρόνια αργότερα, το 1850, ένας άλλος δωδεκαετής, ο περιβόητος Αμερικανός Πολ Μόρφι βρέθηκε σε έναν λιγότερο επιβλητικό ναό, πλην με την ίδια σκοποθεσία: να δείξει με τρόπο δεδομένο και αδιαμφισβήτητο το μεγάλο ταλέντο και την κλίση του στο σκάκι. Σε μια ταπεινή λέσχη στη Νέα Ορλεάνη αντιμετώπισε τον Γιόχαν Γιάκομπ Λέβενταλ, έναν από τους σκακιστές της παγκόσμιας ελίτ της εποχής.
Μην προτρέχω ωστόσο. Ο βίος του Πολ Μόρφι, που από τη Νέα Ορλεάνη βρέθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1850 στην Ευρώπη για να κερδίσει τους πάντες και να επιστρέψει πίσω, εγκαταλείποντας το σκάκι, είναι μια πηγή έμπνευσης – και είμαστε τυχεροί που η πρόσφατη βιογραφία του από τον Τσαρλς Χέρταν (Charles Hertan, The Real Paul Morphy, New in Chess, 2024) προσφέρει πλούσιο υλικό για μελέτη (τόσο βιογραφικό όσο και αμιγώς σκακιστικό).
Μεγαλώνοντας σε ένα «άνετο» οικονομικά περιβάλλον, ο Πολ, πέρα από μια καλλιεργημένη μητέρα και έναν δυναμικό πατέρα, είχε την τύχη να έχει και έναν ισχυρό ερασιτέχνη σκακιστή θείο, τον Έρνεστ. Τυχερός όχι τόσο για την αντικειμενική σκακιστική του εξέλιξη – η οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα έβρισκε τον δρόμο της προς την εκτόξευση, αλλά για το γεγονός ότι κάποιος πρέπει να συνειδητοποιήσει τη φλέβα του ταλέντου νωρίς, ώστε η σωστή διάγνωσή του να επιταχύνει την εμβάθυνση.
Ο θρύλος είναι χαρακτηριστικός για το πώς ο Πολ έμαθε σκάκι παρατηρώντας απλώς τον πατέρα και τον θείο του να παίζουν. Απόγευμα το απόγευμα, και χωρίς να έχει διδαχθεί ή διαβάσει τίποτα, ο Πολ κατάλαβε, ένιωσε, μπήκε στο κόλπο. Και ένα από αυτά τα απογεύματα, όταν μπαμπάς και θείος έχουν μόλις συμφωνήσει ισοπαλία, ο Πολ σπάει τη σιωπή του και παρατηρεί πως ο θείος έχασε μια ευκαιρία να κερδίσει τη μάχη. Μπροστά στους έκπληκτους ενήλικες που ζητάνε εξηγήσεις, ο Πολ ξαναστήνει τη σκακιέρα στην κρίσιμη θέση και επιδεικνύει με σιγουριά έμπειρου σκακιστή τη νικηφόρα βαριάντα.

Μετά το αρχικό σοκ ο θείος θα βιώσει την απόλαυση του να βλέπει έναν σκακιστή να ανθίζει. Σήμερα, που η ταχύτητα ανέλιξης ενός ταλέντου (ειδικά αν βρεθεί σε σκακιστομάνες χώρες) είναι αστραπιαία και που ακόμη και η έννοια του παιδιού θαύματος έχει ξεφτίσει, δυσκολευόμαστε ίσως να καταλάβουμε το μέγεθος του θάμβους. Εθισμένοι να βλέπουμε τα ηλικιακά ρεκόρ να σπάνε μέρα με τη μέρα, δεν έχουμε κανένα δέος μπροστά σε 12χρονους μετρ. Ευτυχώς ο Έρνεστ πρόλαβε εποχές όπου η μαγεία δεν ήταν ξένη από τον βίο των ανθρώπων.
Δεν πήρε και πολύ χρόνο στον Πολ να φτάσει να κυριαρχεί πρώτα στο σπίτι του, όπου πια έπαιζε μόνο δίνοντας πλεονέκτημα ίππου ή και πύργου στους συγγενείς του, όσο και στις τοπικές λέσχες. Και στα 12 του χρόνια ήταν ο καιρός να στείλει ένα μήνυμα και στον Παλιό Κόσμο, αναγγέλλοντας και προοικονομώντας το θαυμαστό μέλλον.
Αφήνοντας πίσω την Ευρώπη, έχοντας αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους παίκτες της εποχής του, ο Λέβενταλ έφτασε στη Νέα Υόρκη λίγο πριν τελειώσει το 1849. Εκεί τον περίμενε ο Τσαρλς Στάνλεϊ, ο άνθρωπος που τότε θεωρούταν ως ο ντε φάκτο πρωταθλητής Αμερικής. Ο Λέβενταλ τον νίκησε, όπως και κάποιον κύριο Τέρνερ, ο οποίος εντυπωσιάστηκε τόσο ώστε να τον συνοδεύσει στο Κεντάκι. Στο Λέξινγκτον, ο Λέβενταλ κατέβαλε και τον συνταγματάρχη Ντάντλεϊ, τον θεωρούμενο καλύτερο παίκτη της Δύσης.
Την άνοιξη του 1850 βρέθηκε στο Σινσινάτι, όπου γνώρισε τον συμπατριώτη του συνταγματάρχη Πράγκαϊ. Μαζί ταξίδεψαν στη Νέα Ορλεάνη, έχοντας μια συστατική επιστολή προς τον Εζέν Ρουσό, τον άντρα που ο Στάνλεϊ είχε νικήσει για να κερδίσει τον τίτλο του πρωταθλητή.
Η Νέα Ορλεάνη ωστόσο δεν τον υποδέχτηκε θερμά· αρρώστησε αμέσως. Μόλις στάθηκε στα πόδια του, επισκέφτηκε τον Ρουσό, ο οποίος του μίλησε για ένα παιδί-θαύμα: τον δωδεκάχρονο Πολ Μόρφι. Από περιέργεια και ευγένεια, ο Λέβενταλ δέχτηκε να παίξει μερικές παρτίδες με το αγόρι.

Οι παρτίδες παίχτηκαν στα τέλη Μαΐου. Και προς έκπληξή του, το παιδί τον υπέταξε ολοκληρωτικά. Αυτό που δεν έχει διασαφηνιστεί πλήρως είναι το εύρος της νίκης. Όπως αναφέρει ο Χέρταν, δεν είναι σαφές ούτε το πότε ακριβώς παίχτηκαν οι παρτίδες (με τις ημερομηνίες 22 και 25 Μαΐου να είναι οι επικρατέστερες) ούτε πόσες παρτίδες ακριβώς παίχτηκαν (2 ή 3) ούτε καν το ακριβές σκορ (1,5-0,5, 2-0, 3-0 ή 2,5-0,5). Ακόμα και παρτίδες που σώζονται έχουν δημοσιευτεί με άλλον τρόπο από τον θείο του Μόρφι και με άλλο τρόπο από τον Λέβενταλ, με τις αναλύσεις φυσικά να διαφέρουν ανάλογα με την εκάστοτε εκδοχή.
Αυτό που είναι αδιαμφισβήτητο ωστόσο είναι ότι αυτή η επιτυχία συντέλεσε ώστε ο φήμη του Μόρφι να εξαπλωθεί. Ο Λέβενταλ αναγνώρισε το ταλέντο του αγοριού· αυτό που δεν μπορούσε ακόμη να συλλάβει ήταν ότι είχε μόλις αντικρίσει το μέλλον του παγκόσμιου σκακιού -θα το καταλάβαινε ωστόσο καλύτερα μόλις 8 χρόνια αργότερα, όταν κατά τη θυελλώδη εξόρμησή του στην Ευρώπη ο Αμερικανός θα κατατρόπωνε, ανάμεσα σε όλους τους άλλους, ξανά και τον Λέβενταλ. Αν σκεφτεί κανείς προσεκτικά, το μέγεθος της επιτυχίας του Μόρφι είναι πραγματικά εντυπωσιακό. Ένας ούτε καν έφηβος, χωρίς καμία εμπειρία από σκληρές αναμετρήσεις κατάφερε να κερδίσει έναν από τους σημαντικότερους σκακιστές της εποχής του -που είχε μάλιστα και τη φήμη του σταθερού και ανθεκτικού παίκτη.
Για τον Λέβενταλ η ήττα αυτή αποτέλεσε ένα από τα καλύτερα οχήματα για να έχει εξασφαλισμένη τη θέση του στην ιστορία του σκακιού. Ακόμα και αν ξεχαστεί ολοκληρωτικά η υπόλοιπη συνεισφορά του στο παιχνίδι, κανείς δεν πρόκειται να ξεχάσει ότι υπήρξε ουσιαστικά ο πρώτος σταθμός στην ξέφρενη πορεία του Μόρφι ως την κορυφή.
Για τον Μόρφι φυσικά θα επανέλθουμε στο μέλλον. Πριν όμως αποχαιρετίσουμε τον Λέβενταλ ας δούμε λίγα ακόμα στιγμιότυπα από τη δική του ιστορία. Μετά την ήττα από τον Μόρφι ο Λέβενταλ επέστρεψε στο Σινσινάτι, σκοπεύοντας να συμμετάσχει στην εξερεύνεση της Δύσης. Πείστηκε ωστόσο ότι η ιδέα ήταν επικίνδυνη και παρέμεινε εκεί.
Το 1851 δέχθηκε πρόταση από τον Στόντον να συμμετάσχει στο τουρνουά του Λονδίνου, την οποία και δέχθηκε μαζί με τη χρηματοδότηση τοπικών επιχειρηματιών. Το τουρνουά, όπως έχουμε δει, ήταν νοκ άουτ και ο Λέβενταλ είχε την ατυχία να χάσει και να αποκλειστεί από τον πρώτο γύρο, γεγονός που τον έκανε να μη γυρίσει πίσω στις ΗΠΑ αισθανόμενος ντροπή απέναντι στους χρηματοδότες του.
Έτσι παρέμεινε στην Αγγλία ως το τέλος της ζωής του, το 1876. Η ενασχόλησή του με το σκάκι υπήρξε διαρκής έως το τέλος. Ο Λέβενταλ έπαιζε, οργάνωνε τουρνουά, έγραφε σκακιστικά άρθρα στον Τύπο. Για τους λάτρεις των σκακιστικών προβλημάτων ο Λέβενταλ έχει μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία, καθώς υπήρξε ο οργανωτής του πρώτου τουρνουά σύνθεσης στην ιστορία, το 1862. Όχι και λίγα κατορθώματα για κάποιον που θα ζούσε ως υποσημείωση.
