Kosmodromio
2020/02/01 15:20

“Θεμελιώδες, αγαπητέ Ουότσον” – η σκληρή αλήθεια της πανδημίας για την Οικονομία

Πριν από λίγες μέρες, οι New York Times δημοσίευσαν ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο γνώμης, στο οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ ζητούνταν η εθνικοποίηση της οικονομίας των ΗΠΑ, σχεδόν συνολικά. Όχι με την έννοια της εθνικοποίησης των μέσων παραγωγής βεβαίως, αλλά δια της κάλυψης των ζημιών, με τρόπο που θα φθάνει ως τον κάθε έναν πληττόμενο επιχειρηματία, εργαζόμενο, άνεργο, φορολογούμενο.

Δεν επρόκειτο για κάποια “αριστερή στροφή” της ιστορικής εφημερίδας, αλλά για αναγνώριση της πραγματικότητας: η καπιταλιστική οικονομία χρειάζεται το κράτος εν γένει, πολλώ δε μάλλον υπό το φως μιας πρωτόγνωρης κρίσης, η οποία χτυπά το σύνολο σχεδόν των συντελεστών της οικονομικής ζωής για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Η εν λόγω πραγματικότητα γεννά τον φόβο στις ελίτ, όχι μόνο λόγω της άμεσης οικονομικής καταστροφής, αλλά επιπλέον και λόγω των πιθανών κοινωνικών και διεθνών εξελίξεων που έπονται της καταστροφής.

Εξ ου και ο λόγος που κυριαρχεί, εναγωνίως διατείνεται ότι η σημερινή οικονομική κρίση είναι ‘εξωγενής’: το οικονομικό μοντέλο και κυρίως τα “θεμελιώδη” (fundamentals), δούλευαν μια χαρά, απλώς μια απρόβλεπτη απειλή προκαλεί τη βαθιά ύφεση. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να συζητάται αλλαγή μοντέλου, ούτε καν μια τροποποίησή του έστω, ενώ παραλλήλως λανθάνει ή και ευθέως εκφέρεται η υπόσχεση μιας γρήγορης ανάκαμψης των οικονομιών.

Τα εργαλεία του 2007-2008, όταν τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι κεντρικές τράπεζες είναι ανεπαρκή, αν όχι δηλητηριώδη.

Η συζήτηση περί ‘θεμελιωδών’ έχει δύο προβλήματα ωστόσο: πρώτον, επιλέγει συγκεκριμένες οικονομίες και συγκεκριμένα στοιχεία ως τέτοια. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ είχαν πράγματι μια σταθερή μεγέθυνση μετά την κρίση του 2007-2008 και χαμηλά ποσοστά ανεργίας. Ωστόσο, είχαν σημαντικά προβλήματα στο επίπεδο των υποδομών, ελλιπή πρόσβαση στο σύστημα υγείας, υψηλό ιδιωτικό χρέος, έντονες ανισότητες και άλλα προβλήματα τα οποία επιδεινώνουν τις επιπτώσεις και του κορονοϊού. Όλα αυτά δεν συμπεριλαμβάνουν σταθμίσεις πολιτικών (π.χ. εμπορικούς ανταγωνισμούς) ή το πού κατευθύνθηκε η πλημμυρίδα της βοήθειας από τις κεντρικές τράπεζες.

Πολύ πιο προβληματικά είναι τα στοιχεία για την ευρωζώνη και την καταθλιπτική της εικόνα μετά το 2007-2008, αλλά και για αναδυόμενες οικονομίες, κάποιες από τις οποίες είχαν ήδη αρχίσει να πληρώνουν το κόστος της ‘φούσκας’, όπως και των εμπορικών και άλλων ανταγωνισμών. Ακόμα και η Κίνα αντιμετωπιζόταν με σκεπτικισμό ως προς τη δυνατότητά της να συντηρεί ισχυρή οικονομική μεγέθυνση, εν γένει και ειδικότερα εν μέσω ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ. Άρα η συζήτηση περί “θεμελιωδών” εδράζεται εν πολλοίς σε μια επιλεκτική ανάγνωση της ιστορικής φάσης που τελειώνει.

Το δεύτερο και σημαντικότερο προβληματικό στοιχείο των όσων λέγονται για τα “θεμελιώδη”, ωστόσο, έγκειται στο παρωχημένο της συζήτησης και στην αδυναμία ή άρνηση κατανόησης της επίδρασης του απρόβλεπτου στο όποιο σύστημα. Για παράδειγμα, η αριστοκρατία που έζησε τη Γαλλική Επανάσταση, μετά από καταστροφικές χρονιές στον αγροτικό τομέα, βέβαιη ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά μια παροδική κρίση τύπου ‘V’, κάποιον απόηχο μας έχει αφήσει.

Με άλλα λόγια, το απρόβλεπτο (και όχι τυχαίο) πρώτον καθίσταται απρόβλεπτο λόγω ανεπαρκούς προβλεπτικής ικανότητας του ίδιου του μοντέλου και δεύτερον από ένα σημείο και μετά επηρεάζει και τροποποιεί και τα “θεμελιώδη” στοιχεία: όταν η προσφορά, η ζήτηση, το εμπόριο, οι μετακινήσεις, η εργασία, η φτώχεια, η διατροφική ασφάλεια, το ιδιωτικό και το δημόσιο χρέος, όλοι οι τομείς της οικονομίας και κάθε εθνική οικονομία βιώνουν σοκ επιδείνωσης έως κατάρρευσης, κάτι έχει αλλάξει “θεμελιωδώς”.

Το κρίσιμο ερώτημα, πλέον, είναι αν και πόσο γρήγορα, το υπάρχον μοντέλο μπορεί να απορροφήσει και να αποκαταστήσει με όρους δικής του επιβίωσης, στον ίδιο ή σε παραπλήσιο βαθμό ανάπτυξης και ιδεολογικής ηγεμονίας, την ξαφνική αλλαγή σε όλα τα “θεμελιώδη”.

Θα μπορούσε φυσικά -και θα έπρεπε- να υπάρξει μια διεθνής συμφωνία για τη διαγραφή χρεών, αλλά κανείς δεν δείχνει τέτοια μακρόπνοη οπτική και διάθεση σήμερα.

Μέχρι τώρα, η Κίνα προσπαθεί να συνεχίσει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα περισσότερο από μια πρόσκαιρη παύση. Αν δεν θέλει ωστόσο να βρεθεί σε μια κρίση υπερπροσφοράς, θα πρέπει και να ενισχύσει άμεσα την εσωτερική ζήτηση και να χρηματοδοτήσει ξένες αγορές προκειμένου να αγοράσουν τα δικά της προϊόντα. Και τα δύο είναι αμφίβολα αυτήν τη στιγμή.

Οι ΗΠΑ τώρα ξεπερνούν το στάδιο άρνησης απέναντι στις επιπτώσεις της πανδημίας, το δε πακέτο των 2 τρις., είναι ανεπαρκές, τόσο λόγω μεγέθους, όσο και λόγω κατεύθυνσης. Η μέση οικογένεια θα λάβει ένα τσεκ των 1200 δολαρίων περίπου. Κυρίως, όμως, δεν υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο για το πώς μπορεί να υποκατασταθεί η ζήτηση, όπως και να αποτραπούν οι απολύσεις.

Τα πράγματα στην Ε.Ε., είναι προφανώς ακόμα χειρότερα, με δεδομένο ότι έχει σαλπίσει υποχώρηση από το υποτιθέμενο υπερεθνικό προς τις ικανότητες του κάθε εθνικού κράτους, ενώ τα μνημόνια παραφυλούν την επόμενη μέρα, με βέβαιο αποτέλεσμα την επιδείνωση όλων των θεμελιωδών στοιχείων.

Τα εργαλεία του 2007-2008, όταν τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχαν οι κεντρικές τράπεζες είναι ανεπαρκή, αν όχι δηλητηριώδη. Φοβούμενες δικαίως μια πιθανή τραπεζική κρίση, αλλά και βλέποντας ένα νέο βουνό από δημόσια χρέη, οι κεντρικοί τραπεζίτες εξαγγέλλουν προγράμματα αγορών ομολόγων. Τα προγράμματα αυτά όμως παρότι προσφέρουν ανακούφιση στο κόστος δανεισμού δεν αντιμετωπίζουν το επερχόμενο πρόβλημα της περαιτέρω υπερχρέωσης, δημοσίου και ιδιωτικού τομέα.

Τέτοιες συνθήκες, αν αφεθούν στις αρπακτικές δυνάμεις της αγοράς και των διεθνών σχέσεων, οι οποίες έχουν φθάσει σε ένα επικίνδυνα απορυθμισμένο σημείο, θα οδηγήσουν σε υπερσυγκέντρωση κεφαλαίου προς το πολύ μεγάλο κεφάλαιο (επομένως θα συντρίψουν τις μεσαίες τάξεις) και σε έναν κύκλο κρατικών στάσεων πληρωμών ή έστω πολύ μεγάλων προβλημάτων, που με τη σειρά τους μπορούν να ανατροφοδοτήσουν την κρίση. Θα μπορούσε φυσικά -και θα έπρεπε- να υπάρξει μια διεθνής συμφωνία για τη διαγραφή χρεών, αλλά κανείς δεν δείχνει τέτοια μακρόπνοη οπτική και διάθεση σήμερα. Αντιθέτως, κάθε μικρότερη ή μεγαλύτερη δύναμη συμπεριφέρεται σαν να είναι απρόσβλητη και απολύτως θωρακισμένη, με ένα ηγετικοφανή “machismo”, εκτός τόπου και χρόνου.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ακόμα και τα χρόνια που προηγήθηκαν, δηλαδή όταν υλοποιούνταν η έξοδος από την κρίση (εντός ή εκτός εισαγωγικών) ένας από τους βασικούς φόβους ήταν ο εκτροχιασμός μιας αναδυόμενης οικονομίας και οι συστημικές επιπτώσεις που αυτός θα μπορούσε να έχει. Σήμερα συζητούμε για εκτροχιασμό όλων σχεδόν των οικονομιών. Αυτό σημαίνει ότι, πέραν των επιπτώσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα, η αναστροφή της μιας οικονομίας, στο βαθμό που δεν θα συγχρονίζεται με τις άλλες μπορεί να μην αποδίδει τα προσδοκώμενα.

Επομένως, αν η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης δεν συγχρονιστεί στους τομείς της προσφοράς και της ζήτησης, του εμπορίου και του χρηματοπιστωτικού τομέα, μέσα από έναν διακρατικό συντονισμό (κάτι που όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε ποτέ έως σήμερα αλλά και που αντιβαίνει στα δομικά στοιχεία της) η παγκόσμια οικονομία στην καλύτερη περίπτωση θα αγκομαχά, ενώ οι κρατικοί ανταγωνισμοί θα οξύνονται.

Οι αλυσιδωτές επιπτώσεις είναι δύσκολο να προβλεφθούν: το βέβαιο είναι ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία πρόνοια για αυτές.

Το κυρίαρχο μοντέλο λοιπόν και οι ελίτ της εξουσίας έχουν μπροστά τους το εξής πρόβλημα: από τη μια να κρατικοποιήσουν τις οικονομίες τους για όσο απαιτηθεί, υποκαθιστώντας την υποχωρούσα ζήτηση και αναζωπυρώνοντας την παραγωγή και από την άλλη να πετύχουν έναν οικουμενικό συντονισμό συγχρονισμένου διακανονισμού χρεών και συγχρονισμένης επανεκκίνησης των οικονομιών. Με άλλα λόγια πρέπει να ασχοληθούν εγκαίρως (ή επιτέλους) με τα “θεμελιώδη” του μοντέλου τους και να συζητήσουν επί της αλλαγής του. Αμφίβολο, γιατί κανείς δεν θέλει να αλλάζει τα “θεμελιώδη” της κερδοσκοπίας του και της εξουσίας του.