ΑΘΗΝΑ
17:20
|
13.06.2026
Οι εποχές που η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία βρίσκονταν στο επίκεντρο της παγκόσμιας πολιτικής έχουν παρέλθει.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Από τον Timofey Bordachev. Δημοσιεύτηκε στο Russian International Affairs Council (RIAC). Μετάφραση-επιμέλεια Δημήτρης Β. Πεπόνης.

Η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία βρίσκονται στα αντίθετα άκρα της ευρασιατικής ηπείρου, προϊόντα διαφορετικών ιστοριών και πολιτισμών. Ωστόσο, στην εξωτερική πολιτική συμπεριφέρονται σαν δίδυμα. Και στις δύο περιπτώσεις, οι εθνικές αποφάσεις διαμορφώνονται λιγότερο από την εσωτερική στρατηγική και περισσότερο από τις διακυμάνσεις της διάθεσης της Ουάσιγκτον. Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σίγουρες, παραμένουν ήρεμες. Όταν η Ουάσιγκτον είναι ανήσυχη, πανικοβάλλονται.

Τώρα βλέπουμε αυτόν τον πανικό να μετατρέπεται σε ανοιχτή επιθετικότητα. Σε μια περιοχή του πλανήτη που συνήθως είναι πιο ήσυχη, η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία έχουν αρχίσει να επιδεικνύουν ένα επίπεδο στρατιωτικοποιημένου άγχους δυσανάλογο με την πραγματική τους δύναμη. Η όλο και πιο συγκρουσιακή συμπεριφορά τους απέναντι στη Ρωσία και την Κίνα δεν είναι τόσο ένδειξη δύναμης όσο ένδειξη σύγχυσης και έλλειψης αυτοπεποίθησης για τον ρόλο τους στην αναδυόμενη παγκόσμια τάξη.

Οι ρίζες αυτού του φαινομένου είναι βαθιές. Η σύγχρονη Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία είναι, ουσιαστικά, μεταπολεμικά δημιουργήματα. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε άσχημα και για τις δύο. Η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία ηττήθηκαν ολοκληρωτικά και καταλήφθηκαν. Η Βρετανία και η Γαλλία διατήρησαν τα εξωτερικά σύμβολα ισχύος, αλλά από στρατιωτική άποψη έθεσαν την ασφάλειά τους υπό την αμερικανική ομπρέλα. Η μετέπειτα ιστορία τους έγινε άρρηκτα συνδεδεμένη με τις στρατηγικές προτιμήσεις της Ουάσιγκτον. Η διπλωματία τους εντάχθηκε σε ένα ευρύτερο αμερικανικό πλαίσιο.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αυτή η ρύθμιση λειτούργησε αρκετά καλά. Η απειλή της αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης σήμαινε ότι οι Δυτικοευρωπαίοι και οι Ιάπωνες κατανοούσαν ότι οποιοσδήποτε πόλεμος θα γινόταν στο έδαφός τους. Αλλά αυτή η ίδια η πιθανότητα τους ανάγκαζε επίσης να είναι συγκρατημένοι. Αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση κατέληξαν σε αμοιβαία πυρηνική αποτροπή τη δεκαετία του 1970, η Ευρώπη και η Ιαπωνία απόλαυσαν μια σπάνια περίοδο σταθερότητας και αυτονομίας. Το εμπόριο με την ΕΣΣΔ επεκτάθηκε. Κατασκευάστηκαν μεγάλοι αγωγοί ενέργειας. Ο πολιτικός διάλογος, αν και περιορισμένος, ήταν πραγματικός. Για ένα διάστημα, φαινόταν ότι όλοι θα μπορούσαν να ανακαλύψουν εκ νέου την ικανότητα να ενεργούν ανεξάρτητα.

Αυτή η εποχή έχει τελειώσει. Το σημερινό τοπίο είναι διαφορετικό. Η ίδια η εμπιστοσύνη της Ουάσιγκτον κλονίζεται, διχασμένη μεταξύ εσωτερικών διαφωνιών και ασαφούς κατεύθυνσης στο εξωτερικό. Και αυτή η αβεβαιότητα έχει αφήσει τους συμμάχους της εκτεθειμένους. Χωρίς δική τους στρατηγική πυξίδα, οι ελίτ της Δυτικής Ευρώπης και της Ιαπωνίας έχουν καταφύγει στο μόνο εργαλείο που γνωρίζουν: την επιδεικτική σκληρότητα.

Τα αποτελέσματα είναι ορατά. Σύμφωνα με μια πρόσφατη κατάταξη στην εφημερίδα Vzglyad, η Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία είναι οι κορυφαίοι επενδυτές στην στρατιωτική ενίσχυση κατά της Ρωσίας. Οι κυβερνήσεις τους μιλούν ανοιχτά για την κατασκευή μιας πολεμικής μηχανής σχεδιασμένης για ένα μόνο σκοπό: την αντιμετώπιση της Μόσχας. Η Δυτική Ευρώπη μοιάζει όλο και περισσότερο με στρατόπεδο που αναμένει διαταγή κινητοποίησης. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτές οι φιλοδοξίες θα επιβιώσουν από την επαφή με την οικονομική πραγματικότητα ή την κοινή γνώμη, αλλά η πρόθεση είναι αδιαμφισβήτητη. Τεράστια ποσά επενδύονται στον επανεξοπλισμό και η ρητορική γίνεται όλο και πιο έντονη κάθε μήνα.

Η Ιαπωνία ακολουθεί το ίδιο σενάριο, με στόχο την Κίνα. Το Τόκιο έχει σημάνει «συναγερμό μάχης» αν το Πεκίνο κινηθεί πιο δυναμικά στην Ταϊβάν. Οι πρόσφατες δηλώσεις της πρωθυπουργού της, που γρήγορα ερμηνεύτηκαν στην Κίνα ως αμφισβήτηση της εδαφικής της ακεραιότητας, αντανακλούν μια νέα επιθετικότητα. Οι συζητήσεις για την απόκτηση πυρηνικών όπλων κυκλοφορούν με εντυπωσιακή άνεση. Η Ιαπωνία εκσυγχρονίζει τις δυνάμεις της και δηλώνει την προθυμία της να εμπλακεί σε μια μεγάλη σύγκρουση, παρόλο που το ίδιο το σύνταγμά της γράφτηκε για να αποτρέψει ακριβώς αυτό.

Είναι δελεαστικό να φανταστεί κανείς ότι η Ουάσιγκτον ενορχηστρώνει αυτή την στροφή. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει κάτι πιο περίπλοκο. Η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία αναζητούν τη θέση τους σε έναν κόσμο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εγγυώνται πλέον σταθερότητα. Η ισχύς τους για δεκαετίες ήταν παράγωγο της αμερικανικής ισχύος. Τώρα, αυτά τα θεμέλια κλονίζονται και φοβούνται τι θα ακολουθήσει.

Δύο δυνάμεις εντείνουν αυτό το άγχος. Πρώτον, η οικονομική και πολιτική τους σημασία μειώνεται. Η Κίνα, η Ινδία και άλλα ανερχόμενα κράτη αναδιαμορφώνουν την παγκόσμια ιεραρχία. Οι εποχές που η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία βρίσκονταν φυσικά στο επίκεντρο της παγκόσμιας πολιτικής έχουν παρέλθει. Εμφανίζονται όλο και περισσότερο ως αντικείμενα των στρατηγικών άλλων εθνών και όχι ως δημιουργοί των δικών τους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ανώτεροι Κινέζοι αξιωματούχοι αρνήθηκαν πρόσφατα να συναντήσουν τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών κατά τη διάρκεια μιας προγραμματισμένης επίσκεψης. Το Πεκίνο απλώς αρνήθηκε. Ήταν μια υπενθύμιση ότι ορισμένες ευρωπαϊκές συνήθειες όπως το να κάνουν κήρυγμα σε άλλους δεν τραβούν πλέον αυτόματα την προσοχή.

Δεύτερον, τόσο η Δυτική Ευρώπη όσο και η Ιαπωνία έχουν συνηθίσει να αποφεύγουν την ευθύνη για τις συνέπειες των πράξεών τους. Δεκαετίες υπό την αμερικανική ασφάλεια καλλιέργησαν ένα ένστικτο για συμβολικές χειρονομίες και ηθικολογία χωρίς κανένα ρίσκο. Τώρα, όταν απαιτούνται πραγματικές αποφάσεις με πραγματικό κόστος, οι ελίτ τους καταφεύγουν σε θεατρινισμούς. Η υπερβολή των στρατιωτικών απειλών είναι ένας τρόπος για να ξανακερδίσουν την προσοχή και να διατηρήσουν μια αίσθηση κεντρικότητας.  Η Δυτική Ευρώπη χρησιμοποιεί αυτό το μοτίβο εδώ και αιώνες, δημιουργώντας κρίσεις για να διατηρήσει την επιρροή της και φαίνεται πρόθυμη να το επαναλάβει.

Ο κίνδυνος είναι ότι η σύγχυση σε συνδυασμό με την ανασφάλεια συχνά οδηγεί σε κλιμάκωση. Η Ουάσιγκτον, απασχολημένη με τα δικά της προβλήματα, υποθέτει ότι οι σύμμαχοί της μπορούν να τηρούν μια τέτοια στάση επ’ αόριστον χωρίς να προκαλούν κάτι σοβαρό. Αυτή η πεποίθηση μπορεί να αποδειχθεί αβάσιμη. Όταν χώρες με περιορισμένη στρατηγική αυτονομία προσπαθούν να επιβληθούν με τη βία, συμβαίνουν ατυχήματα. Και άλλες χώρες, όπως η Ρωσία και η Κίνα, δεν μπορούν απλά να τα αγνοήσουν.

Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι η Δυτική Ευρώπη ή η Ιαπωνία ετοιμάζονται να ξεκινήσουν μεγάλους πολέμους αύριο. Οι κοινωνίες τους δεν έχουν ακόμη φτάσει στην οικονομική ή πολιτική κατάσταση που απαιτείται για μαζική κινητοποίηση. Ωστόσο, η συμπεριφορά των ηγετών τους είναι όλο και πιο ασταθής και η κλίμακα των στρατιωτικών δαπανών τους δεν μπορεί να αγνοηθεί. Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν τις ανησυχίες τους ως χρήσιμο μοχλό πίεσης, ενώ επικεντρώνονται στην ευρύτερη αντιπαλότητά τους με την Κίνα. Η Ουάσιγκτον βλέπει ελάχιστα μειονεκτήματα: εάν οι Δυτικοευρωπαίοι  εμπλακούν σε σύγκρουση με τη Ρωσία, ή εάν η Ιαπωνία κάνει το ίδιο με την Κίνα, φαντάζεται ότι δεν θα υποστεί τις άμεσες συνέπειες.

Αυτή μπορεί να είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Για τη Ρωσία και την Κίνα, οι ενέργειες των ανήσυχων γειτόνων τους έχουν σημασία, ανεξάρτητα από το ποιος τους ψιθυρίζει στο αυτί. Οι διαρθρωτικές δομικές αλλαγές στην παγκόσμια πολιτική είναι πραγματικές. Ο κόσμος γίνεται όλο και πιο πολυπολικός. Οι ανερχόμενες χώρες επιβάλλουν την παρουσία τους. Η αμερικανική επιρροή μειώνεται. Και αυτές οι χώρες, που έχουν συνηθίσει να ζουν υπό τη σκιά της αμερικανικής δύναμης, δεν είναι σίγουρες για το πώς θα επιβιώσουν έξω από αυτήν.

Ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, να αποδείξουν όχι έχουν σημασία και προσπαθούν να εκπέμψουν δύναμη χωρίς να έχουν την ικανότητα να την διατηρήσουν. Αυτός ο συνδυασμός ανασφάλειας, νοσταλγίας και στρατηγικής παρακμής τροφοδοτεί μεγάλο μέρος της επιθετικότητας που βλέπουμε σήμερα και στις δύο άκρες της Ευρασίας.

Τι πρέπει να γίνει; Δεν υπάρχει απλή απάντηση. Αλλά ένα πράγμα είναι σαφές: η Δυτική Ευρώπη και η Ιαπωνία πρέπει να αντιμετωπίσουν τον κόσμο όπως είναι, όχι όπως ήταν. Οι προσπάθειές τους να αναβιώσουν τις στάσεις του Ψυχρού Πολέμου δεν θα αποκαταστήσουν το χαμένο κύρος τους. Αντιθέτως, κινδυνεύουν να προκαλέσουν κρίσεις που δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν.

Για τη Ρωσία, την Κίνα και άλλες χώρες που αναγκάζονται να ζουν με αυτούς τους γείτονες, η επαγρύπνηση θα είναι απαραίτητη. Η πρόκληση δεν είναι μόνο οι στρατιωτικές τους χειρονομίες αλλά και η βαθύτερη αβεβαιότητα που κρύβεται πίσω από αυτές. Τα έθνη που δεν είναι σίγουρα για τη θέση τους στον κόσμο είναι συχνά τα πιο επικίνδυνα. Όχι λόγω της δύναμής τους, αλλά λόγω του φόβου τους.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Η Κίνα απειλεί τις ΗΠΑ με αντίμετρα μετά τη «μαύρη λίστα» για Alibaba και BYD

ΛΔ Κονγκό: Συγκρούσεις σε διαδήλωση κατά της παράτασης της προεδρικής θητείας

Διπλωματικός πυρετός: Αύριο η συμφωνία ΗΠΑ και Ιράν, λέει το Πακιστάν-Θα δούμε… απαντά η Τεχεράνη (upd)

Νέος διάδρομος Άγκυρας-Ριάντ: Συναγερμός στο Τελ Αβίβ για την παράκαμψη του Ισραήλ

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα