Μέλη της εγκληματικής οργάνωσης είχαν αναπτύξει, τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του 2023,διεθνές δίκτυο με σκοπό την μαστροπεία και τη σεξουαλική εκμετάλλευση νεαρών γυναικών τις οποίες εντόπιζαν σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Ευρώπης και της Αφρικής.
Για να πετύχουν τον σκοπό τους, εκμεταλλεύονταν την ευάλωτη θέση των θυμάτων και προέβαιναν στην εξαπάτησή τους με την υπόσχεση αποκόμισης μεγάλων κερδών, ενώ σε μια περίπτωση διαπιστώθηκε και η κατ’ επίφαση επίκληση δεσμού χρέους (Debt Bondage), που θα έπρεπε να αποπληρωθεί εκ μέρους του θύματος.
Όπως τονίζεται σε ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ η οργάνωση διαχειρίζονταν πέντε οίκους ανοχής, απ’ τους οποίους οι τέσσερις υπεκμισθώνονταν από εταιρεία, διαχειριστής της οποίας ήταν αρχηγικό μέλος της οργάνωσης.

Οι διευθύνοντες ήταν τρία αδέλφια που ήταν υπεύθυνοι για τη στελέχωση των οίκων με εκδιδόμενες γυναίκες, τη διαχείριση των εκδιδομένων γυναικών σε θέματα συμπεριφοράς, τη χάραξη της «οικονομικής πολιτικής» της οργάνωσης, την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών, και την παροχή οδηγιών και τον έλεγχο της δραστηριότητας τους.
Παράλληλα, είχαν ενεργό ρόλο και συχνή φυσική παρουσία στους οίκους ανοχής, ειδικά σε περιπτώσεις όπου χρειαζόταν η ρύθμιση ζητημάτων που επηρέαζαν την εύρυθμη λειτουργία τους, ενώ χαρακτηριστικό ήταν ότι, όταν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης είχαν μειωμένη οικονομική δραστηριότητα, τους επέπλητταν.
Αλλα μέλη συνεπικουρούσαν τα ηγετικά στελέχη στη στρατολόγηση και περαιτέρω διαχείριση των εκδιδόμενων γυναικών και των γυναικών, που απασχολούνταν ως υπηρετικό προσωπικό.
Επιπλέον, μέλη της οργάνωσης, εργάζονταν ως υπηρετικό προσωπικό στους οίκους ανοχής επιδεικνύοντας τα «προγράμματα» παροχής γενετήσιων υπηρεσιών στους υποψήφιους πελάτες, ενώ παράλληλα ήταν υπεύθυνα και για την παραλαβή των χρηματικών ποσών. Προς την ίδια κατεύθυνση, άλλα μέλη εργάζονταν ως φύλακες- τσιλιαδόροι στους οίκους ανοχής, που διαχειρίζονταν η οργάνωση, καθώς και ως οδηγοί των γυναικών που εκδίδονταν για λογαριασμό της οργάνωσης.
Στο πλαίσιο της έρευνας διαπιστώθηκε ότι, ο ηγετικός πυρήνας της οργάνωσης, είχε αποκομίσει σημαντικά χρηματικά ποσά από την παράνομη δραστηριότητα, ενώ είχε προβεί και σε ενέργειες νομιμοποίησης των εγκληματικών τους εσόδων.
Στο πλαίσιο ερευνών έχουν ταυτοποιηθεί και απελευθερωθεί τέσσερα θύματα εμπορίας ανθρώπων (υπήκοοι Κολομβίας, Βενεζουέλας και Βραζιλίας) και τους παρασχέθηκε κατάλληλη αρωγή και προστασία μέσω των εξειδικευμένων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (Μ.Κ.Ο.) «Our Rescue» και «A21».
