ΑΘΗΝΑ
01:18
|
24.06.2026
Η αμερικανική εκστρατεία του Βραζιλιάνου προέδρου είχε προφανή στόχο να ανακτήσει το κύρος του, αλλά απέτυχε.
Σκίτσο του Βραζιλιάνου Thiago Lucas
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η αμερικανική εκστρατεία του Βραζιλιάνου προέδρου Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα είχε προφανή στόχο να ανακτήσει το κύρος του. Με τη δημοτικότητά του να έχει πέσει σε ιστορικό ναδίρ για εκλεγμένο πρόεδρο (29%) και με την προοπτική στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές να επανακάμψει -και χάρις στη στήριξη του ίδιου του Τραμπ, εννοείται- η οικογένεια Μπολσονάρου, μέσω του υιού Φλάβιου, ο Λούλα έπρεπε στη συνάντησή του με τον Αμερικανό ομόλογό του Ντόναλντ Τραμπ στις 7 Μαΐου να βγει από τον Λευκό Οίκο με αναβαθμισμένη την εικόνα του.

Εξάλλου, η εικόνα που συστηματικά καλλιέργησε ο ίδιος είναι ότι στις ΗΠΑ δεν μετέβαινε απλά με την ιδιότητα του προέδρου της Βραζιλίας, για να λύσει μία διμερή διαφορά, αλλά ως επικεφαλής του Mercosur, ενός δυνατού υπερεθνικού οργάνου, που μάλιστα υπό την μπαγκέτα του κατόρθωσε να συμπήξει μία σημαντική οικονομική συμφωνία με την Ε.Ε.. Μία συμφωνία που ενισχύει τον «πλουραλισμό» στην παγκόσμια οικονομική και γεωστρατηγική σκακιέρα και διεμβολίζει την παράλογη και επεκτατική αμερικανική δασμολογική πολιτική. Κραδαίνοντας μία αρμαθιά από κοινά ζητήματα προς συζήτηση, οι Λούλα και Ντόναλντ Τραμπ συναντήθηκαν στην Ουάσιγκτον, για έναν διάλογο πάνω σε στρατηγικά θέματα όπως οι εμπορικοί δασμοί, τα κρίσιμα ορυκτά και η ασφάλεια. Όμως, η κατάληξη της συνάντησης δεν εξελίχθηκε όπως την ανέμενε ο Λούλα.

Μηδέν εις το πηλίκον (;)

Γιατί ναι μεν στο πιο επίμαχο θέμα, τους παράλογους δασμούς που έχουν επιβληθεί στη Βραζιλία και πλήττουν εξίσου βαριά τους Αμερικανούς παραγωγούς και καταναλωτές μπορεί να προτάθηκε η δημιουργία τεχνικών ομάδων για τη συζήτηση των φορολογικών αδιεξόδων εντός τριάντα ημερών, στα άλλα κρίσιμα θέματα -παρά τις συμβατικές εκατέρωθεν δηλώσεις, που παραπέμπουν σε επιπλέον και μελλοντικές συνεργασίες- δεν επιτεύχθηκε ούτε συμφωνία, ούτε και προτάθηκε και κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο.

Παράλληλα, η ακύρωση μιας κοινής συνέντευξης Τύπου κατέδειξε ότι οι διπλωματικές εντάσεις συνεχίζονται και οδήγησε τον Βραζιλιάνο πρόεδρο να προβεί σε δηλώσεις μόνος του στην πρεσβεία και να δηλώνει πως «πολλές φορές αρκεί μία κοινή φωτογράφιση».

Στη μοναχική του συνέντευξη ο Λούλα, ναι μεν αναφέρθηκε γενικόλογα στην «προσέγγιση με τις ΗΠΑ» και σε ευγενικές δαψιλεύσεις του τύπου «οι ΗΠΑ κι οι Βραζιλία είναι οι δύο μεγαλύτερες δημοκρατίες στο δυτικό ημισφαίριο», αλλά η ουσία έμεινε μία: όλες οι κριτικές αξιολογήσεις για την επίσκεψη, χωρίς να τη χαρακτηρίζουν  ανοικτά άκαρπη, περιορίσθηκαν και επιπλέον θεωρούν ότι  ανέδειξε πως η πολυπλοκότητα στις διμερείς σχέσεις ανάμεσα στις δύο μεγάλες οικονομίες και τους ηγέτες τους παραμένουν -παρά το παράθυρο για βελτίωση που είχε ανοίξει στην εγκάρδια συνάντησή τους στο περιθώριο της ΓΣ του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο.

Η συνάντηση έδειξε μάλιστα πόσο πολύ διαφορετικό ήταν το κλίμα για τον Λούλα στην Ουάσιγκτον από την τελευταία επίσκεψη του Βραζιλιάνου σοσιαλιστή ηγέτη τον Φεβρουάριο του 2023, όταν έγινε δεκτός με ανοιχτές αγκάλες από τον Δημοκρατικό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν. Τότε ο Λούλα γινόταν δεκτός ως ο φάρος μίας νέας εποχής για τη χώρα και γενικότερα τη σφαίρα της Νότιας Αμερικής έπειτα από την ταραχώδη θητεία του ακροδεξιού πρώην προέδρου, Ζαΐχ Μπολσονάρου. Όμως, επανακάμπτοντας στον Λευκό Οίκο ο Ντόναλντ Τραμπ, σάρωσε το καλό κλίμα και οι ΗΠΑ επέβαλαν νέους δασμούς στα βραζιλιάνικα προϊόντα ύψους 50%, γεγονός που προκάλεσε εντάσεις μεταξύ των δύο κυβερνήσεων. Οι πρώτες προσεγγίσεις μεταξύ Τραμπ και Λούλα ντα Σίλβα έγιναν τον Σεπτέμβριο του περασμένου έτους, όταν συναντήθηκαν στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Στη συνέχεια είχαν μια ιδιωτική συνάντηση στη Μαλαισία τον περασμένο Οκτώβριο και πολλές τηλεφωνικές συνομιλίες. Εκείνη του Ιανουαρίου ήταν ιδιαίτερα ιστορική γιατί ο Βραζιλιάνος πρόεδρος ζήτησε ανοιχτά και θαρραλέα τον τερματισμό των κυρώσεων ενάντια σε αξιωματούχους της κυβέρνησής του και τη μείωση των εμπορικών δασμών.

Για τον λόγο αυτό, ο Λούλα πήγε στον Τραμπ με συγκεκριμένα ζητήματα θα συζητήσουν ακόμη και ορισμένα  ζητήματα «ταμπού» (όπως για το οργανωμένο έγκλημα, τη διακίνηση ναρκωτικών και τα θέματα διεθνούς ασφάλειας) για την επανεκκίνηση των διμερών σχέσεων.

Στην κορυφή της ατζέντας βρέθηκαν έτσι εξόν από τους δασμούς, η πρόσβαση σε στρατηγικά ορυκτά και τα σχέδια για τη δημόσια ασφάλεια και το ενδεχόμενο να κηρυχθούν ορισμένες βραζιλιάνικες εγκληματικές ομάδες ως τρομοκρατικές οργανώσεις. Τελικά, με βάση τον απολογισμό της συζήτησης, που ο ίδιος ο Λούλα ανακοίνωσε, εκείνα που συζητήθηκαν ήταν οι διμερείς σχέσεις, οι σπάνιες γαίες, ο πόλεμος, οι αλλαγές στο ΣΑ του ΟΗΕ, αντάλλαξαν κάποια αστεία για το επικείμενο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου στις ΗΠΑ, αλλά άφησαν απέξω τις εγκληματικές ομάδες και φυσικά τις αμερικανικές επιθέσεις στην ήπειρο -θέμα στο οποίο ακροθιγώς κι έμμεσα αναφέρθηκε στη συνέντευξη Τύπου.

Το ανοικτό αποτέλεσμα των εκλογών στη Βραζιλία

Με τις εκλογές του ερχόμενου Οκτωβρίου ήδη προ των θυρών το κυβερνών Κόμμα των Εργατών (ΡΤ) και ο Λούλα προσπαθούν να αποφύγουν ένα κλίμα έντασης. Ο Λούλα ελπίζει να επανεκλεγεί τον Οκτώβριο, μολονότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι βαδίζει στήθος με στήθος με τον υποψήφιο της δεξιάς και γιο του πρώην προέδρου Ζαΐχ Μπολσονάρου, Φλάβιου  και μία επίφοβη παρέμβαση του Τραμπ υπέρ της «οικογένειας» θα ήταν επιζήμια. Ο Λούλα ακόμη δεν έχει συνέλθει από την αποτυχία να εργαλειοποιήσει τη δίκη του τέως προέδρου στο Ανώτατο Δικαστήριο (STF) για το αποτυχημένο πραξικόπημα. Η αδυναμία του δικαστή Μοράες να «δέσει» το κατηγορητήριο, σε συνδυασμό με την ασθένεια -και πως τη χειρίσθηκε άκομψα η κυβέρνηση και το STF- που έκαναν τον Μπολσονάρου να φαντάζει ακόμη και «θύμα» ή τουλάχιστον «συμπαθής», κόστισε σοβαρά στη δημοφιλία της κυβέρνησης.

Γι’ αυτό λοιπόν η ασφάλεια είναι κι ένα από τα κύρια θέματα της προεκλογικής εκστρατείας στη Βραζιλία και ήταν επίσης ένα από τα ζητήματα που συζητήθηκαν στη συνάντηση με τον Τραμπ κι αναμενόταν να φέρουν καρπούς. Εξάλλου, τον Απρίλιο, οι ΗΠΑ και η Βραζιλία υπέγραψαν συμφωνία για την ανταλλαγή πληροφοριών με σκοπό την καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών και όπλων, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων από ακτίνες Χ των εμπορευματοκιβωτίων που αποστέλλονται από το αμερικανικό έδαφος προς τη Βραζιλία.

Επιπλέον, ένα από τα ενδιαφέροντα του Τραμπ (πρωτίστως σε επικοινωνιακό επίπεδο) είναι να ενταχθούν εγκληματικά καρτέλ, όπως τα Primeiro Comando da Capital και Comando Vermelho, στον κατάλογο με τις τρομοκρατικές  οργανώσεις. Ένα μέτρο που η Βραζιλία δεν θεωρεί κατάλληλο για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, καθώς θα αποτελούσε απλώς ένα εργαλείο για να δικαιολογήσει αμερικανικές επεμβάσεις μέσα στο έδαφος της Βραζιλίας. Έμμεσα, στη συνέντευξή του ο Λούλα αναφέρθηκε στο αδιέξοδο που περιήλθαν αυτές οι διαπραγματεύσεις, καταγγέλλοντας τις στρατηγικές που βασίζονται σε απευθείας επεμβάσεις σε λατινοαμερικανικές χώρες (πρόσφατα παραδείγματα η Βενεζουέλα κι η Κολομβία), επιμένοντας πως η απάντηση για την καταπολέμηση της παραγωγής και διακίνησης ναρκωτικών είναι η (από κοινού προσπάθεια) για οικονομική ανάπτυξη των χωρών αυτών. Επισήμανε δε, με νόημα, πως τα όπλα που κατάσχονται από τις οργανώσεις αυτές -όπως συνέβη πρόσφατα στη μεγάλη αμφιλεγόμενη επιχείρηση της αστυνομίας στο Ρίο- είναι αμερικανικής προέλευσης.

Σπάνιες γαίες και γεωπολιτικό παιχνίδι

Το μεγάλο «ατού» του Λούλα στις συνομιλίες με τον Τραμπ ήταν η διακαώς αναζητούμενη από τις ΗΠΑ πρόσβαση στα τεράστια αποθέματα της Βραζιλίας σε χαλκό, νικέλιο, νιόβιο και λίθιο, ιδίως στο πλαίσιο του τεχνολογικού και γεωστρατηγικού ανταγωνισμού με την Κίνα. Ζήτημα που για τους Αμερικανούς θεωρείται άμεσα συνδεδεμένο με την εθνική ασφάλεια και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διεθνούς πολιτικής, δεδομένων των σχέσεων της Βραζιλίας με την Κίνα. Αυτό υπογράμμισε ιδιαίτερα και ο Λούλα, επισημαίνοντας στον Τραμπ πως εναπόκειται σε εκείνον ν’ αντιστρέψει τις πολιτικές του που οδήγησαν τις ΗΠΑ να υποχωρήσουν έναντι της Κίνας από τη θέση του «πρώτου εμπορικού εταίρου της Βραζιλίας». Και του τόνισε πως η ίδια η κυβέρνησή του ψήφισε νόμο για κίνητρα και την επέκταση των ξένων επενδύσεων στους εθνικούς μεταλλευτικούς πόρους, αλλά του διευκρίνισε πως «δεν θα υπάρξουν αποκλειστικότητες», μιας κι η Βραζιλία θα αφήσει ισότιμα ανοικτό το πεδίο σε ευρωπαϊκές, ιαπωνικές, κινεζικές κι άλλες εταιρείες.

Ενδεικτικά, τον Απρίλιο, αμερικανική εταιρεία έκλεισε μια συμφωνία δισεκατομμυρίων για την αγορά ενός τεράστιου ορυχείου στο Γκόϊας της Βραζιλίας. H συμφωνία τούτη βρέθηκε στο επίκεντρο διαξιφισμών: τόσο στο εσωτερικό της κυβέρνησης (όσον αφορά τη συνταγματικότητα της ίδιας της συμφωνίας, όπως και την ανάγκη να συσταθεί  αξιόπιστος εθνικός φορέας διαχείρισης του τομέα). Αλλά και σε προεκλογικό επίπεδο και με τον Φλάβιου Μπολσονάρου, αναφορικά με το ποιος είναι ο πιο «φιλικός» σε ξένες επενδύσεις, όπως και σε ποιον θα πρέπει να δοθεί η προτεραιότητα για επενδύσεις. Κι αυτό γιατί στη συνέχεια, ο Βραζιλιάνος πρόεδρος υπέγραψε συμφωνία και με γερμανικές επιχειρήσεις για την εξόρυξη ορυκτών, ενώ ο Τραμπ ζητούσε να έχει προτεραιότητα πρόσβασης σε αυτή τη δυνατότητα.

Και με γνώμονα την ακραία αναγκαιότητα που έχουν οι ΗΠΑ ν’ απεξαρτηθούν από το μονοπώλιο σε παραγωγή, αλλά και σε κατεργασία, που κρατεί η Κίνα στις σπάνιες γαίες, το βραζιλιάνικο απόθεμα είναι πολύ σημαντικό. Για τούτο, πρέπει ο Λούλα να πείσει την Ουάσιγκτον να μην βασίζεται μόνον στους Μπολσονάρου για να εξασφαλίζει συμβόλαια. Όπως δήλωνε πριν την «ες Ουάσιγκτον ανάβασιν», ο υπουργός Οικονομικών της Βραζιλίας Ντάριο Ντουριγκάν, «οι χώρες του βορρά διψούν για πρώτες ύλες. Αν και οι ξένες επενδύσεις είναι ευπρόσδεκτες, θέλουμε τη βιομηχανική ανάπτυξη της Βραζιλίας: τη δημιουργία θέσεων εργασίας σε συνεργασία με τα πανεπιστήμιά μας».

Ωστόσο, δηλώσεις και προσπάθειες σαν κι αυτές καταδεικνύουν την πρακτική απομάκρυνση της κυβέρνησης Λούλα από τις αρχικές της προθέσεις να προωθήσει μία πραγματικά ‘πράσινη’ ατζέντα. Η αναδιάρθρωση της οικονομικής παραγωγής, που στόχευε στην αύξηση του ΑΕΠ, μέσα από την εντατικοποίηση στην αγροτοβιομηχανία( εμπόριο σόγιας, που σχετίζεται με την αποψίλωση δασικών περιοχών), το πετρέλαιο και τα καύσιμα, καθώς και με την επιτάχυνση της εξορυκτικής παραγωγής, επιβράδυνε το οικολογικό πρόγραμμα και την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, που είχε θέσει ως στόχο και της κυβέρνησής του, αλλά και των επιδιώξεων της Mercosur για βιώσιμη ανάπτυξη. Η μεταβολή του κυβερνητικού  προγράμματος για το περιβάλλον σε μία προστασία ma non troppo είναι ένας από τους αποφασιστικούς παράγοντες που  έχει στοιχίσει αρκετά στη γενικότερη αντίληψη που σχηματίζουν οι πολίτες για την κυβέρνηση Λούλα.

Μία κυβέρνηση που έχει ν’ αντιμετωπίσει την απόκλιση ανάμεσα στα στοιχεία στηρίζονται στους μακροοικονομικούς δείκτες και την πραγματική εικόνα για την ευημερία των πολιτών. Ιδίως σε ό,τι αντανακλά στο ζήτημα του χρέους, που έχει εκτιναχθεί στα 4,5 τρισεκ. ρεάις, αυξημένο κατά 40% αφότου ανέλαβε την προεδρία ο Λούλα τον Ιανουάριο, του 2023, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα.

Γιατί παρ’ όλο που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την ανάπτυξη του ΑΕΠ πάνω από τις προσδοκίες και για το ποσοστό ανεργίας σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αυτό δεν μπορεί να μεταφραστεί σε ανάλογη αύξηση της δημοτικότητάς της γιατί το γενικότερο κόστος ζωής και κυρίως το βάρος των οικογενειακών χρεών συνεχίζουν να στραγγαλίζουν τον προϋπολογισμό των νοικοκυριών στη Βραζιλία.

Το αποτέλεσμα είναι το αποκαλούμενο «λαϊκιστικό σχέδιο» του Λούλα, που βασίζεται σε καταπραϋντικά μέτρα με την επαναδιαπραγμάτευση των χρεών, να μην καταπολεμά τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος. Όπως:

  • Τα υψηλά Επιτόκια: Το επιτόκιο Selic σε υψηλά επίπεδα καθιστά την πίστωση ακριβή και δυσκολεύει την έξοδο από την κατάσταση αθέτησης πληρωμών.
  • Τον πληθωρισμό στα τρόφιμα: Αν και ο γενικός πληθωρισμός είναι υπό έλεγχο, τα βασικά είδη κατανάλωσης επιβαρύνουν πολύ την τσέπη όσων κερδίζουν λιγότερα.
  • Το κόστος στην καταναλωτική πίστη: Το τραπεζικό περιθώριο (spread) στη Βραζιλία παραμένει ένα από τα υψηλότερα στον κόσμο.

Απειλή για την επανεκλογή

Για το πολιτικό σχέδιο του Λούλα το 2026, η στασιμότητα της δημοφιλίας του σε ένα επίπεδο που θεωρείται μέτριο αποτελεί σήμα κινδύνου. Η πρόσφατη ιστορία της Βραζιλίας δείχνει ότι η οικονομία «στη βάση» (η πραγματική αγοραστική δύναμη στο σούπερ μάρκετ και η ικανότητα πληρωμής των λογαριασμών) είναι ο παράγοντας που κρίνει περισσότερο τις εκλογές, υπερισχύοντας των γενικών στατιστικών στοιχείων για την απασχόληση.

Όμως εστιάζοντας σε προγράμματα επιδοματικά, ευκαριακές μειώσεις φόρου ή πιστώσεων και διαγραφής χρεών, με βραχυπρόθεσμο στόχο να επιτευχθεί η νίκη στις εκλογές, χωρίς ταυτόχρονα μια διαρθρωτική μεταρρύθμιση που να εγγυάται τη δημοσιονομική βιωσιμότητα και την πτώση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων, η κυβέρνηση μπορεί απλώς να «ματαιοπονεί». Ο κίνδυνος είναι η δημιουργία μιας φούσκας στην κατανάλωση που δεν θα είναι βιώσιμη, προκαλώντας μελλοντικό πληθωρισμό και βλάπτοντας ακόμη περισσότερο εκείνους ακριβώς τους δείκτες που σήμερα είναι θετικοί και μπορεί να επικαλείται ο Λούλα για την επανεκλογή του.

Εν συντομία, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει την πρόκληση να μετατρέψει την απασχόληση σε πραγματικά διαθέσιμο εισόδημα, επιταχύνοντας τις επενδύσεις -ακόμη και εις βάρος του περιβάλλοντος. Όμως σήμερα αυτή η προσπάθεια για αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος απορροφάται από το χρηματοπιστωτικό σύστημα μέσω του χρόνιου δανεισμού της μεσαίας τάξης και των οικογενειών με χαμηλό εισόδημα.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα Πάρθια Βέλη της Τούλσι Γκάμπαρντ καταρρίπτουν την προπαγάνδα για τα ουκρανικά βιολογικά εργαστήρια

Μια κραυγαλέα διάψευση της κυρίαρχης πολιτικής αφήγησης των ΗΠΑ (και της Ουκρανίας), αλλά κυρίως μια πολιτική δικαίωση για όσους επέμεναν να ζητούν διαφάνεια.
ΣΥΝΑΦΗ

Στο Ισραήλ έφθασαν Μαροκινοί αξιωματικοί της Δύναμης Σταθεροποίησης Γάζας

Πέθαναν κολυμπώντας σε Πιερία και Θάσο

Δεν συζητάμε για τους ιρανικούς πυραύλους, ξεκαθαρίζει ο Πεζεσκιάν

Παραβιάσεις και παραβάσεις τουρκικών αεροσκαφών πάνω από το Αιγαίο

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα