Kosmodromio
2020/02/01 15:20

“Εθνική ανάταση” δια της κλάκας

Οι ‘Πέρσες’ του Αισχύλου που σκηνοθέτησε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρης Λιγνάδης, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας αυτές τις μέρες για πολλούς και διάφορους λόγους. Καθότι δεν είμαι ούτε στρατιωτικός συντάκτης (δέσμευση τριών ελικοπτέρων για τον πρωθυπουργό εν μέσω ομολογημένης ελληνοτουρκικής κρίσης στο Αιγαίο), ούτε οικονομικός (κόστος μιας εμφανώς ιδιωτικής μετακίνησης του πρωθυπουργού από τον τόπο διακοπών του σε μια πολιτιστική εκδήλωση), ούτε και κοσμικός συντάκτης (προτιμώ να μην επεκταθώ), θα προσπαθήσω να περιοριστώ στο καθαρά πολιτιστικό, άρα και ιδεολογικό, μέρος του πράγματος. Και δεν είναι καθόλου απλό ζήτημα. Επίσης, δεν είναι εδώ ο τόπος για να κάνουμε κριτική θεάτρου. Αυτά αλλού, οσονούπω…

Όταν, όμως, το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα δεν δικαιώνει ούτε στοιχειωδώς τις προσδοκίες, είναι εύλογο να αναζητά κανείς εξηγήσεις για αυτό προσπαθώντας να κατανοήσει τις προθέσεις του δημιουργού του – άλλωστε, είναι δίκαιο να κριθεί ως προς αυτές. Μοιάζει, λοιπόν, εφόσον δεν διακρίνεται καμιά συγκεκριμένη άποψη πάνω στο κείμενο ή κάποιον από τους ρόλους, να οδηγήθηκε ο σκηνοθέτης στην επιλογή αυτού του κειμένου με γνώμονα τα μέρη του που δύνανται να προκαλέσουν “εθνική ανάταση”. Κοινώς, τα αποσπάσματα που ενίοτε ακολουθούνται από χειροκρότημα: την απάντηση του χορού στο ερώτημα της Άτοσσας για το ποιος κυβερνά τους Αθηναίους, το “Ίτε Παίδες Ελλήνων” κτλ.

Πάντως, παρόλο που η Λυδία Κονιόρδου, ως βασίλισσα των Περσών, καθοδηγήθηκε να επαναλάβει τρεις φορές το επίμαχο ερώτημα, υπογραμμίζοντάς το τεχνηέντως, στην πρεμιέρα της Παρασκευής το εκβιασθέν χειροκρότημα του κοινού δεν ήρθε ποτέ, ούτε σε αυτό, ούτε σε άλλο σημείο του κειμένου. Αυτό, αντιθέτως, συνέβη την Κυριακή, ημέρα της παρουσίας του πρωθυπουργού στην παράσταση – μόνο που το εν λόγω χλιαρό χειροκρότημα έμοιαζε ατέχνως καθοδηγημένο, ασχέτως αν συμπαρέσυρε και μερικούς απλούς θεατές. Πονηρεμένος από το πρώτο “ξέσπασμα”, παραφύλαξα στο “Ίτε Παίδες” και παρατήρησα κινήσεις που ενίσχυσαν τις υποψίες μου. Δεν διαθέτω φυσικά αποδείξεις – μόνο την πολύχρονη εμπειρία μου που με βοηθά να ξεχωρίζω ένα αυθόρμητο ξέσπασμα από τις κατά παραγγελίαν εκδηλώσεις μιας απαίδευτης κλάκας.

Η σαββατιάτικη κίνηση του ασπασμού από το σκηνοθέτη της τουριστικής, φωτιζόμενης μινιατούρας του Παρθενώνα σχολιάστηκε και παρωδήθηκε τόσο πολύ, που μάλλον περιττεύει κάθε περαιτέρω αναφορά. Όμως δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστη μιαν άλλη του ενέργεια: σε όσες πρεμιέρες ή παραστάσεις έχω παρακολουθήσει στην πολυτάραχη ζωή μου, ο σκηνοθέτης υποκλίνεται μαζί με τους ηθοποιούς και λοιπούς συνεργάτες τους, και αποσύρεται, είτε μαζί τους, είτε πριν από αυτούς, προς τα παρασκήνια. Είναι η πρώτη και μοναδική φορά που είδα σκηνοθέτη να εγκαταλείπει την ομάδα του από σκηνής με το τέλος του χειροκροτήματος ώστε να σπεύσει προς τους πολιτικούς του προϊσταμένους: τον πρωθυπουργό και την υπουργό Πολιτισμού, προς τους οποίους μάλιστα είχε ειδικώς υποκλιθεί λίγες στιγμές νωρίτερα. Είναι (για να πω το λιγότερο) άκομψο – ιδίως όταν έχει διορισθεί από την υπουργό στη θέση που βρίσκεται, αφού προηγουμένως, πριν καν του ανατεθούν τα καθήκοντά του, έχει ταχθεί σε συνέντευξή του κατά των διαγωνισμών για την πλήρωση των θέσεων των καλλιτεχνικών διευθυντών, με μια ατυχή δήλωση που έδινε την εικόνα 10-12 ανθρώπων που θα έπρεπε να διορίζονται αυτοδικαίως σε αυτές τις θέσεις, παίζοντας μεταξύ τους τις “μουσικές καρέκλες”.

Ούτε και τη χρήση (άτεχνη και αναφομοίωτη) της ερασμιακής προφοράς στα αποσπάσματα του κειμένου που ακούστηκαν στο πρωτότυπο μπόρεσα να κατανοήσω ή να εξηγήσω. Δεν θα ήθελα να σκεφτώ πως επελέγη με το μυαλό στο live streaming για τις χώρες του εξωτερικού (εύλογος ο αποκλεισμός της Ελλάδας, καθώς η αναμετάδοση θα λειτουργούσε εις βάρος της περιοδείας της παράστασης στη χώρα).

Ένας σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής ενός από τους κορυφαίους θεσμούς της χώρας οφείλει να κρίνεται με κριτήρια πρωτίστως καλλιτεχνικά. Το πρόβλημα είναι πως ο Δημήτρης Λιγνάδης επέλεξε εξ αρχής να χρωματίσει πολιτικά τη θητεία του, με πλήθος δηλώσεων και αποφάσεων. Επαναφέροντας π.χ. τον αγιασμό στην έναρξη των μαθημάτων της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

Θα θυμηθώ επίσης την επιλογή του να δώσει σε σκηνή του πρώτου τη τάξει κρατικού μας θεάτρου το όνομα της Ελένης Παπαδάκη, ενός προσώπου αμφιλεγόμενου. Προφανώς και αποτελεί έγκλημα και μέγιστη τραγωδία η δολοφονία μιας σπουδαίας (κατά τα φαινόμενα, καθώς κανείς μας δεν την πρόλαβε στη σκηνή) ηθοποιού, όμως θα θυμίσω τη φράση του μέγιστου Κωστή Παπαγιώργη: Ποιος λέει την αλήθεια σε έναν εμφύλιο πόλεμο; Υπήρχαν σπουδαία πρόσωπα στην ιστορία του Εθνικού μας Θεάτρου που θα μπορούσαν να τιμηθούν με αυτό τον τρόπο χωρίς η επιλογή να λειτουργήσει διχαστικά: γιατί όχι Βάσω Μανωλίδου; Αντιγόνη Βαλάκου; Δημήτρης Ροντήρης; Αιμίλιος Βεάκης; (Για να μην προκαλέσω μιλώντας για την Αλέκα Παΐζη).

Επίσης, από την πρώτη του κιόλας συνέντευξη τύπου μετά την ανάληψη της θέσης του, έχει χρησιμοποιήσει το βαρύ και επικίνδυνο όρο “εκπολιτισμός”. Αντιγράφω από τη βικιπαιδεία: “Εκπολιτίζω: 1. Μεταφέρω τα επιτεύγματα ενός (θεωρούμενου) πιο ανεπτυγμένου πολιτισμού σε έναν λαό που θεωρείται απολίτιστος ή καθυστερημένος 2. μετατρέπω κάποιον άγριο σε πολιτισμένο.” Το λεξικό του Μπαμπινιώτη, πιο γενναιόδωρο, προσθέτει σε αυτήν και τη δευτερεύουσα σημασία: “Συμβάλλω στην πολιτιστική πρόοδο ενός λαού ή μιας χώρας”. Όπως και να έχει, φοβάμαι πως η χρήση του όρου περιέχει μια αμετροέπεια (ει μη αλαζονεία). Ειδικώς όταν οι πρώτες προσωπικές παραγωγές, δύο μέσα σε λίγους μήνες, δεν κρίνονται ως τόσο επιτυχείς που να επιτυγχάνουν παρόμοια αποτελέσματα. Όπως και να έχει, ο Δημήτρης Λιγνάδης δεν έχει ακόμη συμπληρώσει καν το πρώτο έτος της θητείας του, και έχει το χρόνο να διδαχθεί από τα σφάλματά του και να αναθεωρήσει. Μακάρι να το πράξει.

Βεβαίως, οφείλει κανείς να αναγνωρίσει στον Δημήτρη Λιγνάδη πως είχε την παρρησία και την παλληκαριά να καλέσει τους πολιτιστικούς συντάκτες σε συνέντευξη τύπου μετά το τέλος του εγκλεισμού, τηρώντας απαρέγκλιτα τους κανόνες ασφαλείας, και να αντιμετωπίσει – αλλά και να απαντήσει εκτενέστατα – και δυσάρεστες ή “ζόρικες” ερωτήσεις. Ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς με μέρος των επιλογών του, δεν μπορεί ούτε στιγμή να του καταλογίσει πως έχει κρυφτεί από τον Τύπο για να αποφύγει τα δύσκολα. Θα ευχόμουν, μάλιστα, η καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Αθηνών Κατερίνα Ευαγγελάτου να είχε πράξει το ίδιο τις μέρες εκείνες αντί να μας αποστείλει ένα δεύτερο βιντεοσκοπημένο Δελτίο Τύπου…