Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Βρώμικο, ναι – ’89, όχι

Το ότι οι πολιτικοί απόγονοι του “Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου” θα έκαναν λόγο για “βρώμικο ‘89”, μετά από τριανταένα ολόκληρα χρόνια, αποτελεί προφανώς μια δικαίωση για τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ της εποχής εκείνης, έστω και αν ο συγκεκριμένος χώρος δεν έχει ως τέτοιος προβεί ακόμα στην ολοκληρωμένη αυτοκριτική του για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Το ότι, το “βρώμικο ‘89” αποτελεί μουτζούρη της νεότερης πολιτικής ιστορίας τον οποίο κανείς δεν θέλει να κρατήσει στα χέρια του (πλην ίσως του Νίκου Φίλη που βρήκε μάλλον έναν όχι και τόσο έξυπνο τρόπο να αντιπολιτευθεί τον Αλέξη Τσίπρα) επίσης συνιστά μια μετά θάνατον, συνεχιζόμενη νίκη του ΠΑΣΟΚ της εποχής εκείνης.

Και τούτο, διότι το “βρώμικο ‘89”, στημένο εν πολλοίς με τη βοήθεια των ΗΠΑ προς όφελος της Νέας Δημοκρατίας, η οποία υποσχόταν τότε να τερματίσει την ελληνική “εξαίρεση” στον δυτικό κόσμο, έπληξε στην καρδιά όλους εκείνους που το υλοποίησαν: έντεκα χρόνια εκτός κυβέρνησης η ΝΔ, εκτός Βουλής ο ΣΥΝ, σε ιστορικά χαμηλά το ΚΚΕ. Δεν ήταν το “βρώμικο ’89” η μοναδική αιτία, αλλά αποτέλεσε σταθμό, που συνέβαλε σημαντικά στις παραπάνω εξελίξεις και που κυρίως στιγμάτισε την κομμουνιστική αριστερά τότε στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Έπρεπε να έρθει ο Κώστας Σημίτης, πατώντας πάνω στην εκτεταμένη αλλοτρίωση του ίδιου του ΠΑΣΟΚ, η οποία είχε προχωρήσει σε μεγάλο βάθος και επί Ανδρέα Παπανδρέου, προκειμένου να υλοποιήσει πολλά από εκείνα που ο Κώστας Μητσοτάκης πρέσβευε, με βασικότερη τη σταδιακή, πλήρη πρόσδεση στο Βερολίνο, στην Ουάσιγκτον και στο Τελ Αβίβ (η έμφαση στην “πλήρη”), την οποία και ολοκλήρωσαν οι μνημονιακές κυβερνήσεις.

Ο Αλέξης Τσίπρας, σε αντίθεση με άλλα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ είναι αρκετά έξυπνος, ώστε να μη θέλει να έχει καμία σχέση με την βαριά παράδοση και εν πολλοίς σκοτεινή συμπεριφορά του τότε ενιαίου ΣΥΝ. Γνωρίζει επίσης, ότι υπάρχει ένα αντιδεξιό αίσθημα στην Ελλάδα, το οποίο, αν καλλιεργηθεί σωστά, μπορεί να ξανα-ανεβάσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση.

Το πρόβλημα με τη ρητορική του Αλέξη Τσίπρα είναι ότι έχασε τις ευκαιρίες που του δόθηκαν, ώστε να προσεγγίσει τη λαϊκή αντίληψη για τον Ανδρέα Παπανδρέου. Η κατεξοχήν δύναμη του Ανδρέα δεν ήταν, όπως ο αστικός τύπος θέλει να εμφανίζει, η ικανότητά του να βάζει ωραίες λέξεις, τη μια δίπλα στην άλλη και να τις εκφωνεί με βαθιά φωνή, ούτε τα ρουσφέτια από τον κομματικό μηχανισμό, παρότι υπήρχαν και αυτά.

Η κατεξοχήν δύναμή του εντοπιζόταν σε ένα συνδυασμό ευρείας μόρφωσης, στρατηγικής σκέψης, τακτικής ικανότητας, αποφασιστικότητας να συγκρούεται με ισχυρότερες δυνάμεις (ακόμα και προκειμένου να επιτύχει έναν συμβιβασμό), προσαρμοστικότητας και λαϊκότητας με τα θετικά και με τα αρνητικά της. Κυρίως δε, η δύναμή του ήταν η αντίληψη ότι το προσωπικό του χάρισμα αποκτούσε ισχύ μόνο μέσα σε ένα όντως μαζικό κόμμα για το οποίο στόχευε (και εν μέρει πέτυχε) να τον ξεπερνάει ως προς την ισχύ του.

Τη στήριξή του ο λαός στην πλειοψηφία του την έδωσε γιατί βίωσε μια πραγματική άνοδο του επιπέδου διαβίωσης και των ελευθεριών του, με σταθερά, στρατηγικά χαρακτηριστικά, ταξικής συμμαχίας εργασίας και αυτοαπασχόλησης. Και επιπλέον, γιατί ο Ανδρέας τραβούσε το σκοινί με τοις ισχυρούς (βλ. ΗΠΑ), αν και χωρίς, καλώς ή κακώς, να το σπάει. Το ’89 λοιπόν κατεγράφη ως “βρώμικο” εξαρχής, διότι στράφηκε απέναντι σε συγκεκριμένο κόμμα και σε συγκεκριμένο ηγέτη – όχι απλώς επειδή εν γένει ένας πρώην πρωθυπουργός δικάστηκε. Το ’89 θεωρήθηκε “βρώμικο”, όχι μόνο λόγω της σκευωρίας, αλλά και γιατί είχε προηγηθεί η δεκαετία του ’80, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Ο Αλέξης Τσίπρας το 2015 δεν προχώρησε στη ρήξη με τους ισχυρούς, ακόμα και έχοντας ένα συμβιβασμό στο μυαλό του, ο οποίος άλλωστε με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο θα ερχόταν. Έδωσε στη Ουάσιγκτον, στο Βερολίνο και στο Τελ Αβίβ όσο σκοινί ήθελαν, χωρίς καν να ζητήσει ιδιαίτερα ανταλλάγματα. Απέτυχε να αναβαθμίσει σταθερά και σημαντικά το βιοτικό επίπεδο της πλειοψηφίας του λαού. Δεν διαμόρφωσε κοινωνικό μπλοκ εξουσίας, αλλά απλώς άσκησε μια ελλιπέστατη και ακριβοπληρωμένη επιδοματική πολιτική. Αντί για ισχυρό μαζικό κόμμα, διαμόρφωσε ένα κόμμα-καρτέλ παραγόντων, με μοναδικό σημείο αναφοράς τον ίδιο: πολύ βαρύ για να το “σηκώσει” όσο ανέβαινε, πολύ ανίσχυρο για να τον κρατήσει τώρα που πέφτει. Αντί να εμβαθύνει τη στρατηγική εναλλακτική επέμεινε στον τακτικισμό. Αντί να έρθει επικεφαλής μιας γενιάς στελεχών, κυβέρνησε με ένα καταστροφικό “outsourcing”: Καμμένος, Βαρουφάκης, Κοτζιάς, πολιτευτές από το πρώην ΠΑΣΟΚ κτλ.

Απέτυχε να σταθεροποιηθεί στη συνείδηση του λαού ως η φυσική του ηγεσία, της οποίας οι ανεπάρκειες μπορεί να τιμωρούνται εκλογικά, αλλά τελικώς συγχωρούνται.

Μάλιστα, ακόμα και σήμερα, η προηγούμενη πολιτική του, αυτή η ίδια που φαίνεται να του διασφαλίζει μια ασυλία και από την σαφώς εκδικητική δεξιά, αποτελεί το βαρίδι του: ο Ανδρέας διώχθηκε προσωπικά. Το κατεστημένο επιχείρησε να τον εξοντώσει. Στον Τσίπρα προσωπικά, πέραν της πολιτικής κριτικής δεν επιτίθεται ακόμη κανείς. Ούτε καν στον Παππά. “Βρώμικο ’89”, με θύματα τη βαθιά δεξιά των Παπαγγελόπουλου και Καμμένου δεν υπάρχει.

Σαφώς, η επίθεση στον ΣΥΡΙΖΑ γίνεται με βρώμικα μέσα. Κοντόφθαλμα όμως, ως κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αποπειραθεί να πιστωθεί τις διώξεις των πολιτικών της αντιπάλων. Έσπασε ένα ταμπού που εξαιτίας του “βρώμικου ’89” είχαν σεβαστεί όλοι. Το 2020 επομένως μπορεί όντως να είναι βρώμικο αλλά δεν είναι ’89.

Καλό είναι ο Αλέξης Τσίπρας να το συνειδητοποιήσει εγκαίρως. Η ρητορική περί “βρώμικου ’89” δεν θα του δώσει την ευκαιρία που ψάχνει. Αν ήθελε να μπορεί να μιλάει για ’89 θα έπρεπε να έχει φροντίσει να χτίσει ’81.

Η παρούσα φάση ωστόσο, η οποία θα σημαδευτεί από τις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις στον ΣΥΡΙΖΑ, εν μέσω δημοσκοπικής και κοινωνικής του καθήλωσης, δίνει στον Τσίπρα μια διαφορετική ευκαιρία: όσο οι πτέρυγες του κόμματος αρχίζουν να πιστεύουν ότι μπορούν να τον ανατρέψουν, ο ίδιος αποκτά τη δυνατότητα να στήσει το “δικό του 2007”- για όσους γνωρίζουν την πρόσφατη και ύστερη ιστορία του τόσο συχνά μνημονευομένου, ΠΑΣΟΚ.