ΑΘΗΝΑ
08:20
|
24.09.2021

Το Σάββατο 13 Ιουνίου, ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε ανοίγει την αυλαία στην όμορφη έπαυλη Παμφίλι στη Ρώμη για την Γενική Συνέλευση των Τάξεων για την […]

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Το Σάββατο 13 Ιουνίου, ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε ανοίγει την αυλαία στην όμορφη έπαυλη Παμφίλι στη Ρώμη για την Γενική Συνέλευση των Τάξεων για την οικονομία και την πολιτική στη μετά covid-19 εποχή. Μόνο που τα λεγόμενα Stati Generali (ανάλογα της προεπαναστατικής συνέλευσης των États-Généraux στη Γαλλία, όπως με τη γνωστή τελετουργική μεγαλομανία τους οι Ιταλοί συνηθίζουν να περιβάλλουν και τις πιο απλές περιστάσεις) παρ’ όλες τις υψηλές παρουσίες δεν επέπρωτο να συγκεντρώσουν όλες τις, πολιτικές τουλάχιστον τάξεις, καθώς απέχει από τις εργασίες το σύνολο της Κεντρο-(Ακρο)δεξιάς. Η Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι, τα “Αδέλφια της Ιταλίας” της Τζόρτζια Μελόνι και το Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, δηλ. η πλειοψηφία του 48% στο Κοινοβούλιο (έναντι 42% της κυβερνητικής συμμαχίας), δηλώνει πως η συγκρότηση του κύκλου αυτού των διαβουλεύσεων με φορείς της οικονομίας, των κοινωνικών εταίρων κτλ. είναι άσκοπη, δεδομένου ότι τα περιθώρια για να ασκηθεί πολιτική και οικονομική διακυβέρνηση μετά την κρίση που δημιούργησε η πανδημία και τα επακόλουθα μέτρα που η Ε.Ε. ανακοίνωσε μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης (Recovery Fund) και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ( EMS) είναι συγκεκριμένα και λιγοστή δυνατότητα ελιγμών αφήνουν στις επιμέρους κυβερνήσεις.

Το ίδιο υποστηρίζουν και αρκετοί περιφερειάρχες και δήμαρχοι, όπως και οι ενώσεις καταναλωτών, και φυσικά τα συνδικάτα, που θεωρούν ότι έχουν παραμεριστεί από τον διάλογο και τη λήψη αποφάσεων, καθοριστικών για τη ζωή και την εργασία των πολιτών της χώρας, η οποία βρέθηκε με τέτοια ένταση στην δίνη των απωλειών, τόσο σε ανθρώπινο κεφάλαιο, όσο και σε παραγωγική δύναμη και πλέον κινδυνεύει με κατάρρευση όλου του οικονομικού μοντέλου και της κοινωνικής της συνοχής. Μίας συνοχής, που υπό το βάρος των τόσων θανάτων και της αξιοθρήνητης αντίδρασης του κράτους, ήδη βρίσκεται στα πρόθυρα της διάρρηξής της. Ο Κόντε την Παρασκευή μάλιστα είχε κληθεί στην αρμόδια εισαγγελία για να καταθέσει ενάντια στις κατηγορίες για τη βραδύτητα και την αμέλεια του κρατικού μηχανισμού απέναντι στην έξαρση της επιδημίας στη Λομβαρδία.

Ο ίδιος ο Κόντε απάντησε πως έχει την συνείδησή του καθαρή γιατί έπραξε εκείνο που έπρεπε να πράξει. Και πράγματι, ο Κόντε έκανε εκείνο που έπρεπε να πράξει, όπως του είχαν συστήσει οι βιομήχανοι και επιχειρηματίες εκείνη την εποχή: άργησε να κηρύξει κόκκινες ζώνες, να κλείσει τα εργοστάσια, να αναστείλει τη λειτουργία των μη ζωτικής σημασίας επιχειρήσεων, να εμποδίσει τις αναγκαστικές μαζικές μετακινήσεις εργαζομένων προς τα ανοικτά ακόμη παραγωγικά κέντρα. Όπως ακριβώς και τώρα πράττει εκείνο που πρέπει, τοις των βιομηχάνων ρήμασι πειθόμενος: να ανοίξει γρήγορα τη χώρα, τις επιχειρήσεις, τον τουρισμό, τα κρατικά ταμεία για να επιχορηγήσει τις μεγάλες βιομηχανίες και να αφήσει τις μικρές χωρίς αναγκαία χρηματοδότηση και να δώσει ψίχουλα στους πολίτες που έχουν χάσει ή θα χάσουν τη δουλειά τους ή παρέμειναν και θα παραμείνουν άνεργοι.

Μόνο στο πρώτο τρίμηνο 260.000 μακροχρόνια άνεργοι έπαψαν ολωσδιόλου να αναζητούν εργασία, σύμφωνα με τα τελευταία στατιστικά στοιχεία του αρμόδιου φορέα, ενώ στο πρώτο τετράμηνο χάθηκαν 101.000 περισσότερες θέσεις εργασίας από το αμέσως προηγούμενο, με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου να καταρρέουν παντελώς και το ΑΕΠ να μειώνεται αντίστοιχα κατά 5,3% .

Οι βιομήχανοι, όσο και εάν τα παίρνουν σχεδόν όλα, από τα χρήματα που προορίζονται για την Ιταλία από την Ε.Ε., ήδη εκφράζουν τις αντιρρήσεις τους στο να δοθούν ενισχύσεις στις αναξιοπαθούσες (αλλά “τεμπέλικες” για τους ισχυρούς της οικονομίας, διά στόματος του ανεκδιήγητου προέδρου του Συνδέσμου Βιομηχανιών της Ιταλίας Κάρλο Μπονόμι), αντί για την πραγματική “παραγωγή”. Βέβαια, πολλές από τις μεγάλες επιχειρήσεις, ήδη κατά τη διάρκεια της πανδημίας, χρησιμοποίησαν κάθε “νόμιμη” οδό και κάθε γραφειοκρατικό τέχνασμα, για να επωφεληθούν και να μειώσουν κόστη ή να προσθέσουν περισσότερες κρατικές επιχορηγήσεις στα ταμεία τους, είτε μέσω της τηλεργασίας, είτε μέσω των επιβεβλημένων περικοπών σε ώρες εργασίας, είτε μέσω των επιδομάτων για εργαζομένους, είτε από την προσωρινή ένταξη (υπαρκτών τε και προσχηματικών) εργαζομένων στο ταμείο ανεργίας.

Πλέον, οι μεγάλες εταιρείες ετοιμάζονται για τις γενναίες φοροαπαλλαγές και τις ευνοϊκές διατάξεις για τα εργασιακά και τις κλαδικές συμβάσεις. Ιδίως δε, μετά την οριστική και δια νόμου απαλλαγή τους από κάθε ευθύνη για την όποια μελλοντική προσβολή εργαζομένου τους από κορονοϊό, οι επιχειρηματίες και βιομήχανοι είναι έτοιμοι για business as usual, παρά τις πρώτες αντιδράσεις και απεργίες (π.χ. στην Cobas) και τις καταγγελίες των συνδικάτων. Οι εργοδότες πλέον περιμένουν πως και πως τα “ζεστά” ευρωπαϊκά κεφάλαια, που όμως θα βαρύνουν τον Ιταλό φορολογούμενο, που θα κληθεί από την τσέπη του να πληρώσει την υποτιθέμενη “απεριόριστη” βοήθεια της Ε.Ε. προς τις οικονομίες (βλέπε επιχειρήσεις) των ευρωπαϊκών χωρών. Και τούτο γιατί από τα περίπου 170 δισ. ευρώ που θα εισπράξει η Ρώμη, τα 81,8 δισ. θα προέρχονται από απευθείας χρηματοδότηση και τα υπόλοιπα από δάνεια, με χαμηλό επιτόκιο. Πλην όμως, για να μπορεί να εκταμιεύσουν οι Βρυξέλλες τον πακτωλό από τα 750 δισεκ. ευρώ, τα κράτη μέλη θα χρειαστεί να αυξήσουν κατά 2% την ετήσια συμβολή τους στον κεντρικό προϋπολογισμό της Ένωσης – και για την Ιταλία τούτο μεθρμηνεύεται σε 96,3 δισ. ευρώ από τα 750. Κοντολογίς, οι Ιταλοί θα δώσουν “ζεστά” 96,3 δισ. και θα εισπράξουν έναντι 81,8 δισ. “Ζεστά”, δηλ. θα έχουν πληρώσει από την τσέπη τους 14,5 δισ. (0,9% του ΑΕΠ του 2019) συν τα δάνεια των άλλων 90 δισ. με το επιτόκιό τους. Ήγουν, οι εργοδότες θα εισπράξουν και την κρατική επιχορήγηση για τις απώλειες από τον κορονοϊό και τις συμβάσεις,ή επιχορηγήσεις από το ευρωπαϊκό ταμείο. Και όλα τούτα θα τα έχουν πληρώσει οι εργαζόμενοι, που θα πληρώσουν και το τίμημα της μείωσης των μισθών, της αύξησης των φόρων, της κατάργησης των δικαιωμάτων τους…

Άλλωστε, η άποψη τούτη των εργοδοτών αποτυπώνεται ως κεντρική ιδέα και στα πορίσματα της μελέτης που εκπόνησε η Task Force για την οικονομία, με επικεφαλής τον πρώην διευθυντή της Vodafone που συνέστησε ο Κόντε, προκειμένου να συντάξει ένα, μη δεσμευτικό, πλην όμως αρκετά ενδεικτικό για την πολιτικο-οικονομική πυξίδα που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση.

Βέβαια, από μια τέτοια ομάδα εργασίας, που με τυμπανοκρουσίες παρουσιάσθηκε ως ως σωτήρας της πατρίδας, για την έκτακτη ανάγκη που η Covid-19 δημιούργησε και ειδικά για τη φάση της ανάκαμψης, όλοι ανέμεναν κάτι περισσότερο από μια “λίστα για ψώνια”. Και τα συμπεράσματα του Σχεδίου Κολάο, είναι ιδιαίτερα σαφή όσον αφορά την πολιτική κατεύθυνση των μέτρων, που ως τεχνικό τους οδηγό συνεχίζουν να έχουν τη ρητορική φόρμουλα-εξαπάτηση του “κοινωνικού συμφώνου”, ετεροβαρούς πάντοτε εις βάρος των εργαζομένων, και ως βάση τη γνωστή θεωρία του “μετάγγισης”: εάν οι επιχειρήσεις πάνε καλά και είναι κερδοφόρες, θα έχουν οφέλη και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.

Συνεπώς, εάν οι επιχειρήσεις αξιώνουν τη μερίδα του λέοντος και απαιτούν εγγυήσεις και προστασία από τις μελλοντικές μολύνσεις από Covid-19, θα πρέπει να τους δοθούν χωρίς περιορισμούς. Εάν οι επιχειρήσεις θέλουν ευελιξία, θα πρέπει να επιτρέπεται στις επιχειρήσεις να κάνουν χρήση των επισφαλών συμβάσεων, πέραν των ορίων που επιτρέπονται από το νόμο.

Και φυσικά στη συνέχεια ακολουθεί η συνήθης προτροπή για φορολογικές απαλλαγές, υπερ-απόσβεσης και απόσβεσης πέραν της υπερ-απόσβεσης, της παροχής φορολογικών ασπίδων, εγγυήσεων και διευκόλυνσης της πρόσβασης στη ρευστότητα, εθελοντικές τακτοποιήσεις και κίνητρα για συνεργασία, που στην πραγματικότητα αποτελούν κίνητρα για περαιτέρω φοροαποφυγή και εκμετάλλευση παράνομα εργαζομένων .

Ουσιαστικά, οι συνθήκες για τους εργαζομένους στο Σχέδιο Κολάο, αντικατοπτρίζουν μόνο τις συνθήκες που επιθυμούν οι εταιρείες, με την εργασία να αποτελεί μόνον μία μεταβλητή, εξαρτώμενη και όλας μεταβλητή από την ελευθερία που παρέχεται στις εταιρείες να διαθέτουν το εργατικό δυναμικό τους σύμφωνα με τις δικές τους αποκλειστικές ανάγκες. Τα εισοδήματα των εργαζομένων στο σχέδιο δεν αναφέρονται ειδικά, παρά μόνον σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ενώ οι διαπιστώσεις για τις συνθήκες της φτώχειας να μοιάζουν να τις αποδίδουν σε κάποια ουρανοκατέβατη αιτία και όχι στον τρόπο λειτουργίας του παραγωγικού συστήματος. Έτσι, στο Σχέδιο Colao η λέξη “μισθός” απουσιάζει εντελώς και η καταπολέμηση της φτώχειας περιορίζεται στην μεγαθυμία του κεφαλαίου και των εργοδοτών, του καθενός από τους “έξι πυλώνες της οικονομίας της χώρας”, χωρίς καμία αναφορά στην όσο ποτέ άλλοτε αδήριτη ανάγκη για ισότιμη διανομή και αναδιανομή του πλούτου.

Στην ουσία, εκείνο που επαναλαμβάνει η Task Force είναι ακόμη ένα σχέδιο για τον αποπληθωρισμό των μισθών, για την αποστράγγιση του πλούτου προς όφελος των επιχειρήσεων, για ακόμη περισσότερες μειώσεις στις αμοιβές.

Επικεντρώνεται σε μία υποθετική και εντελώς άνευ ουσιαστικού αντικειμένου παραγωγή με εξαγωγικό προσανατολισμό, με βάση το ιταλικό brand name σε μία σειρά προϊόντων, ακόμη και στον τουρισμό, μέσα σε ένα γενικώτερο πλαίσιο αβεβαιότητας και με αποκλειστικό αποδέκτη την ξένη αγορά. Πολιτικά, το σχέδιο Κολάο είναι ακόμη μία κλασσική νεοφιλελεύθερη θεραπεία-σοκ, που το δόγμα των θιασωτών της θεωρεί ότι πρέπει να ακολουθεί έπειτα από μια κρίση, ενώ κοινωνικά συνιστά ακόμη μία εστία για εξαχρείωση και ίσως για την οργή για τις πιο αναξιοπαθούσες και πιο αδύναμες τάξεις.

Αλλά και το γενικότερο σχέδιο βάσει του προεδρικού διατάγματος DL 34/2020 για την ανάκαμψη της ιταλικής οικονομίας βασίζεται επίσης στις διακρίσεις (ακόμη και ταξικές ) στις επιχειρήσεις και στις υπηρεσίες: ένα στυλάτο εστιατόριο θα ενθυλακώσει φερ’ ειπείν 80.000 τα επόμενα χρόνια για να αποζημιωθεί για την πελατεία που έχασε το τρίμηνο της κρίσης, εάν καταφέρει να αποδείξει πως έχει λιγότερη πελατεία από πριν, ενώ η ταπεινή πιτσαρία της γειτονιάς, όπου συχνάζουν νέοι και οι λαϊκές οικογένειες, δεν έχει το δικαίωμα ούτε καν να προσφύγει σε οποιοδήποτε αίτημα αποζημίωσης/ενίσχυσης. Τη στιγμή που τα σικάτα εστιατόρια δεν μπορούνε να θεωρηθούν αυστηρά ότι εμπίπτουν στην κατηγορία των επιχειρήσεων παροχής κοινωνικών αγαθών, αντίθετα εξαρτάται από τους νόμους της αγοράς–μπορεί κάλλιστα να έχει κέρδη, αλλά και να μην πετύχει καθόλου. Ή, για ν’ αναφερθούμε σε ακόμη πιο οφθαλμοφανείς διακρίσεις, τα κρατικά βοηθήματα ρέουν χωρίς συζήτηση στις ιδιωτικές εταιρείες σιδηροδρόμων υψηλής ταχύτητας Italo και τα Frecce, για την κάλυψη των απωλειών για τα ακριβά εισιτήρια που έχασαν, ενώ εξαιρούνται από την κρατική βοήθεια τα ιταλικά ΚΤΕΛ, που αποτελούν το “λαϊκό μέσο μεταφοράς”, για όσα στρώματα του πληθυσμού θέλουν να μετακινηθούν σε άλλες μακρινές περιφέρειες χωρίς να δώσουν τα πανάκριβα κόμιστρα των γρήγορών τραίνων.

Σε οικονομικό επίπεδο, το σχέδιο ανάκαμψης, που σκόπιμα αποκλείει τον Νότο aπό τα σχέδια για την οικονομική ανασύσταση, δεν αφήνει άλλη επιλογή, πλην της εκμετάλλευσης και της ομηρίας των εργαζομένων, που βλέπουν “επενδύσεις”, όπως η Ilva, Whirlpool, πλέον τώρα και η Arcelor Mittal, που απειλεί ζητώντας άλλες 5.000 απολύσεις.

Στις αλώβητες από την πανδημία, αλλά βαριά χτυπημένες από την οικονομική κρίση, περιοχές του Νότου ενδημεί και ανθεί ιδιαίτερα το επονείδιστο “καποραλάτο”, η ενοικίαση των ξένων κατά κύριο λόγο εργατών, που πλέον τείνει να γίνει “νόμιμη” πρακτική, καθώς η έκτακτη ανάγκη της περιόδου του κορονοϊού κατέστησε επιτακτική την “τακτοποίησή τους” (έστω και προσωρινά) έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η φθηνή εργασία στα χωράφια και η μεγιστοποίηση του κέρδους των εμπλεκομένων εκμεταλλευτών. Κέρδη που θα πολλαπλασιασθούν χάρις στα ευεργετήματα των νέων μέτρων για τα κίνητρα στην οικονομία, τις φοροαπαλλαγές, τις επιδοτήσεις, τη χρηματοδότηση της ανεργίας κτλ. Μία εκμετάλλευση, που δεν περιορίζεται μόνον στην γεωργική εργασία, αλλά και στις εκδόσεις (sic), όπου οι αρχές ανακάλυψαν εργάτες κοντά στην Παβία (νοτίως του Μιλάνου) σε μία από τις μεγαλύτερες εκδοτικές επιμελητειακές μονάδες στην Ευρώπη στο τμήμα των πωλήσεων βιβλίων να εργάζονται υπό απάνθρωπες συνθήκες, σε εξαντλητικά ωράρια: για 7 ευρώ την ώρα και επί 12ωρο (γιατί οι υπερωρίες ήσαν “υποχρεωτικές”) όφειλαν να μετακινούν και να φορτώνουν ο καθένας 10.000 βιβλία την ημέρα, με συμβάσεις που ανανεώνονταν (ευνόητο γιατί) κάθε εβδομάδα. Για να μη μιλήσουμε για την εκμετάλλευση στις άλλες ευέλικτες εργασιακές μορφές της gig οικονομίας, που διευρύνουν την εφαρμογή της περιστασιακής και υποαμοιβόμενης εργασίας, χωρίς ασφαλιστικές εισφορές και προνοιακά επιδόματα και υπηρεσίες, δημιουργώντας διαρκώς νέες ορδές ειλώτων και “σκλάβων”.

Η σύγκληση των Stati Generali από τον Κόντε είναι σαφές πως αποτελεί ένα tour de force του Ιταλού πρωθυπουργού, ιδίως τη στιγμή που η παρουσία των υψηλόβαθμων αξιωματούχων των Βρυξελλών του δίνουν το ‘χρίσμα’ του κατάλληλου οιακοστρόφου για την εφαρμογή των νέων οικονομικών μέτρων, που όπως εν χορώ δήλωσαν και στις παρεμβάσεις τους οι δύο ισχυρές γυναίκες της Ε.Ε. (Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και Κριστίν Λαγκάρντ) συνάρτησαν με την ανάγκη δομικών μεταρρυθμίσεων στην Ιταλία και στην οικονομία της. Για την Ευρώπη, που όπως τόνισε η φον ντερ Λάιεν “χρειάζεται μία δυνατή Ιταλία”, ένας τεχνοκράτης πρωθυπουργός, που στηρίζεται από τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα της χώρας του (απ¨ο το Δημοκρατικό Κόμμα PD και το κόμμα του Ρέντσι κυρίως), είναι το ιδανικό σχήμα για την επέκταση και εφαρμογή των ενδοευρωπαϊκών μονοπωλιακών προγραμμάτων των Βρυξελλών (ας σκεφτούμε πως εκκρεμεί η κατασκευή της, άχρηστης κατά τ’ άλλα, σύνδεσης με συρμούς μεγάλης ταχύτητας TAV μεταξύ Λυών και Τορίνο, που θα ωφελήσει τους Γάλλους, αλλά και τους αγωγούς και άλλα έργα υποδομής που εξυπηρετούν το Βερολίνο). Δεν είναι τυχαίο που πληθαίνουν οι φήμες και για τη δημιουργία ενός νέου κόμματος από τον Ιταλό πρωθυπουργό, που όσο και εάν τις διαψεύδει ο ίδιος ο Κόντε, ήδη έχουν δρομολογηθεί έως και δημοσκοπήσεις για να βυθομετρήσουν την δημοτικότητά του. Ένα κόμμα που αφαιρώντας μεγάλο τμήμα από την κεντρώα βάση των δύο κυβερνητικών παρατάξεων Κίνημα Πέντε Αστέρων M5S και PD) θα μπορούσε να αποσπάσει, σε μικρότερο ποσοστό και κάποιους πιο κεντρώους ψηφοφόρους από τη Δεξιά, ενώ στο πιο ενθαρρυντικό σενάριο κατόρθωνε να συσπειρώσει πολλούς από τους ψηφοφόρους που δεν ταυτίζονται προς το παρόν με κάποιο από τα υπάρχοντα κόμματα, ή που έχουν απογοητευθεί από τις αμφιταλαντεύσεις και τις διαψεύσεις τους και θα προτιμούσαν την λιγότερο στρατευμένη και πιο ενωτική (όπως εμφανίζεται από την εποχή ακόμη της συγκυβέρνησης M5S με τη Λέγκα) μορφή του Κόντε. Μία προσωπική εικόνα υπερκομματικής, ανυστερόβουλης και ενωτικής, πατερναλιστικής σχεδόν, που ο καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης καλλιεργεί συστηματικά από την αρχή της πρώτης του κυβέρνησης.

Ο Κόντε, έχοντας να δοκιμαστεί στον άθλο της αναστύλωσης της ιταλικής οικονομίας και της επικείμενης κοινωνικής κατακραυγής που πολλά από τα μέτρα και τα μελλοντικά σχέδια που προωθούν οι επιχειρηματικές ελίτ και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί για την Ιταλία, ως άλλος Λουδοβίκος μπροστά στην κρίση συγκαλεί τα δικά του États généraux. Τότε, τα πρώτα, είχαν καταλήξει στην πτώση της Βαστίλλης. Μένει να δούμε πού θα καταλήξουν τα Stati Generali για την κυβέρνηση Κόντε και την Ιταλία.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα