ΑΘΗΝΑ
07:08
|
26.01.2022
Ενα think tank στην Ουάσινγκτον επιβεβαιώνει τις θεωρίες περί παρέμβασης των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

του Lucas Koerner

Όπως τεκμηρίωσαν πριν δεκαετίες οι Νόαμ Τσόμσκυ και Έντουαρντ Χέρμαν, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εξαρτώνται δομικά από προκαθορισμένους “ειδικούς”, που έχουν σημαντικό ρόλο στο φιλτράρισμα των πληροφοριών που φτάνουν στο κοινό.

Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, ένα think tank με έδρα την Ουάσινγκτον έχει μετατραπεί στη νούμερο ένα πηγή για την επιβεβαίωση της ομαδικής σκέψης περί αλλαγής καθεστώτος από τις αμερικάνικες ελίτ (FAIR.org, 4/30/19: το Γραφείο της Ουάσινγκτον για την Λατινική Αμερική (WOLA).

Παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως την “κορυφαία πηγή ανεξάρτητης ανάλυσης και σχολιασμού για τη Λατινική Αμερική”, το WOLA συχνά αναφέρεται σε εταιρικά μέσα ενημέρωσης σχετικά με τη Βενεζουέλα σε όλο το φάσμα των μέσων ενημέρωσης. Ιδρύθηκε το 1974 και αρχικά αποτελούσε μέρος του προοδευτικού κινήματος αλληλεγγύης της Κεντρικής Αμερικής, το WOLA κινήθηκε προς τα δεξιά τη δεκαετία του 1990, μέχρι που από το 2002 (12/02) ζητούσε μια «διαπραγματευτική και ειρηνική διευθέτηση» στο «πολιτικό αδιέξοδο» στη Βενεζουέλα , όπου ο Ούγκο Τσάβες επανεκλέχθηκε δύο χρόνια νωρίτερα με το 60% των ψήφων. Όμως η “προοδευτική” φήμη του WOLA – με βάση τις δεκαετίες της κριτικής στην κυβέρνηση του Ρέιγκαν για την πολιτική της Κεντρικής Αμερικής – εξακολουθεί να του επιτρέπει να παρουσιάζεται ως η πύλη της νόμιμης ‘αντίθεσης’ στην αμερικάνικη πολιτική για την Λατινική Αμερική.

Οι “ειδικοί” του WOLA για την Βενεζουέλα – ο κοινωνιολόγος του πανεπιστημίου Tulane, David Smilde, και ο πρώην Λατινοαμερικάνος της Ανοιχτής Κοινωνίας Geoff Ramsey – πρωτεύουν στη διάδοση ευγενών, διαδικαστικών κριτικών για την πολιτική των ΗΠΑ, επικυρώνοντας τις αυτοκρατορικές παραδοχές που δικαιολογούν την επιθετικότητα της Ουάσινγκτον. Οριοθετούν το αριστερότατο άκρο της αποδεκτής γνώμης σχετικά με τη Βενεζουέλα, ουσιαστικά αποκλείοντας κάθε πραγματικά διαφωνούμενη άποψη.

Κρίνοντας εποικοδομητικά τον Νονό

Στις 31 Μαρτίου, η κυβέρνηση Τραμπ αποκάλυψε ένα σχέδιο “δημοκρατικής μετάβασης” για την αντικατάσταση της κυβέρνησης του Μαδούρο με μια πενταμελή χούντα που αποτελείται από την αντιπολίτευση και πιστούς στο κυρίαρχο κόμμα, αψηφώντας το σύνταγμα της χώρας.

Τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης υπάκουα προώθησαν τη σύνεση της Μαφιόζικης “προσφοράς”, αγνοώντας ομόφωνα την απειλή της Ουάσινγκτον να επιβάλει θανατηφόρες οικονομικές κυρώσεις μέχρι ο Μαδούρο να παραιτηθεί (FAIR.org, 4/15/20).

Ανησυχώντας προφανώς μήπως ο εκβιασμός της ήταν πολύ λεπτός, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε την επόμενη μέρα, την 1η Απριλίου, μια επιχείρηση στην Καραϊβική “κατά των ναρκωτικών”, στοχεύοντας τη Βενεζουέλα, σε μία στρατιωτική ανάπτυξη που αναφέρθηκε ευρέως ως μια από τις μεγαλύτερες στην περιοχή από της Εισβολής του Παναμά απο τις ΗΠΑ το 1989.

Το σχέδιο “μετάβασης” και η στρατιωτική κλιμάκωση ήρθε λίγες μέρες αφότου το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ απηύθηνε κατηγορίες “ναρκο-τρομοκρατίας” εναντίον του Μαδούρο και άλλων κορυφαίων αξιωματούχων του Καράκας στις 16 Μαρτίου, συμπεριλαμβανομένης και μιας αμοιβής 15 εκατομμυρίων δολλαρίων για το κεφάλι του ηγέτη της Βενεζουέλας.

Αμέσως, το WOLA προσπάθησε να εξορθολογίσει την πολιτική των ΗΠΑ, ακόμα κι αν διαφωνούσε με ορισμένα απ’ τα “αντιφατικά” στοιχεία της.

Γράφοντας στην Washington Post (4/14/20), ο Smilde και ο Abraham Lowenthal του Woodrow Wilson Center χαιρέτησαν την “πρόταση” υπό την απειλή όπλου της κυβέρνησης Τραμπ ως ένα “βήμα στην σωστή κατεύθυνση”.

Οι συγγραφείς αρνήθηκαν να ζητήσουν την άρση των κατηγοριών – τα οποία αναγνώρισαν ότι ήταν μέρος μιας εκστρατείας πολιτικοποιημένης πίεσης – ή την ανακούφιση των παράνομων κυρώσεων των ΗΠΑ σε μια προσπάθεια να εξασφαλιστεί η συμμετοχή των Chavista στο σχέδιο. Αντ ‘αυτού, προέτρεψαν την Ουάσινγκτον, η οποία εκπροσωπείτο από τον εγκληματία πολέμου Έλιοτ Άμπραμς (CounterSpin, 3/1/19), να προσφέρει «εγγυήσεις για τους κατηγορούμενους αξιωματούχους» κατά της έκδοσης, λες και ο Μαδούρο θα παραιτούνταν από την εκλεγμένη θέση του με ένα συμβόλαιο 15 εκατομμυρίων δολαρίων για το κεφάλι του και έναν αμερικάνικο στόλο στο κατώφλι του.

Ο Ramsey, επίσης, είχε γράψει στη σελίδα συντακτικών δημοσιεύσεων λίγες βδομάδες νωρίτερα (3/27/20) για να ασκήσει ελαφρά κριτική στις κατηγορίες περί «ναρκο-τρομοκρατίας» ως απρόσεκτες και πολιτικά παρακινημένες, αλλά παραδέχθηκε την βασική τους υπόθεση ότι η Βενεζουέλα είναι ουσιαστικά ένα ναρκο-κράτος :

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οργανωμένα εγκληματικά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των οργανώσεων διακίνησης ναρκωτικών και των ομάδων ανταρτών της Κολομβίας, έχουν διεισδύσει σε κρατικούς φορείς στη Βενεζουέλα. Οι ισχυρισμοί δεν προκαλούν έκπληξη δεδομένης της σαφούς διαφθοράς και του αυταρχισμού του καθεστώτος Μαδούρο, και είναι σοβαροί.

Ο Ramsey δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει αυτούς τους σημαντικούς ισχυρισμούς, και απλώς έκανε αναφορά σε ένα άλλο άρθρο (7/5/19) από τον Francisco Toro, πρόσφυγα και μπλόγκερ απ΄τη Βενεζουέλα, του οποίου η κύρια πηγή σχετικά με τη δραστηριότητα ανταρτών της Κολομβίας στη Βενεζουέλα δεν είναι άλλη από την κολομβιανή κυβέρνηση, η οποία πιάστηκε να ψεύδεται γι’ αυτό το θέμα πέρυσι.

Ο Ramsey εκτοξεύει τέτοιες κατηγορίες εναντίον της Βενεζουέλας δίχως να λέει λέξη για το αποδεδειγμένο ρόλο που έχει η δική του κυβέρνηση στο να διεκολύνει το ξέπλυμα χρήματος και να διεξάγει βρώμικους ιμπεριαλιστικούς πολέμους μαζί με διακινητές ναρκωτικών, μεταξύ των πολυάριθμων παραδειγμάτων συστημικής ανομίας των ΗΠΑ.

Συγκριτικά με κράτη-γκάνγκστερ όπως οι ΗΠΑ, το “καθεστώς” Μαδούρο – το οποίο επανεκλέκτηκε το 2018 με μεγαλύτερα ποσοστά ψήφων απ’ ότι ο Τραμπ το 2016 ή ο Ομπάμα το 2012 – είναι σαφώς λιγότερο “διεφθαρμένο” και “αυταρχικό”. Η άρνηση των δυτικών φιλελεύθερων και αριστεριστών να το αποδεχτούν αντανακλά την αυτοκρατορική κατήχηση και αλαζονεία (FAIR.org, 2/12/20).

Όντως, για τον Ramsey, η αμαρτία της Ουάσινγκτον δεν είναι το έκτο της πραξικόπημα σε διάστημα 20 χρόνων ενάντια σε μια εκλεγμένη κυβέρνηση, αλλά η “αβάσιμη αισιοδοξία” της: η πίστη της ότι “αν την εκφοβίσουν αρκετά, η κυβέρνηση Μαδούρο θα καταρρεύσει υπό το ίδιο της το βάρος”.

Με αποκαλυπτικό τρόπο, το άρθρο του δεν είχε αναφορές στις κυρώσεις των ΗΠΑ, οι οποίες υπολογίζεται ότι έχουν σκοτώσει δεκάδες χιλιάδες – κυρώσεις τις οποίες το WOLA ενστερνίστηκε αρχικά, μετά τους άσκησε ανεπαρκή κριτική, και συχνά, όπως εδώ, βοήθησε τα μέσα ενημέρωσης να τις αγνοήσουν τελείως.

Συκοφάντες υπέρ κυρώσεων

Τα μέσα ενημέωσης έχουν από καιρό δώσει στο WOLA το βήμα για να παρουσιάσει την φιλελεύθερη άποψη για κυρώσεις των ΗΠΑ ως ένα νόμιμο μέσο για να πιέσει την κυβέρνηση Μαδούρο να “διαπραγματευτεί”.

Τόσο ο Smilde όσο και ο Ramsey πανηγύριζαν για τις κυρώσεις που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ στις 26 Αυγούστου 2017, οι οποίες ουσιαστικά απόκοψαν την Βενεζουέλα από τις διεθνείς πιστωτικές αγορές, και στήρησαν τη χώρα από πολύ αναγκαία δάνεια για να χρηματοδοτήσει την οικονομική της επάνοδο. Κυρίως, η κίνηση μπλόκαρε την θυγατρική της κρατικής πετρελαιακής εταιρίας της Βενεζουέλας PDVSA που έχει βάση τις ΗΠΑ, την Citgo, απ΄το να επαναπατρίσει τα κέρδη, που ήταν κατά μέσο όρο 1 δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως. Για λόγους αναφοράς, οι ιατρικές εισαγωγές της Βενεζουέλας ανήλθαν σε 2 δισεκατομμύρια δολάρια το 2013.

Ο Smilde δήλωσε στο Associated Press (8/25/17) ότι υποστηρίζει τα σαρωτικά μονομερή μέτρα, τα οποία το πρακτορείο ευφάνταστα χαρακτήρισε ως “περιορισμένες κυρώσεις που στοχεύουν στο μελλοντικό χρέος”.

Η πιο μεγάλη ανησυχία για τον καθηγητή του πανεπιστημίου Tulane ήταν ότι ακόμη πιο σοβαρές οικονομικές κυρώσεις “θα ενίσχυαν την θέση του [Μαδούρο] ότι η Βενεζουέλα είναι στόχος ενός οικονομικού πολέμου”.

Εκείνη την εποχή, οι Smilde και Ramsey δημοσίευσαν μια δήλωση εκ μέρους του WOLA επαινώντας τις «αρετές» του οικονομικού εμπάργκο, το οποίο ισχυρίστηκαν ότι περιπλέκει τα οικονομικά της κυβέρνησης Μαδούρο με τέτοιο τρόπο ώστε… να μην έχει άμεσο αντίκτυπο στον πληθυσμό (αν και μακροπρόθεσμα, πιθανότατα θα είχε).

Στην πραγματικότητα, ακόμα και ο πολέμιος του Μαδούρο, οικονομολόγος Francisco Rodríguez, που θεωρείται ένας απ’ τους μεγαλύτερους ειδικούς στην οικονομία της βενεζουέλας, έθεσε αμέσως το φόβο του ότι τα καταναγκαστικά μέτρα «κινδυνεύουν να επιδεινώσουν την ήδη βαθιά οικονομική κρίση της χώρας» (Financial Times, 9/12/17).

Αρκετούς μήνες αργότερα, ο Smilde (New York Times, 1/14/18) επίτεινε την προσπάθεια, προτρέποντας την Ουάσινγκτον και τους συμμάχους της να «συνεχίσουν να πιέζουν τον κ. Μαδούρο με την εμβάθυνση του ισχύοντος καθεστώτος κυρώσεων».

Παρά τις προειδοποιήσεις ενάντια στη “διεύρυνση των οικονομικών κυρώσεων προς ένα πετρελαϊκό εμπάργκο” επαίνεσε τις υφιστάμενες χρηματοοικονομικές κυρώσεις, για τις οποίες αναγνώρισε ότι «έφεραν την κυβέρνηση Μαδούρο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

Η υπεράσπιση των κυρώσεων από τον συνάδελφο της WOLA έγινε μόλις 48 ώρες μετά τη δημοσίευση ενός άλλου άρθρου από τον Rodríguez (Foreign Policy, 1/12/18) στο οποίο αποκάλυπτε ότι οι εισαγωγές της Βενεζουέλας μειώθηκαν κατά 24% στους δύο μήνες που ακολούθησαν μετά τα μέτρα του Αυγούστου, «εντείνοντας την έλλειψη βασικών αγαθών”.

Η αδιαφορία του Smilde για τα βάσανα του λαού της Βενεζουέλας υπό τις κυρώσεις που υπερασπίστηκε αντιστοιχούσε μόνο στην περιφρόνησή του για την πολιτική τους βούλησή, αρνούμενος να αναγνωρίσει ότι πάνω από το 55 τοις εκατό του πληθυσμού φυσικά αντιτίθεται στον στραγγαλισμό της οικονομίας τους, ακόμη και σύμφωνα με τον δημοσκόπο υπέρ της αντιπολίτευσης Datanálisis.

Ακόμα πιο κυνικά, ο Smilde προσπάθησε να διατυπώσει την έγκρισή του για τον οικονομικό αποκλεισμό ως ειρηνική αντίθεση στη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ: «Μια στρατιωτική επίθεση εναντίον της Βενεζουέλας θα ήταν ανόητη», προειδοποίησε, λαμβάνοντας την τυπική φιλελεύθερη στάση που χαρακτηρίζει τη δυτική επιθετικότητα στη χειρότερη περίπτωση ως «λάθος» – ποτέ ως βίαιο έγκλημα.

Η Τέχνη της Συγκάλυψης

Καθώς, όμως, ο θανατηφόρος αριθμός των αμερικανικών κυρώσεων έγινε όλο και πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί, το WOLA βοήθησε πρόθυμα τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης να αποκρύψουν την ύπαρξή τους.
Γράφοντας σχετικά με την επέτειο ενός έτους από τις κυρώσεις, ο Ramsey και ο διευθυντής του WOLA των Άνδεων Gimena Sánchez-Garzoli έγραψαν ένα άρθρο γνώμης (New York Times, 8/29/18) κατηγορώντας τον Μαδούρο ότι «γονάτισε τη χώρα του».

Με τον ειρωνικό τίτλο «Οι πρόσφυγες της Βενεζουέλας είναι άθλιοι. Ας τους βοηθήσουμε”, οι συγγραφείς αφηγήθηκαν τις σκληρές ιστορίες των μεταναστών της Βενεζουέλας στην Κολομβία, με μια βασική παράλειψη: Δεν κατάφεραν να αφιερώσουν ούτε μια γραμμή στο χρηματοοικονομικό εμπάργκο των ΗΠΑ που επιδείνωσε την οικονομική κρίση της Βενεζουέλας και τροφοδότησε την” έξοδο” που στηλίτευσαν.

Αυτή η παράλειψη ήταν ιδιαίτερα έντονη, δεδομένου ότι όχι μόνο ο Rodríguez (Foreign Policy, 1/12/18), αλλά ένας αυξανόμενος αριθμός διανοουμένων και ακτιβιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων διεθνούς φήμης, συμπεριλαμβανομένου του τότε ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα του ΟΗΕ Alfred-Maurice de Zayas (Real News, 3 / 14/18), σήμαιναν τις καμπάνες για τη θανατηφόρα επίπτωση των κυρώσεων.

Ο Ramsey και ο Sánchez-Garzoli συνέχισαν επιρρίπτωντας την ευθύνη για την κατάρρευση της ειρηνευτικής διαδικασίας της Κολομβίας στο Καράκας (το οποίο παρεμπιπτόντως βοήθησε στη διαπραγμάτευση των συμφωνιών), απαλλάσσοντας την Μπογκοτά και την Ουάσινγκτον από την σχεδόν αποκλειστική ευθύνη τους για την αποτυχία:

Καθώς μεγαλώνει η έξοδος, απειλεί επίσης να υπονομεύσει την ειρηνευτική διαδικασία της Κολομβίας.

Η Κολομβία έχει υποσχεθεί να βελτιώσει τις πολύ αναγκαίες υπηρεσίες σε περιθωριοποιημένες κοινότητες στο πλαίσιο συμφωνίας με τους αντάρτες της FARC, και η άφιξη των προσφύγων της Βενεζουέλας περιπλέκει την κατάσταση.

Οι συγγραφείς δεν ανέφεραν τη συστηματική παραβίαση των ειρηνευτικών συμφωνιών από το Κολομβιανό κράτος, συμπεριλαμβανομένης της δολοφονίας τουλάχιστον 75 ηγετών της κοινώτητας από τον Ιανουάριο έως τον Αύγουστο του 2018. Ο Sánchez-Garzoli αναμφίβολα γνώριζε αυτό το γεγονός, αφού οκτώ μέρες νωρίτερα δημοσίευσε μια δήλωση της WOLA για το ίδιο το θέμα.

Αντί να καταγγείλει την τρομοκρατία του κολομβιανού ναρκο-κράτους, το WOLA παρότρυνε συμπονετικά τον πρόεδρο της Κολομβίας Iván Duque (FAIR.org, 7/2/19) – τον προστατευόμενο του πρώην Προέδρου Álvaro Uribe, που συνδέεται με ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς – να «ηγηθεί μιας περιφερειακής προστασίας και βοήθειας για τους Βενεζουελανούς που φεύγουν”. Ένας ενημερωμένος αναγνώστης θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο σκοπός των Ramsey και Sánchez-Garzoli ήταν να εξωραΐσουν τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους (Extra !, 4/01; FAIR.org, 2/1/09; Colombia Reports, 12/29/19) καθώς απειλούσαν τη Βενεζουέλα.

Λίγες μέρες πριν από την έναρξη της δεύτερης θητείας του Μαδούρο, ο Smilde και ο Lowenthal (The Hill, 1/6/19) ζήτησαν «την εσωτερική κινητοποίηση μιας ενοποιημένης αντιπολίτευσης, σε συνδυασμό με τη διεθνή πίεση» για να αναγκάσει τον πρόεδρο της Βενεζουέλας να αρχίσει «διαπραγματεύσεις». Εδώ η «διεθνής πίεση» ήταν ένας όχι και τόσο λεπτός ευφημισμός για τις κυρώσεις, τις οποίες αποφεύγουν να αναφέρουν, πόσο μάλλον να καταγγέλλουν.

Ο Smilde γνώριζε σίγουρα τα δεδομένα που δείχνουν μια εύλογη αιτιώδη σχέση μεταξύ του οικονομικού αποκλεισμού των ΗΠΑ και της καταρρέουσας παραγωγής πετρελαίου της Βενεζουέλας, καθώς το WOLA δημοσίευσε μήνες πριν ένα άρθρο του Francisco Rodríguez (9/20/18) που το υποστήριζε αυτό. Ωστόσο, αυτός και ο συνάδελφός του παρέμειναν σιωπηλοί απέναντι σε αυτό, προτιμώντας να ενθαρρύνουν τη δεξιά αντιπολίτευση να ενωθεί και να κινητοποιηθεί εναντίον της κυβέρνησης της Βενεζουέλας – παρεμπιπτόντως, όπως είχε κάνει η αντιπολίτευση και στις βίαιες απόπειρες πραξικοπήματος που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ το 2002, 2002/03, 2013 , 2014 και 2017.

Για το σκοπό αυτό, οι Smilde και Lowenthal συνέκριναν τη δυσκολία μετάβασης από τη διακυβέρνηση Chavista με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα κινήματα που αντιστάθηκαν σε διάφορες δικτατορίες: τη Χιλή του Pinochet, το απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής και την Κομμουνιστική Πολωνία. Στην πραγματικότητα, οι αντίπαλοι του Τσαβισμού αντιμετωπίζουν λιγότερες προκλήσεις από τους υποψηφίους τρίτων κομμάτων στις ΗΠΑ.

Ψεύτικη Αντιπολίτευση στη Μαζική Δολοφονία

Η υπεράσπιση των κυρώσεων από το WOLA συνεχίστηκε και αφού ο μέχρι τότε άγνωστος επικεφαλής του ελεγχόμενου από την αντιπολίτευση κοινοβουλίου της Βενεζουέλας, Juan Guaidó, αυτοανακηρύχθηκε «προσωρινός πρόεδρος» της χώρας στις 23 Ιανουαρίου 2019, με την ευλογία της Ουάσινγκτον.

Μιλώντας στο CNBC (1/24/19), ο Ramsey τάχθηκε κατά ενός εμπάργκο πετρελαίου από τις ΗΠΑ, με την αιτιολογία ότι οι υπάρχουσες κυρώσεις έδωσαν την απαραίτητη «πίεση» στο Μαδούρο:

Υπάρχουν ήδη μια σειρά σημαντικές κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας. Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει ισχυρές οικονομικές κυρώσεις που περιορίζουν την ικανότητα της κυβέρνησης να έχει πρόσβαση σε νέο χρέος…. Δεν νομίζω ότι υπάρχει έλλειψη πίεσης. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι η δέσμευση.

Εκτός από το να συνεχίσει να στηρίζει τις κυρώσεις, το WOLA αρνήθηκε να αποκαλέσει την αυτο-ορκωμοσία του Guaidó ως απόπειρα πραξικοπήματος, παρόλο που πυροδότησε ένα de facto εμπορικό εμπάργκο, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους δεν αναγνώριζαν πλέον το δικαίωμα τιμολόγησης της κυβέρνησης Μαδούρο στις εξαγωγές πετρελαίου της Βενεζουέλας.

Αντίθετα, ο Smilde είπε στο Democracy Now! (2/5/19) ότι «αποτελεί μια εύλογη ερμηνεία ότι εάν δεν υπάρχει… νόμιμος πρόεδρος, καθήκοντα προσωρινού πρέδρου θα αναλάβει ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης». Εξέφρασε μια ανησυχία για την αναγνώριση του Guaidó από τις ΗΠΑ, που δημιουργεί «μια πραγματική δυσκολία στη Βενεζουέλα όσον αφορά την έλλειψη κεφαλαίων», αλλά σε καμία περίπτωση δεν το καταδίκασε ως πραξικόπημα.

Το WOLA δημοσίευσε μια δήλωση που επικρίνει το εμπάργκο πετρελαίου που επισημοποίησε η κυβέρνηση Τραμπ στις 28 Ιανουαρίου, αν και σταμάτησε λίγο προ του να ζητήσει την άνευ όρων κατάργηση του παράνομου αυτού μέτρου.

Παρά το γεγονός ότι παραδέχεται ότι «οι κυρώσεις έχουν τιμωρήσει και αποδυναμώσει τους πληθυσμούς» στη Ζιμπάμπουε, τη Συρία και τη Βόρεια Κορέα, η δεξαμενή σκέψης πρότεινε απλώς να αρθούν τα νέα μέτρα «εάν δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί το ανθρώπινο κόστος αυτών των κυρώσεων πετρελαίου». Το WOLA δεν έκανε καμία αναφορά στις προηγούμενες οικονομικές κυρώσεις που επιδείνωσαν τις «σοβαρές δυσκολίες και τα βάσανα» που κατέκριναν.

Ωστόσο, καθώς οι κυρώσεις, όπως ήταν προφανές, προκάλεσαν δραστικές ελλείψεις καυσίμων σε ολόκληρη τη Βενεζουέλα και η Ουάσιγκτον κινήθηκε για να σφίξει τη θανατηφόρα πολιορκία, το WOLA αρνήθηκε να απαιτήσει την άρση τους. Το γεγονός ότι οι εξέχοντες οικονομολόγοι Jeffrey Sachs και Mark Weisbrot δημοσίευσαν μια μελέτη (CEPR, 4/19), η οποία διαπίστωσε ότι οι οικονομικές κυρώσεις του Αυγούστου 2017 ευθύνονται για περίπου 40.000 θανάτους κατά το επόμενο έτος ήταν προφανώς αμελητέες ανησυχίες για αυτούς.

Εν τω μεταξύ, ο Smilde και ο Lowenthal ήταν αρκετά απασχολημένοι με το να αρθρογραφούν ζητώντας «ισχυρή διεθνή υποστήριξη» για συνομιλίες μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας με τη μεσολάβηση της Νορβηγίας (New York Times, 6/11/19, The Hill, 7/3/19).

«Ισχυρή διεθνής υποστήριξη» προφανώς σήμαινε συνεχιζόμενες καταστροφικές κυρώσεις, διότι οι συγγραφείς δεν ζήτησαν ανακούφιση από τις κυρώσεις σε κανένα άρθρο.

Το άρθρο των Times – που δημοσιεύθηκε πέντε ημέρες αφότου το Υπουργείο Οικονομικών απαγόρευσε την εξαγωγή αραιωτικών στη Βενεζουέλα, τα οποία είναι ζωτικής σημασίας για την παραγωγή βενζίνης και ντίζελ – δεν περιείχε καν τη λέξη “κυρώσεις”.

Ελλείψει αξιόπιστης εγχώριας αντιπολίτευσης στην πολιτική πραξικοπήματος της, η κυβέρνηση Τραμπ επίτεινε την προσπάθεια τον Αύγουστο, επεκτείνοντας το υπάρχον εμπάργκο σε μια απαγόρευση ιρανικού τύπου για τις συναλλαγές με το κράτος της Βενεζουέλας, η οποία επιβάλλεται μέσω δευτερογενών κυρώσεων σε τρίτους.

Το WOLA συνεργάστηκε με αρκετές οργανώσεις εταίρους της Λατινικής Αμερικής για να εκδώσει μια ακόμη ευλαβική δήλωση (8/6/19), εκφράζοντας «βαθιά ανησυχία για το ενδεχόμενο αυτές οι ευρείς οικονομικές κυρώσεις να επιδεινώσουν την έκτακτη ανθρωπιστική ανάγκη της Βενεζουέλας».

Όπως είχε κάνει και τον Ιανουάριο, το WOLA συνέστησε ευγενικά ότι ίσως η κυβέρνηση Τραμπ να πρέπει να άρει τον παράνομο αποκλεισμό της «εάν δεν υπάρχει τρόπος να αποφευχθεί το ανθρώπινο κόστος αυτών των μέτρων και να παράσχει ανθρωπιστική βοήθεια με τον επείγοντα χαρακτήρα και το εύρος που απαιτείται».

Σχολιάζοντας στα εταιρικά μέσα ενημέρωσης, ο Ράμσεϊ επέκρινε την κλιμάκωση ως εκλογικό τέχνασμα «βασισμένο στη ρητορική του Ψυχρού Πολέμου» (New York Times, 8/6/19), αλλά για άλλη μια φορά παπαγάλισε την αμερικανική προπαγάνδα ότι οι κυρώσεις οφείλονταν σε ένα ενδιαφέρον για τη δημοκρατία ( Bloomberg, 8/9/19):

Εάν υπάρχουν σαφείς, επαληθεύσιμες ενδείξεις ότι οι νέες προεδρικές εκλογές θα είναι ελεύθερες και δίκαιες, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα μπορούσε να ενδιαφερθεί για τρόπους χαλάρωσης του αντίκτυπου των οικονομικών κυρώσεων χωρίς να τις καταργήσει εντελώς.

Οι οικονομικές κυρώσεις του Αυγούστου 2017, τις οποίες ο Ramsey βοήθησε να δικαιολογήσουν και στη συνέχεια να αποκρύψουν, επιβλήθηκαν 16 μήνες πριν από την προθεσμία για τις προεδρικές εκλογές της Βενεζουέλας. Όπως το εμπάργκο των ΗΠΑ στη Σαντινίστα Νικαράγουα τη δεκαετία του 1980, οι κυρώσεις δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με το αν ο Μαδούρο κέρδισε «ελεύθερες και δίκαιες» εκλογές, όπως είχε κάνει το 2013 και ξανά πάλι το 2018 (FAIR.org, 5/23/18) .

Αντίθετα, ο αποκλεισμός των ΗΠΑ είναι μια γυμνή έκφραση αυτοκρατορικής δύναμης, την οποία το WOLA και άλλοι ενισχυτές της δυτικής προπαγάνδας κρύβουν πίσω από κενή ρητορική για τη «δημοκρατία» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα».

Πηγή: Fair.org

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα