Kosmodromio
2020/02/01 15:20

“Το φτηνό λουκάνικο στην ψησταριά κοστίζει ακριβά”

Τεράστια ανησυχία στη γερμανική και κατ’ επέκταση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη προκαλεί το σκάνδαλο έξαρσης της μετάδοσης του κορονοϊού στην κρεατοβιομηχανία Τένις (Τönnies) στο Γκύτερσλο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Πρόκειται για τετραπλό σκάνδαλο που φέρνει για μια ακόμη φορά στην επιφάνεια τον τρόπο με τον οποίο μεγάλες βιομηχανίες παραγωγής τροφίμων αντιμετωπίζουν αφενός την υγιεινή των εργαζομένων και τα εργασιακά τους δικαιώματα, αφετέρου την υγιεινή των ζώων που εκτρέφονται και σφάζονται και την ποιότητα ενός τόσο ευαίσθητου προϊόντος, όπως το φρέσκο κρέας και τα παράγωγά του, που φτάνει στο πιάτο των καταναλωτών.

Οι περιοχές του Γκύτερσλο και του Βάρενντορφ με συνολικό πληθυσμό περίπου 650.000 κατοίκους βρίσκονται πλέον εκ νέου σε καθεστώς σημαντικών περιορισμών της κοινωνικής και οικονομικής δραστηριότητας. Η αστυνομία υποστηρίζει την επιβολή των μέτρων με κινητές μονάδες ενώ επί τω έργω βρίσκονται Πολωνοί, Ρουμάνοι και Βούλγαροι διερμηνείς. Η μεγάλη πλειοψηφία των φορέων και ασθενών προέρχεται από αυτές τις εθνικές ομάδες, καθώς αυτές είναι κατά κύριο λόγο που δίνουν εργάτες στην συγκεκριμένη βιομηχανία κρέατος.

Υπεργολάβοι

Στις συζητήσεις που γίνονται στη δημόσια σφαίρα σχετικά με το γεγονός επισημαίνεται από διάφορες πλευρές ο ρόλος που παίζει το καθεστώς της υπεργολαβίας. Ένα πρώτο σημείο κριτικής είναι ότι ο ιδιοκτήτης της βιομηχανίας, Κλέμενς Τένις, δεν μπορεί προς ώρας να κατηγορηθεί για τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εργατών στο εργοστάσιό του και άρα δεν μπορεί να κατηγορηθεί για το ότι οδήγησε πάνω από χίλιους ανθρώπους σε σοβαρότατο κίνδυνο ή και στο θάνατο, και μαζί με αυτούς δύο ολόκληρους τόπους στην οικονομική και κοινωνική παράλυση, καθώς και σε εκ νέου ψυχική επιβάρυνση της οποίας οι συνέπειες είναι προς το παρόν άγνωστες.

Το καθεστώς εργασίας στις βιομηχανίες κρέατος είναι συνήθως αυτό της υπεργολαβίας: η βιομηχανία αναθέτει έργο σε μικρότερες επιχειρήσεις οι οποίες προσλαμβάνουν εργαζόμενους από τις φτωχές χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης. Οι βιομηχανίες με αυτόν τον τρόπο δεν φέρουν ευθύνη σχετικά με αυτούς τους εργαζόμενους. Οι υπεργολάβοι αναλαμβάνουν την εκτέλεση της παραγγελίας, η οποία μπορεί να είναι για παράδειγμα ο τεμαχισμός των σφαγμένων ζώων. Αυτή είναι η περίπτωση του εργοστασίου του Τένις, σε αυτό το τμήμα εκδηλώθηκε κυρίως η έξαρση μετάδοσης του κορονοϊού.

Οι συνθήκες εργασίας δεν συνάδουν με τα μέτρα προφύλαξης που απαιτούνται τόσο για τους ανθρώπους που εργάζονται στις μονάδες όσο και για το ίδιο το προϊόν. Πέρα από αυτό, οι μισθοί που παίρνουν οι εργαζόμενοι είναι εξαιρετικά χαμηλοί, ενώ παρατηρούνται καθυστερήσεις στις πληρωμές. Οι υπερωρίες είναι πολλές και συχνά απλήρωτες: εργαζόμενοι καταγγέλλουν ότι εργάζονται ως και 240 ώρες τον μήνα ενώ ο μισθός τους επίσημα είναι για 167 ώρες. Η πληρωμή τους γίνεται με τον κατώτατο μισθό (9.35€ την ώρα) και δεν είναι σαφές πως πληρώνονται, αν πληρώνονται καν, την υπερωρία. Φαίνεται πως οι όποιες υπερωρίες πληρώνονται με μαύρο χρήμα.

Πολύ μεγάλο ρόλο στην απότομη και ανεμπόδιστη εξάπλωση του ιού έπαιξε και ο τρόπος διαμονής των εργαζομένων. Στοιβαγμένοι σε διαμερίσματα, το μόνο που τους διατίθεται ως “προσωπικός χώρος” είναι ένα κρεβάτι ή ακόμα και μόνο ένα στρώμα. Για τη διαμονή τους πληρώνουν περίπου 250 ευρώ το μήνα, ενώ οι υπεργολάβοι χρεώνουν τους εργαζόμενους και για το κόστος μετακίνησης προς και από τη δουλειά. Όλα αυτά τα στοιχεία οδήγησαν τον καθολικό πάστορα Πέτερ Κόσσεν, που δραστηριοποιείται στη Γερμανία ενάντια στο μοντέρνο δουλεμπόριο, να μιλήσει στα κρατικά μέσα ενημέρωσης, τηλεόραση και ραδιόφωνο και να πει ότι αυτό που συμβαίνει στη βιομηχανία του κρέατος είναι ένα είδος δουλείας. Οι άνθρωποί φοβούνται μεν την αρρώστια και την σωματική και ψυχική εξάντληση, υποχρεώνονται όμως να εργαστούν με απάνθρωπες συνθήκες γιατί είναι υποχρεωμένοι μπροστά στο φόβο της ανεργίας και της φτώχειας, υποστηρίζει ο ιερέας. Από τα συνδικάτα δεν έχουν γίνει πραγματικές ενέργειες εδώ και πολλά χρόνια.

Γερμανικό κρέας στην Ελλάδα

Η Γερμανία εξάγει κρέας στην Ελλάδα και η βιομηχανία Τένις έχει έδρα πωλήσεων στη Γλυφάδα, υπεύθυνη για την ελλαδική και κυπριακή αγορά. Ο όγκος των συνολικών εισαγωγών από τη Γερμανία την κατατάσσει τρίτη μετά τη Γαλλία και την Ολλανδία. Από τη Γαλλία εισάγουμε κυρίως βοδινό κρέας, ενώ από Ολλανδία και Γερμανία χοιρινό. Η Γερμανία εξήγαγε 40.000 τόνους χοιρινού στην Ελλάδα το 2017 και ο τζίρος έφτασε στα 175 εκατομμύρια ευρώ. Καθώς στο λιανικό εμπόριο κυριαρχεί το ολλανδικό χοιρινό κρέας, το γερμανικό καταλήγει σε ελληνικές βιομηχανίες επεξεργασίας κρέατος, στην παραγωγή αλλαντικών ή προϊόντων για την εστίαση, γύρο και σουβλάκια. Η χαμηλή τιμή οφείλεται, σύμφωνα με τα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας, στις εργασιακές συνθήκες που περιγράφονται και στους ισχνούς μισθούς που συνήθως πληρώνονται στους εργάτες και τις εργάτριες της γερμανικής κρεατοβιομηχανίας.

Προσθέτοντας σε αυτά τις συνθήκες στις οποίες εκτρέφονται τα ζώα, το είδος της διατροφής τους, τις τεχνικές σωματικής τους ανάπτυξης, θέματα τα οποία καταγγέλλονται συχνά στο γερμανόφωνο χώρο, και έχοντας κατά νου ότι σύμφωνα με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γερμανίας, ο κάθε στάβλος και η κάθε βιομηχανία ελέγχονται για το σεβασμό τους στα ζώα κατά μέσο όρο κάθε… 30 χρόνια(!), θα το σκεφτεί κανείς ίσως δεύτερη φορά να παραγγείλει μια μερίδα βιομηχανικής προέλευσης γύρο ή κεμπάπ. Όπως σχολιάζει ο καθολικός παπάς Κόσσεν: “Το φτηνό λουκάνικο στην ακριβή γκριλιέρα έχει υψηλό κόστος”.