Kosmodromio
2020/02/01 15:20

Η Τουρκία φιλοδοξεί να καταστεί υποκείμενο παγκόσμιας ιστορίας

Η πρωτοβουλία της Τουρκίας υπό την προεδρία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε ισλαμικό τέμενος εμπεριέχει πολλαπλούς συμβολισμούς και έχει πολλούς αποδέκτες.

Για έναν οπαδό του κοσμικού πολιτισμού, ο οποίος συνήθως αυτοκατανοείται ως “δυτικός”, η Αγία Σοφία αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Για έναν φίλο της τέχνης, αναγνωρίζεται ως μοναδικό έργο της ρωμαϊκής πρωτοχριστιανικής αρχιτεκτονικής, με επιρροές τόσο σε μεταγενέστερους ορθόδοξους ναούς, όσο και σε σουνιτικά τεμένη. Για έναν θρησκευόμενο πιστό αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία του Χριστιανισμού και μέγιστο σύμβολο του ορθόδοξου κόσμου.

Πέρα από όλα τα προηγούμενα, όμως, η Αγία Σοφία συμβολίζει την πνευματική καρδιά του ιστορικού χώρου δύο αυτοκρατοριών: της Ρωμαϊκής κατά την χριστιανική και της Οθωμανικής κατά την ισλαμική περίοδο.

Η απόφαση για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε ισλαμικό τέμενος επιδιώκει να κατοχυρώσει θεσμικά την αποκλειστικότητα της λατρευτικής χρήσης του ναού από το Ισλάμ, την οποία επαναφέρει μετά από 85 χρόνια, και να επαναβεβαιώσει την άσκηση κυριαρχίας επί της πνευματικής καρδιάς του πρώην αυτοκρατορικού χώρου, η οποία έπαθε “έμφραγμα” και έπαψε να χτυπά σε πρώτη φάση το 1934, με την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε μουσείο, και σε δεύτερη φάση το 1985, όταν κηρύχθηκε μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Έχει σημασία να τονιστεί πως η έδρα της UNESCO βρίσκεται στο Παρίσι.

Η πρώτη επίσημη μουσουλμανική προσευχή στην Αγία Σοφία είναι προγραμματισμένη για σήμερα, Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2020.

Στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας, οι συσχετισμοί μεταξύ της κοσμικής Τουρκίας και της θρησκευόμενης Τουρκίας, έχουν μεταβληθεί. Το γεγονός αυτό δεν φανερώνεται μόνο από τη συγκεκριμένη πολιτική κίνηση, αλλά και από τις συνεχείς αποσαθρώσεις των κεμαλικών θεμελίων του τουρκικού κράτους.

Ωστόσο, το ζήτημα δεν έχει μόνον ιστορική και πολιτική διάσταση, που σχετίζεται με το εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και ευρύτερες θρησκευτικές και γεωπολιτικές διαστάσεις.

Σε πρόσφατες δηλώσεις του ο Ερντογάν έκανε σαφές πως οι διπλωματικές και στρατιωτικές πρωτοβουλίες της Τουρκίας, στοχεύουν πέραν των συνόρων της. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε αποτελούν “ελπίδα για εκατομμύρια Μουσουλμάνους της ευρύτερης περιοχής και ολόκληρου του κόσμου, πέρα από τους 83 εκατομμύρια πολίτες της Τουρκίας”.

Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε μια στιγμή που οι εξελίξεις σε περιφερειακό, ευρωπαϊκό και πλανητικό επίπεδο χαρακτηρίζονται από ρευστότητα και αστάθεια.

Σε περιφερειακό επίπεδο, κυριαρχούν εντάσεις και ανταγωνισμοί στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

• Η δέσμευση περιοχών για έρευνες νοτίως του Καστελλόριζου συνοδεύεται από την επιδίωξη της Τουρκίας να απομονώσει την Κύπρο από την Ελλάδα, ασκώντας πίεση παράλληλα στην Αίγυπτο.

• Η Αίγυπτος, πολιτικά τουλάχιστον, βρίσκεται προ των πυλών μιας πιθανής στρατιωτικής εμπλοκής στη Λιβύη, μετά από απόφαση του αιγυπτιακού κοινοβουλίου που ανοίγει το δρόμο για τη χρήση στρατιωτικών δυνάμεων, ενώ το υπουργείο Εξωτερικών κατηγορεί την Τουρκία για παράνομες παρεμβάσεις σε αραβικές υποθέσεις.

• Η.Π.Α, Ρωσία και Γαλλία σε πρώτο πλάνο, Ιταλία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα σε δεύτερο, βρίσκονται σε συνθήκες έντονου ή και “συνεργατικού” ανταγωνισμού, μέσω της Τουρκίας και της Αιγύπτου.

Μια εισβολή στη Λιβύη ενέχει τεράστιο ρίσκο για το καθεστώς Σίσι, καθώς η Αίγυπτος πέρα από τις εσωτερικές της κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και την εξωτερική της οικονομική και στρατιωτική εξάρτηση, δέχεται πιέσεις από Ανατολή, Βορρά και Νότο, ενώ συνεχίζονται σποραδικές συγκρούσεις στη Χερσόνησο του Σινά. Η Τουρκία μπορεί να έχει στήσει μια παγίδα για το αιγυπτιακό καθεστώς στη Λιβύη. Παρά την άποψη που ισχυρίζεται πως θα απειληθούν η επιρροή και τα συμφέροντα της Τουρκίας, καθώς βρίσκεται σε εμφανώς μειονεκτική θέση έναντι της Αιγύπτου στη Λιβύη, μια εισβολή του αιγυπτιακού στρατού μπορεί να φέρει το καθεστώς Σίσι μπροστά στην πιθανότητα κερδίζοντας τη Λιβύη να κινδυνεύσει να χάσει στην Αίγυπτο.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η γερμανική προεδρία του Συμβουλίου της Ε.E., κατά δήλωση της, έχει τους εξής βασικούς στόχους: την άμεση αντιμετώπιση της πανδημίας και την καταπολέμηση της εξάπλωσης του ιού, τη στήριξη της ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής στην Ευρώπη.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, που γίνεται ακόμη πιο ασταθές από την ανάγκη διαχείρισης της συμμετοχής της Ιταλίας στην κρίση της Λιβύης και της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε., οι Γερμανοί φαίνεται πως επιδιώκουν την αποκλιμάκωση της έντασης στις ευρω-τουρκικές σχέσεις.

Οι πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει η Γερμανία στοχεύουν σε βάθος χρόνου στη διαμόρφωση μιας νέας ευρω-τουρκικής σχέσης και φανερώνουν τα αποκλίνοντα συμφέροντα των κρατών του γαλλο-γερμανικού κέντρου αλλά και της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Διαμορφώνονται δύο ομάδες κρατών. Τα κύρια κράτη της πρώτης ομάδας, που διατηρούν μια πιο δυναμική στάση απέναντι στην Τουρκία, είναι η Γαλλία, η Αυστρία και η Σουηδία. Στη δεύτερη ομάδα πρωταγωνιστούν η Γερμανία, μαζί με την Ιταλία και την Ισπανία.

Σε διεθνές και παγκόσμιο επίπεδο, κυριαρχούν:

• Η εξέλιξη της πανδημίας του κορονοϊού και οι οικονομικές και πολιτικές της επιπτώσεις,

• Οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στις αρχές Νοεμβρίου,

  • Ενώ παγιώνεται ολοένα και καθαρότερα στις συνειδήσεις ολοένα και περισσότερων πως το στρατηγικό, πολιτικό και οικονομικό κέντρο βάρους του πλανήτη μετακινείται από ένα δυτικοκεντρικό κοσμικό πολιτισμικό κέντρο, με τα κατά τόπους παραρτήματα του, προς πολλούς εξω-δυτικούς κοσμικούς και θρησκευόμενους κόσμους, από τη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική προς την Ασία και την Αφρική, από τον Ατλαντικό προς τον Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό και από την Δύση προς την Ανατολή. Δηλαδή προς την ολοκλήρωση μιας ιστορικής περιόδου που θα μπορούσε να ονομαστεί ως η Εποχή της Μεγάλης Παρέκκλισης.

Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα ρευστό, ασταθές και άναρχο περιφερειακό, διεθνές και παγκόσμιο περιβάλλον, εντάσσεται η απόφαση της Τουρκίας του Ερντογάν για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε ισλαμικό τέμενος.

Η πολιτική κίνηση δεν επιβεβαιώνει απλώς την ιδιαίτερη πορεία που διεκδικεί η Τουρκία στα πλαίσια του ευρωατλαντικού χώρου και της λεγόμενης Δύσης, αλλά σηματοδοτεί την προσπάθεια της να επαναπροσδιορίσει πάνω σε νέα βάση, πιο επιθετική και διεκδικητική, τις σχέσεις της με τα κεντρικά κράτη του μουσουλμανικού κόσμου (αραβόφωνου και μη), με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα μεγάλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς, τέλος, και τις σχέσεις της με τις κεντρικές περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιαπωνία και η Ινδία, η Ρωσία και η Κίνα.

Σε τελική ανάλυση, η απόφαση για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε ισλαμικό τέμενος φανερώνει τη βούληση της Τουρκίας να καταστεί υποκείμενο παγκόσμιας ιστορίας – αν θα τα καταφέρει, είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία.