ΑΘΗΝΑ
00:20
|
05.06.2026
Η λειτουργία μιας αοριστίας-Μια αναστοχαστική ανάγνωση.
Έργο του Ian Matchett (The Benchsitters)
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Είχα πολύ καιρό να δω την φίλη μου Σαμπίνε, συνήθως έρχεται μια-δυο φορές στην Ελλάδα με τον φίλο της και μένουν στην Αθήνα, όπου βρίσκεται η πατρική κατοικία του. Η Σαμπίνε τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε να μαθαίνει ελληνικά και για επαγγελματικούς αλλά και για προσωπικούς λόγους. 

Καταφέραμε να κανονίσουμε τον καφέ μας ένα πρωί Παρασκευής λίγο πριν ξεκινήσουμε τις συνεδρίες μας, εκείνη διαδικτυακά και εγώ δια ζώσης. Εκεί, κάπου ανάμεσα στα ελληνικά και τα αγγλικά την ακούω ξαφνικά να λέει «Τα πράγματα στο πανεπιστήμιο τον τελευταίο καιρό είναι κάπως!». Ωχ λέω από μέσα μου, και η Σαμπίνε πλέον χρησιμοποιεί το «κάπως» όταν μιλάει ελληνικά. Το «κάπως» δεν ειπώθηκε ως λάθος. Ειπώθηκε φυσικά. Και τότε το ενδιαφέρον μου μετατοπίστηκε από την ίδια τη Σαμπίνε στη λέξη.

Τι σημαίνει το «κάπως» σήμερα; Πώς λειτουργεί στον σύγχρονο λόγο; Είναι απλώς ένας δείκτης αοριστίας ή αποτυπώνει έναν ιδιαίτερο τρόπο τοποθέτησης απέναντι στην εμπειρία; Το «κάπως», σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Μπαμπινιώτη, χαρακτηρίζεται ως τροπικό επίρρημα. Δηλώνει τρόπο, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και ποσοτικά. Κάποιες φορές ακόμη και καθησυχαστικά.  Μου κάνει εντύπωση αυτή η αμφισημία. Από τη μία δηλώνει «όχι ακριβώς», από την άλλη «όχι σε μεγάλο βαθμό». Σαν να τοποθετεί τα πράγματα σε μια ζώνη ενδιάμεση, μεταξύ σαφήνειας και ασάφειας.

Αναρωτήθηκα αν η γραμματική του περιγραφή αρκεί για να ορίσει και τη χρήση του σήμερα. Σημασιολογικά, το «κάπως» φαίνεται να τοποθετεί την εκάστοτε βιωμένη εμπειρία σε μια σχετική κλίμακα έντασης χωρίς σαφή προσδιορισμό. Η αναφορά του είναι ρευστή και εξαρτώμενη από το συγκείμενο.

Ως ένα άτυπο, προσωρινό «εμπεριέχον», αποσκοπεί στο να μειώσει τη δεσμευτικότητα της δήλωσης, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αναθεώρησης. Έτσι, φαίνεται να προσφέρει στο επικοινωνούν υποκείμενο ένα περιθώριο ψυχικής και κοινωνικής ευελιξίας.

Το «κάπως» δεν περιορίζεται στον θεραπευτικό λόγο, όπου μπορεί να λειτουργεί ως πρώτη απόπειρα μορφοποίησης του βιώματος, ώστε το άρρητο να αποκτήσει μια λέξη-σύμβολο. Παρατηρείται ευρέως στον καθημερινό λόγο, γεγονός που υποδηλώνει ότι η λειτουργία του δεν είναι αποκλειστικά κλινική αλλά ευρύτερα επικοινωνιακή. Πολύ περισσότερο, σε περιβάλλοντα όπου οι εμπειρίες δεν είναι πάντοτε πλήρως νοηματοποιημένες ή αφηγηματικά σταθερές και συχνά διαμεσολαβούνται από ψηφιακά μέσα, το «κάπως» προσφέρει μια λειτουργική αμφισημία. Δεν καταργεί την ασάφεια, τη διατηρεί ως βιώσιμη συνθήκη και τη μετατρέπει σε διαχειρίσιμη μορφή λόγου. Έτσι καθίσταται ιδιαίτερα λειτουργικό σε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον που ευνοεί την προσωρινότητα, τη διαρκή αναδιατύπωση και την ανοιχτότητα των νοημάτων.

Δεν πρόκειται για μια σπάνια λέξη. Τουναντίον, η συχνή παρουσία της στον καθημερινό λόγο είναι που την καθιστά ενδιαφέρουσα. Ανήκει σε εκείνες τις γλωσσικές μονάδες που επιτρέπουν την ταυτόχρονη έκφραση μιας γνωστικής εκκρεμότητας και μιας συναισθηματικής διεργασίας εν εξελίξει, υποδηλώνοντας ότι το βίωμα δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί αφηγηματικά.

Το περιστατικό με τη Σαμπίνε δεν είναι μεμονωμένο. Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ με αυξανόμενη συχνότητα τη χρήση του «κάπως» στον καθημερινό λόγο. Το γεγονός αυτό μου γεννά την υπόθεση ότι δεν πρόκειται απλώς για μια συχνή επιρρηματική επιλογή, αλλά για ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο διαχείρισης της αβεβαιότητας. Υπό αυτή την έννοια, το «κάπως» δεν αποτελεί μόνο δείκτη αοριστίας, αλλά ενδέχεται να αποτυπώνει μια ιδιαίτερη στάση απέναντι στην εμπειρία, όσο αυτή παραμένει σε διαδικασία νοηματοποίησης.

Μια διαφορετική, εξίσου πιθανή ανάγνωση θα μπορούσε να δει κανείς στο «κάπως» όχι μόνο μια ρυθμιστική διαχείριση της αβεβαιότητας, αλλά και μια μορφή αναστολής περαιτέρω επεξεργασίας της εμπειρίας. Ορισμένες φορές, ενδέχεται να λειτουργεί ως γνωστική συντόμευση, ως μια επιλογή μη δέσμευσης για σαφέστερη διατύπωση. Στο πλαίσιο αυτής της ανάγνωσης, το «κάπως» πιθανόν να μην συγκρατεί την ασάφεια, αλλά αντιθέτως να την κλείνει πρόωρα περιορίζοντας τον χώρο περαιτέρω σκέψης.

Οι παραπάνω πιθανές αναγνώσεις δεν επιχειρούν μια εξαντλητική ανάλυση της χρήσης του «κάπως», αλλά μια προσπάθεια παρατήρησης του τρόπου με τον οποίο το εν λόγω επίρρημα λειτουργεί ως σημείο συνάντησης ψυχικής διεργασίας και κοινωνικο-πολιτισμικής συνθήκης. Το ζητούμενο δεν είναι το ποια ανάγνωση υπερισχύει, αλλά η επίγνωση της χρήσης του «κάπως» μέσα στον λόγο.

Λέξεις κλειδιά:

Εμπεριέχον
Ένας προσωρινός χώρος νοήματος, μια λέξη-δοχείο μέσα στην οποία ένα βίωμα μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να οριστεί πλήρως.
Νοηματοποίηση
Η σταδιακή διεργασία μέσω της οποίας μια εμπειρία αποκτά μορφή, νόημα και σχετική αφηγηματική σταθερότητα στον λόγο.
Λειτουργική αμφισημία
Η ιδιότητα μιας λέξης να εκφράζει αβεβαιότητα χωρίς να διακόπτεται η ροή της επικοινωνίας.
Γνωστική συντόμευση
Η τάση του ανθρώπου να εξοικονομεί νοητική ενέργεια μέσω πιο γρήγορων, λιγότερο αναλυτικών τρόπων επεξεργασίας μιας εμπειρίας. 

Οι παραπάνω έννοιες συνομιλούν με φαινομενολογικές, δυναμικές και αφηγηματικές θεωρήσεις της εμπειρίας και του λόγου, όπως επιχειρεί να κάνει και το ίδιο το παρόν κείμενο.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

80 χρόνια από το δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου: Πώς η ιστορική μνήμη επιβεβαιώνεται στη σημερινή Ιταλία

Ογδόντα χρόνια μετά στη Γιορτή της Δημοκρατίας, η Ιταλία βρίσκεται υπό το πρόσταγμα μίας κυβέρνησης που συντίθεται από τους αμετανόητους επιγόνους του φασισμού.
ΣΥΝΑΦΗ

Δε βιάζονται οι Βρετανοί στις έρευνες των Άντριου και Μάντελσον για την εμπλοκή στο σκάνδαλο Έπσταϊν

Ρυθμίσεις στην Εθνική Αθηνών-Λαμίας στο ύψος της Μεταμόρφωσης στις 5/6

Ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές στις Βρυξέλλες κατά της αύξησης διδάκτρων

Μέρες Θάλασσας στον Πειραιά ως τις 14 Ιουνίου 2026

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα