Καθώς η παγκόσμια αντιπαράθεση βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, το μέτωπο στην Ουκρανία εξακολουθεί να κινείται σε ρυθμούς κλιμάκωσης, παρά την επιστολή Ζελένσκι προς τον Πούτιν περί ειρήνης, τουλάχιστον μέχρι νεωτέρας). Οι προτάσεις των Ευρωπαίων ηγετών για ειρήνη, περιλαμβάνουν 5 όρους οι οποίοι δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί από τη Ρωσία, ενώ και τα πλήγματα της Ουκρανίας εναντίον πολιτικών υποδομών στη Ρωσία (ξενώνας, λεωφορείο) δεν επιτρέπουν εύκολα αποκλιμάκωση της κατάστασης.
Την ίδια στιγμή, ο βαθμός εμπλοκής των Ευρωπαίων περνά από την υποστήριξη σε επίπεδο υποδομής στην πιθανή και προϊούσα εμπλοκή διά της παραχώρησης εναερίου χώρου προκειμένου να υπάρξουν επιθέσεις με drones εναντίον της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, η τάση προς την κλιμάκωση είναι συστηματική και αδιάκοπη.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα είναι αυτό των ρωσικών ελίτ που υποτίθεται ότι δυσανασχετούν όλο και περισσότερο προς τον πόλεμο. Σε ένα πρόσφατο άρθρο της WSJ ο τίτλος είναι: «Η ελίτ της Ρωσίας ‘ξινίζει’ για τον πόλεμο. Ο Πούτιν δεν φαίνεται να νοιάζεται. Ορισμένα εξέχοντα γεράκια υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος φέρνει φθίνουσες αποδόσεις και η απόλυτη νίκη είναι ανέφικτη».
Σημειώνει δε, η εφημερίδα, ότι αρκετές προσωπικότητες υψηλού προφίλ της Ρωσίας έχουν παραδεχτεί ότι οι στόχοι της Ρωσίας στον πόλεμο δεν είναι πλέον δυνατό να επιτευχθούν. Για παράδειγμα ο Όλεγκ Τσαριόφ, έγραψε στο Telegram του τον περασμένο μήνα ότι η Ρωσία πρέπει απλώς να τερματίσει τον πόλεμο τώρα και να κηρύξει τη νίκη, καθώς το γεγονός ότι αντιστάθηκε στην Ευρώπη και ανέκτησε το μεγαλύτερο μέρος της “Novorossiya” είναι από μόνο του ήδη μια νίκη.
Έγραφε συγκεκριμένα: «[Ήθελαν η Ρωσία] να απομονωθεί. Να μετατραπεί σε παρία. Αλλά δεν λειτούργησε. Αντιθέτως. Χάρη στην ανθεκτικότητα της Ρωσίας, η Δύση έχει χάσει το μονοπώλιό της στον έλεγχο του κόσμου. Κοιτάζοντας τη Ρωσία και την Κίνα, η Ινδία και ο παγκόσμιος Νότος έχουν γίνει πιο τολμηροί στην υπεράσπιση των εθνικών τους συμφερόντων. Η Ρωσία έχει δείξει ότι δεν χρειάζεται να υπακούει κανείς στις επιταγές κάποιου άλλου. Χάρη στη Ρωσία, ο κόσμος έχει γίνει πολυπολικός. Και η Δύση, ως αποτέλεσμα, έχει καταρρεύσει. Μια κρίση στην Ευρώπη. Τα κόμματα που υποστήριξαν τον πόλεμο κατά της Ρωσίας χάνουν τηλεθέαση. Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη βρίσκονται σε διαμάχη. Έχοντας σταθεί στη θέση μας, κερδίσαμε. Πρέπει να προχωρήσουμε από το γεγονός ότι έχουμε ήδη κερδίσει. Το καθήκον μας είναι να τερματίσουμε τον πόλεμο και να διατηρήσουμε τα κέρδη, να οικοδομήσουμε μια ευημερούσα Novorossiya. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα από το τέλος του πολέμου είναι ότι οι υπερασπιστές μας θα επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Θα σταματήσουμε να χάνουμε ρωσικές ζωές. Όλα τα σχέδια για «ταφή» της Ρωσίας απέτυχαν. Πληρώσαμε υψηλό τίμημα. Αλλά σταθήκαμε στη θέση μας και φέραμε τη γη μας και τους ανθρώπους μας στο σπίτι. Για τη χώρα, αυτό είναι μια νίκη».
Αυτό το οποίο προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ένα άρθρο του Ρώσου πολιτικό επιστήμονα Βασίλι Κασίν. Θεωρεί επίσης μια ειρηνευτική διευθέτηση βασισμένη στη φόρμουλα του Άνκορατζ θα είναι μια σημαντική νίκη για τη Ρωσία, δεδομένης της εναλλακτικής λύσης.
Αυτό που λέει ουσιαστικώς είναι ότι τα όνειρα για μεγάλη, σαρωτική, στρατιωτική νίκη επί της Ουκρανίας δεν είναι ρεαλιστικά σε αυτό το σημείο, επειδή η διαφορά ισχύος μεταξύ ολόκληρης της Δύσης που υποστηρίζει την Ουκρανία και αυτής της μοναδικής Ρωσίας είναι απλώς πολύ μεγάλη. Το κείμενό του έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον:
Αναλογία ισχύος των μερών
Η Ειδική Στρατιωτική Επιχείρηση (ΕΣΕ) διεξάγεται στο έδαφος της Ουκρανίας, υποστηρίζεται από πενήντα αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου και σύμμαχοι της Ρωσίας είναι η ΛΔΚ και η Λευκορωσία. Λαμβάνοντας υπόψη τη δυτική βοήθεια που προσελκύεται (τόσο σε εξοπλισμό όσο και σε χρηματικούς όρους), οι ουκρανικές δυνατότητες είναι περίπου ίσες με τον ρωσικό στρατιωτικό προϋπολογισμό και υπερβαίνουν τις ρωσικές δαπάνες απευθείας σε ό,τι αφορά την ΕΣΕ. Η Ουκρανία έχει μικρότερο πληθυσμό, αλλά πραγματοποιεί γενική κινητοποίηση, ενώ η Ρωσία έχει πραγματοποιήσει μόνο ένα κύμα κινητοποίησης τριακοσίων χιλιάδων ανθρώπων κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επομένως, όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους, οι ικανότητες των μερών είναι συγκρίσιμες.
Η Ρωσία έχει ανώτερη δύναμη πυρός και δυνατότητες αεράμυνας, αλλά η Ουκρανία, με πρόσβαση στις δυτικές δυνατότητες, έχει πλεονέκτημα σε σημαντικούς τομείς όπως οι τακτικές πληροφορίες και οι επικοινωνίες. Η χρήση drones, βασικό όπλο σε αυτόν τον πόλεμο, βρίσκεται σε συγκρίσιμο επίπεδο μεταξύ των δύο πλευρών.
Έτσι, ο πόλεμος είναι μεταξύ συγκρίσιμων αντιπάλων. Ιστορικά, τέτοιοι πόλεμοι σπάνια οδήγησαν στην πλήρη καταστροφή της μιας πλευράς. Επιπλέον, μπορεί να έχουν μεγάλη διάρκεια και οι στόχοι των μερών σε τέτοιους πολέμους προσαρμόζονται σημαντικά με βάση την πορεία της σύγκρουσης. Αυτή η προσαρμογή δεν προκαλεί έκπληξη και δεν υποδηλώνει απαραίτητα αποτυχία.
Μπορούμε να επιτύχουμε σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα εάν, όπως γράφουν πολλοί γνωστοί συγγραφείς, επιδείξουμε «θέληση», «αρχίσουμε να αγωνιζόμαστε πραγματικά», «σταματήσουμε να κρατάμε πίσω», «ενωθούμε για τη νίκη» κ.λπ.; Όχι, δεν έχουμε στέρεη βάση για να περιμένουμε τόσο διαφορετικά ποιοτικά αποτελέσματα. Ο στρατιωτικός σχεδιασμός θα πρέπει να βασίζεται στο χειρότερο σενάριο ως βάση και δεν μπορεί να βασίζεται σε όνειρα.
Η Ουκρανία αναμφίβολα εξαντλεί τους ανθρώπινους πόρους της ταχύτερα από τη Ρωσία. Ωστόσο, σε αντίθεση με τη Ρωσία, η Ουκρανία λειτουργεί σε κατάσταση πολέμου, γεγονός που της δίνει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να ελέγχει την εγχώρια ατζέντα και να χρησιμοποιεί βία για την καταστολή της διαφωνίας. Η ουκρανική οικονομία έχει καταστραφεί σε μεγάλο βαθμό και η οικονομική ανάπτυξη της Ουκρανίας είναι σε μεγάλο βαθμό τεχνητή, βασιζόμενη σε εξωτερική χρηματοδότηση για στρατιωτικούς σκοπούς. Ωστόσο, όσο η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει να χρηματοδοτεί τον πόλεμο, αυτό δεν αποτελεί σημαντικό λόγο ανησυχίας. Τα κριτήρια ανθεκτικότητας που εφαρμόζονται σε ένα τυπικό κατεστραμμένο από τον πόλεμο έθνος που βασίζεται στους δικούς του πόρους δεν ισχύουν για την Ουκρανία. Οι ουκρανικές αρχές μπορούν να αποσύρουν πολύ περισσότερο από τον πληθυσμό τους από την οικονομία και να χάσουν πολύ περισσότερο από αυτόν στο πεδίο της μάχης από μια «κανονική» χώρα.
Βλέπουμε αυξανόμενες δυσκολίες με την κινητοποίηση και αύξηση των επιθέσεων σε υπαλλήλους της TSK στην Ουκρανία, αλλά μέχρι στιγμής αυτό δεν έχει κλιμακωθεί σε συντονισμένες δράσεις διαμαρτυρίας, ακόμη και σε επίπεδο μεμονωμένων περιοχών. Δεν υπάρχει λόγος να προβλέψουμε ότι αυτό θα συμβεί στο άμεσο μέλλον. Πρέπει να υποθέσουμε ότι η Ουκρανία θα συνεχίσει να κρατά το μέτωπο για αρκετά ακόμη χρόνια.
Ομοίως, δεν έχουμε κανένα λόγο να περιμένουμε ότι το αδιέξοδο θέσης στον πόλεμο στην Ουκρανία θα ξεπεραστεί στο άμεσο μέλλον. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν βρεθεί τακτικές ή τεχνικές λύσεις που θα μας έδιναν την ευκαιρία να επιστρέψουμε στον πόλεμο κινήσεων ενόψει της εποπτείας του πεδίου μάχης και της μαζικής χρήσης FPV-drones ελλείψει αποτελεσματικών αντιμέτρων.
Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε την ταχεία ανάπτυξη τεχνικών μέσων και τακτικών που θα επέτρεπαν μια βαθιά διάσπαση της άμυνας του εχθρού. Είναι πιθανό τέτοιες τεχνικές να αναπτύσσονται με μυστικότητα, αλλά μπορούμε να βασιστούμε μόνο στις πληροφορίες που έχουμε στη διάθεσή μας. Επομένως, η ιδέα ότι μπορούμε να ωθήσουμε σε κατάρρευση γρήγορα το ουκρανικό μέτωπο «κινητοποιώντας, τεντώνοντας και χτυπώντας με όλες μας τις δυνάμεις» θα πρέπει επίσης να απορριφθεί και να ξεχαστεί. Η ρωσική διοίκηση λειτουργεί εντός των περιορισμών της κατάστασης, προσπαθώντας να επιτύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.
Επιπλέον απαντά από τη δική του σκοπιά, στο πιο δημοφιλές επιχείρημα των επικριτών του συντηρητικού τρόπου διεξαγωγής του πολέμου από πλευράς Πούτιν, με βάση το οποίο, μόλις η Ρωσία ανεβάσει την ένταση και αλλάξει την ΕΣΕ σε έναν «πόλεμο πλήρους κλίμακας», τα πράγματα θα είναι διαφορετικά και η Ουκρανία θα ηττηθεί εύκολα. Απορρίπτει ο ίδιος τέτοια επιχειρήματα ως φαντασιώσεις παιδικές.
Απορρίπτει επίσης την ιδέα της «καταστροφής των γεφυρών του Δνείπερου» και πώς αυτό θα ακρωτηρίαζε την Ουκρανία. Πιστεύει ότι η Ρωσία λειτουργεί ήδη με τη μέγιστη στρατιωτική ικανότητα και δεν μπορεί ρεαλιστικά να προκαλέσει μεγαλύτερη πίεση στην Ουκρανία από ό,τι ήδη κάνει. Τελικά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πάγωμα της σύγκρουσης σύμφωνα με τις τρέχουσες γραμμές είναι η μόνη λογική προσδοκία, δεδομένων των ιστορικών προηγούμενων.
Το επιχείρημα θα μπορούσε να είναι σωστό και ενδεχομένως να είναι από αμιγώς οικονομικό-στρατιωτικής απόψεως, ωστόσο παραλείπει να λάβει υπόψιν το ευρύτερο διεθνοπολιτικό περιβάλλον. Ο υπουργός εξωτερικών της Ρωσίας, ο Σεργκέι Λαβρόφ πριν λίγες ημέρες δήλωσε τα εξής: «Πριν από σχεδόν ένα χρόνο, τον Αύγουστο του 2025, στο Άνκορατζ [Αλάσκα], ο πρόεδρος Πούτιν, επιδεικνύοντας πνεύμα συμβιβασμού, αποδέχθηκε μια πολύ συγκεκριμένη πρόταση από τον πρόεδρο Τραμπ. Έτσι τελείωσαν οι διαπραγματεύσεις. Ελπίζω ειλικρινά ότι η εμπειρία των προηγούμενων αποτυχιών, όταν η Δύση αρνήθηκε να εφαρμόσει τις συμφωνίες που υποστήριζε, δεν θα επαναληφθεί όσον αφορά τη συμφωνία της Αλάσκας. Αλλά μέχρι στιγμής, δυστυχώς, οι Αμερικανοί εταίροι μας δεν έχουν δείξει κανένα ενδιαφέρον. Το ίδιο είπε και η γνωστός Κάλλας και πλήθος άλλων προσωπικοτήτων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, μου είναι δύσκολο να σχολιάσω τις προοπτικές για διαπραγματεύσεις αυτή τη στιγμή».
Η Ρωσία μεταξύ άλλων «προβληματίζεται» από τη δήλωση του Ρούμπιο, ο οποίος πρόσφατα είπε ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να μεσολαβήσουν στις ειρηνευτικές συνομιλίες επειδή υποστηρίζουν την Ουκρανία.
Η «Δύση», με επίκεντρο τις ΗΠΑ δεν κρύβει ότι τόσο σε σχέση με τη Ρωσία, όσο και σε σχέση με κάθε αντίπαλό της, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν και της Κίνας ελπίζει και επιχειρεί να προκαλέσει εσωτερικές συγκρούσεις των ελίτ, προδοσία και αλλαγή καθεστώτος ένδοθεν, η οποία θα συνδυαστεί με ακρωτηριασμό των εχθρικών κρατών και με λεηλασία τους. Πολλές φορές δε, η ελπίδα μετατρέπεται εύκολα σε «είδηση».
Το Κέντρο Ρωσίας-Ευρασίας του Carnegie Endowment πιστεύει ότι η οπτική γωνία της «σύγκρουσης των ελίτ» είναι εντελώς υπερβολική. Σε ένα νέο άρθρο γράφουν ότι τέτοιοι ευσεβείς πόθοι υπερέβαλαν σε μεγάλο βαθμό σε ό,τι αφορά μια εσωτερική διαμάχη ελίτ δεδομένου ότι δεν έλαβε ποτέ πραγματικώς υπαρξιακές παραμέτρους:
«Εδώ και αρκετές εβδομάδες, ορισμένοι σχολιαστές διακηρύσσουν ότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν χάνει τον έλεγχο, ότι η δημοτικότητά του μειώνεται και μια ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ των ρωσικών ελίτ υπονομεύει το καθεστώς. Ο κύριος δείκτης της αστάθειας του συστήματος υποτίθεται ότι ήταν το ασυνήθιστο επίπεδο απογοήτευσης για τις διακοπές λειτουργίας του Διαδικτύου στη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη.
Οι γνώστες που επικαλείται το Bloomberg πρότειναν ότι ο Πούτιν θα χαλαρώσει τους περιορισμούς ενόψει της πίεσης από το μπλοκ της εσωτερικής αντιπολίτευσής του. Οι πηγές του Guardian διαφώνησαν, λόγω της απόλυτης εξάρτησής του [του Πούτιν] από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας (FSB).
Τίποτα από αυτά δεν ήταν άσκοπη φαντασία. Η ένταση στο ρωσικό πολιτικό σύστημα πραγματικά αυξήθηκε, αλλά δεν ήταν μια υπαρξιακή κρίση. Η σύγκρουση για τους περιορισμούς στο διαδίκτυο ήταν γραφειοκρατική -όχι πολιτική. Δεν ήταν ένας αγώνας για την ελευθερία, ούτε μια προσπάθεια κατάληψης της εξουσίας. Ήταν μια σύγκρουση μεταξύ δύο ομάδων γραφειοκρατών που προσπαθούσαν να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους και η πτώση της δημοτικότητας του Πούτιν ήταν απλώς ένα όπλο σε αυτή τη σύγκρουση.
Τελικώς, το κατεστημένο ασφαλείας της Ρωσίας βγήκε στην κορυφή. Οι διαδικτυακοί περιορισμοί έχουν κανονικοποιηθεί και η FSB και η κυβέρνηση έχουν επιφορτιστεί να συνεργαστούν για να διασφαλίσουν ότι ορισμένες βασικές λειτουργίες παραμένουν προσβάσιμες. Με άλλα λόγια, η σύγκρουση διευθετήθηκε χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο το καθεστώς. Το σύστημα σταθεροποιήθηκε με επιτυχία».
Η Ρωσία δεν κατέρρευσε, ούτε ο Πούτιν κατέστη πραγματικώς αντιδημοφιλής. Όμως από την άλλη, η Ρωσία δεν μπορεί να ελπίζει ότι απλώς θα «παγώσει» τη σύγκρουση και ότι έτσι θα πετύχει νίκη. Αν δεν συμβεί κάτι το δραματικό με τον Ζελένσκι ώστε ο τελευταίος να τελειώσει αμέσως τη σύγκρουση (κάτι το οποίο δε διαφαίνεται προς το παρόν) οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. θα συντηρήσουν τη σύγκρουση μέχρι του τελικού ξεκαθαρίσματος, δηλαδή μέχρι την τελική νίκη επί της Ρωσίας, του Ιράν και της Κίνας, που σε διαφορετικούς χρόνους μεν, αποτελούν κοινούς εχθρούς των ΗΠΑ και επομένως της «Δύσης» (το αν θα δούμε στην πορεία εσωτερικά ρήγματα, μέσα στη «Δύση» είναι μια άλλη υπόθεση) δε.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει με το Ιράν. Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ (δηλαδή των μέχρι τώρα ηττημένων) εναντίον του, με την υποστήριξη των δορυφορικών τους αραβικών καθεστώτων αλλά και του «τουρκικού κόσμου» (Τουρκίας-Αζερμπαϊτζάν) θα συντηρείται με στόχο μέσα από μια γκρίζα κατάσταση ανακωχής-εχθροπραξιών, τελικώς το μέτωπο της αντίστασης να εξοντωθεί. Το θέατρο Τραμπ-Νετανιάχου και των διαφωνιών τους (ασχέτως αν σε κάποιο βαθμό υφίστανται) σε στρατηγικό επίπεδο είναι ακριβώς αυτό: θέατρο. Η στρατηγική της διάλυσης του Ιράν και του σχεδίου του μεγάλου Ισραήλ είναι κοινή και στην πραγματικότητα, ακριβώς λόγω (και) της αδυναμίας να υλοποιηθεί οδηγεί σε παρόξυνση τον εκφασισμό του Ισραήλ (αλλά και των ΗΠΑ, μαζί και με άλλους λόγους).
Το Ιράν δείχνει να έχει αντιληφθεί ότι απέναντι στο μέτωπο του ιμπεριαλισμού απαιτείται ένα απολύτως συγχρονισμένο μέτωπο της αντίστασης. Έχει απόλυτο δίκιο. Είναι το ίδιο ακριβώς το οποίο η Ρωσία δεν μπόρεσε να υλοποιήσει ή δεν αντιλήφθηκε. Ένας άξονας ο οποίος περιλαμβάνει ΗΠΑ-Ε.Ε.- Ισραήλ-δορυφορικά αραβικά καθεστώτα-Ουκρανία-Αζερμπαϊτζάν-Τουρκία, πολεμά εμμέσως ή άμεσα κατά της Ρωσίας και κατά του Ιράν. Όταν τελειώσει με τις δύο χώρες (χρονικός και υποθετικός σύνδεσμος το «όταν») θα στραφεί κατά της Κίνας.
Με άλλα λόγια, το στρατηγικό βάθος της Ρωσίας και του Ιράν πρέπει να γίνει η Κίνα, όχι μόνο με όρους υποστήριξης αλλά πραγματικής ενοποίησης της οικονομικής και στρατιωτικής προσπάθειας. Αυτή θα είναι η καλύτερη αποτροπή της κλιμάκωσης του πολέμου προς μια κατακλυσμιαία εκδοχή.
Ο πόλεμος είναι δεδομένος και είναι παγκόσμιος. Η μία πλευρά πορεύεται με αυτό το δεδομένο. Η άλλη, πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι ακριβώς αποτελεί μία, ενιαία πλευρά και ως εκ τούτου πρέπει να συγκροτηθεί ως τέτοια.
